Η Πούλια κι ο Αυγερινός.

(Ζάκυνθος)

Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα και είχανε ένα κοριτσάκι που το λέγανε Πούλια. Μία ημέρα επέθανε η μάνα τση Πούλιας και ο βασιλέας επαντρέφτηκε και επήρε άλλη γυναίκα που δεν την αγαπούσε την Πούλια, πως ήτανε όμορφη. Μία ημέρα είπε στο βασιλέα η βασίλισσα να πουλήσουνε την Πούλια για να πάρουνε πολλά λεφτά, που ήτανε τόσο όμορφη. «Και τί τη θέλουμε; ήλεγε η βασίλισσα. Ίσια που τρώει το ψωμί χάρισμα». Για να μην τρώεται η βασίλισσα, το αποφάσισε και ο βασιλιάς και την έβαλε στο κατώι και την τάιζε κάμποσες ημέρες καρύδια, σύκα και κάθε λογής γλυκίσματα, για να παχύνει, να ντη μοσκοπουλήσουν.
Η Πούλια τα ήβλεπε ούλα αυτά και δεν ήξερε γιατί τση κάνουνε τόσα. Τα ήβλεπε και ο Αυγερινός, που ήτανε γυιός τση δεύτερης γυναίκας και απορούσε. Αγαπούσε πολύ την Πούλια, την αδρεφούλα του. Μία μέρα άκουσε και ήλεγε η μάνα του στο βασιλιά πως ήρθε η ώρα να πουλήσουνε την Πούλια. Ήτανε μία γειτόνισσα, μία γρία και τση το είπε ο Αυγερινός, πως θα πουλήσει η μάνα του την Πούλια, και τη ρώτησε τί να κάμει, να ντην γλυτώσει. Εκείνη του είπε:
«Άκουσε, παιδί μου. Την ημέρα που η μάνα σου θα βγάλει την Πούλια να ντη πουλήσει, εκεί που θα ντη χτενίζει να τση αρπάξεις τσοι κορδέλες, που βάνει στα μαλλιά τση, και να φύγετε. Άμα σας φτάσει η μάνα σου, να τσοι πετάξεις οπίσω, κ’ έπειτα άμα σας φτάσει πάλι, να πετάξεις το χτένι οπίσω σας». Του ’δωσε έπειτα κομμάτι αλάτι σ’ ένα χαρτί και του είπε· «Τελευταίο να πετάξεις το αλάτι». Άμα του είπε αυτά, έφυγε ο Αυγερινός και πήγε στο παρεθύρι που ήτανε η Πούλια και τση τα φανέρωσε ούλα και τσ’ είπε· «Μη φοβηθής όμως, κ’ εγώ θα σε γλυτώσω. Την ημέρα που θα σε βγάλει η μάνα μας να σε χτενίσει, εγώ θα σου πάρω τσοι κορδέλες σοι και συ θα με κυνηγάς να μου τσοι πάρεις, και τα άλλα είναι δική μου δουλειά».
Άμα η βασίλισσα έβγαλε την Πούλια να ντη χτενίσει, για να ντη πουλήσει, ο Αυγερινός τση πείρε τσοι κορδέλες τση. Εκείνη έκανε πως τονε κυνηγούσε το γύρω-γύρω στο σπίτι. Η βασίλισσα τση ’λεγε· «Έλα οπίσω, μάτια μου, και σου αγοράζω άλλες. 
«Δεν τσοι θέλω. Εγώ τσοι δικές μου θέλω». Έκανε τάχα θυμωμένη η Πούλια. Έτσι εφτάσανε στο περιβόλι, ο Αυγερινός τση ’λεγε· «Αν με φτάσεις, πάρ’ τσοι». Έτσι έκανε πως παίζουνε και εβγήκανε στο δρόμο. Άμα εμακρύνανε, είπε ο Αυγερινός στην Πούλια· «Τρέχα, Πούλια, όσο μπορείς, να φύγουμε». Άμα εμακρύνανε, ετότες το εκατάλαβε η βασίλισσα πως φεύγουνε, κι αρχίνησε να τρέχει και να φουγιάζει· «Ελάτε οπίσω, παιδία μου, καμάρια μου». Τα παιδία εβουλώσανε τ’ αυτιά τσους, να μην ντην ακούνε. Ως που ελιγώσανε από το τρέξιμο. Ετότενες ο Αυγερινός επέταξε τσοι κορδέλες τση Πούλιας, για να μη τσοι φτάσει η βασίλισσα, που τσοι εκυνηγούσε. Στη στιγμή απέραντος κάμπος εγίνηκε οπίσω τσους. Στο άλλο μέρος η μητρυιά εφαινότανε σα μαύρη κουκίδα. Στη στιγμή όμως επέρασε τον κάμπο και από λίγο τα τσάκωνε, αν ο Αυγερινός δεν επετούσε οπίσω τσους το χτένι. Αμέσως εγίνηκε δάσος απέραντο οπίσω τσους, και η μητρυιά εχάθηκε και τα παιδία λιγωμένα εκάτσανε να ξανασάνουν. Αλλά πάλι στη στιγμή η μητρυιά εφάνηκε οπίσω τσους, και θα ντα έπιανε, αν ο Αυγερινός δεν επετούσε το αλάτι, που του ’χε δώσει η γειτόνισσα. Και στη στιγμή λίμνη απέραντη απλώθηκε γύρω από τα παιδία. Η μητρυιά ερίχτηκε στα κύματα, μα δεν εμπορούσε να περάσει. Τα παιδία εφτάσανε σ’ ένα λιβάδι. Ο Αυγερινός εδίψασε. «Πούλια, διψώ. –Βαστάξου, ως που να πάμε σε κανένα πηγάδι. «Πούλια, δε βαστάω. Διψώ». Βλέπει ένα πάτημα από μοσχάρι. «Θα πιω, Πούλια». «Όχι! Γιατί θα γένεις μοσχάρι». Επήγαινα, επήγαινα, βλέπει ένα πάτημα από αρνί. «Πούλια, θα πιω. Δε βαστάω. –Όχι! Γιατί θα γένεις αρνάκι». Μα πριν τόνε κρατήσει η Πούλια, έσκυψε κ’ ήπιε και γίνηκε αρνάκι. Η Πούλια επήρε το αρνάκι τση, και προβατώντας όλη μέρα έφτασε στο βασιλικό πηγάδι. Έβγαλε νερό, έπιε εκείνη, επότισε και το αρνάκι τση. Κοντά στο πηγάδι της ήτανε μια σγούρνα και κοντά στη σγούρνα ένα κυπαρίσσι. Ανέβηκε η Πούλια απάνου. Το αρνάκι τση έβοσκε εκεί το γύρο, που ήτανε χόρτα. Σε λίγο φέρνουνε τ’ άλογα του βασιλιά να ντα ποτίσουνε. Τα άλογα βλέπουνε τον ήσκιο τση Πούλιας μέσ’ στη σγούρνα και δεν ήθελα να πιούνε. Πάνε οι σταβλάτορες, το λένε του βασιλέα. Ο βασιλιάς δεν το πίστεψε. «Θα πάω να ιδώ κ’ εγώ μονάχος μου». Επήρε τ’ άλογα να πάει να ντα ποτίσει και τ’ άλογα εσκύψανε να πιουν και είδανε τον ήσκιο και σκιαχτήκανε και δεν ηθέλανε να πιούνε. Σκύφτει και ο βασιλέας μεσ’ στη γούρνα και τι να ιδεί! Μία όμορφη κόρη να κάθεται απάνου στο κυπαρίσσι.
Χίλια τσ’ είπε, χίλια τση ’ταξε και δεν εκατέβηκε. Τότες ο βασιλιάς πάει και το λέει σε μία γρία και τση λέει· «Αν είσαι ικανή να ντη κατεβάσεις, θα σε κάμω πλούσια». Επήρε η γρία μία σκάφη και μία κρισάρα, ένα γουρούνι κι αλεύρι και πήγε κοντά στη βρύση για να ζυμώσει. Έβαλε καπότα τη σκάφη και την κρισάρα και το γουρούνι κοντά στο αλέυρι κ’ έκανε τάχα πως θέλει να ζυμώσει. Η Πούλια την είδε και τση φώναξε από κει που ήτουνα καθισμένη·
Αλλιώς, γρία, το κόσκινο, αλλιώς και το σκαφίδι, Και βάρ’ το γουρουνάκι σου, να μη σου τρώει τ’ αλεύρι.
Τση λέει· «Παιδάκι μου, κατέβα παρά κάτου και δεν ακούω. –Ω! είπε με το νου τση η Πούλια. Θα είναι κουφή η κακομοίρα». Εκατέβηκε λοιπό παρά κάτου. Αλλιώς, γρία, το κόσκινο, αλλιώς και το σκαφίδι, Και βάρ’ το γουρουνάκι σου, να μη σου τρώει τ’ αλεύρι. «Τί λες, παιδάκι μου; Κατέβα παρά κάτου και δεν ακούω». Ως που τήνε κατέβασε μέχρι κάτου. Το βασιλόπουλο που ήτανε κρυμμένο εκεί κοντά, την άρπαξε και καβαλίκεψε στ’ άλογό του και τήνε πήγε στο παλάτι. «Το αρνάκι μου! Το αρνάκι μου!» εφώναζεν η Πούλια. Αμέσως ο βασιλέας επρόσταξε και τση φέρανε το αρνί στο παλάτι. Μόλις την είδε η βασίλισσα, την φτόνεψε και ήθελε να ντη χαλάση, γιατί ήτανε εφτά φορές ομορφύτερη από δαύτη. Μία μέρα έλειπε ο βασιλιάς με το βασιλόπουλο και η Πούλια με τη πεθερά τση ετρογυρίζανε στο περιβόλι. Όπως επερνούσανε δίπλα στο πηγάδι, εσκούντηξε η βασίλισσα την Πούλια κ’ έπεσε μέσα. Το βράδυ επήγε ο βασιλιάς με το βασιλόπουλο. «Πού είναι η Πούλια;» ερωτήσανε. «Δεν ηξέρω» είπε εκείνη
θυμωμένη. Το αρνάκι επήγαινε γύρο στο πηγάδι και μπέλαζε· Μπεέ! μπεέ! «Αυτό το αρνί, είπε η βασίλισσα, να μου κάμετε τη χάρη να ντο σφάξετε. Δεν μπορώ να το ακούω. Μου ’φαε τ’ αυτιά». Για να μην γκρινιάζει, ο βασιλιάς είπε να ντο σφάξουν. Το αρνάκι το εκατάλαβε κι άρχισε να μπελάζει· «Μπεέ! μπεέ! Πούλια, θα με σφάξουν. Μπεέ! Πούλια, τροχάνε τα μαχαίρια. Μπεέ! Πούλια, μου βάζουν το μαχαίρι στο λαιμό. Δεν ακούς; –Θε μου, είπε η Πούλια, δος μου τη δύναμη να πάω να σώσω τον αδελφό μου». Και με μίας επετάχτηκε όξω από το πηγάδι. «Το αρνάκι μου! Το αρνάκι μου!» φωνάζει η Πούλια. «Σώπα, κυρά μου, τση λέει ο βασιλιάς, και σου αγοράζω άλλο. –Δεν το θέλω το άλλο. Εγώ θέλω το δικό μου».
Το ψήσανε και εκάτσανε να φάνε. Η Πούλια δεν έφαγε, παρά εμάζεψε ούλα τα κόκκαλα και τα ’βαλε σε μία βίκα και τα ’θαψε στο περιβόλι. Την άλλη αυγή φύτρωσε μια νερατζιά μ’ ένα νεράτζι. Μόλις το είδε η βασίλισσα, εγύρεψε να ντο κόψουν. Πάει το βασιλόπουλο να ντο κόψει και το κλωνάρι με το νεράτζι ψηλώνει, που δε ντο σώνει κανείς. Πάει ο βασιλιάς και το κλωνάρι ψηλώνει. Πάει η βασίλισσα και το κλωνάρι ψηλώνει, ψηλώνει και τα άλλα κλωνάρια χύνουνται να τση βγάλουνε τα μάτια. «Θα δοκιμάσω κ’ εγώ, πεθερά μου, είπε η Πούλια. –Τόσοι επήγανε και δεν το σώσανε, Αφού θέλεις πήγαινε». Πάει η Πούλια και το κλωνάρι
με το νεράτζι πέφτει στα χέρια τση. «Πιάσου σφιχτά, Πούλια» είπε μια φωνή από το νεράτζι. Και ψηλώνει, ψηλώνει. «Έχε γεια, καλέ μου πεθερέ. Έχε γεια, καλό μου βασιλόπουλο, είπε η Πούλια Στον κόσμο δεν μπορούσα να ζήσω άλλο. Από τα χέρια τση κακής μητρυιάς έπεσα στα χέρια τση κακής πεθεράς». Και επήγαν στον ουρανό και εγίνανε αστέρια λαμπερά, ο Αυγερινός και η Πούλια.

Από την Τασία Μποζίκη, Χρονών 45, αγράμματη, από τη Λιθακιά. Μαρ. Μινώτου, «Παραμύθια από τη Ζάκυνθο», Ελληνική
Λαογραφική εταιρεία τομ. ΙΑ΄, Θεσσαλονίκη 1934-37

Παραλαγές:

Ο Γιάννος και η Μάρω

(Λάοτα του δήμου Μυλάοντος της Γορτυνίας)

Ήτανε μία βολά κ’ έναν καιρό ένα πολυαγαπημέν’ αντρόγυνο, ο Γιάννος και η Μάρω. Από τημ πολλή τους αγάπη, επαρακαλεθήκανε ’ς το Θεό να τους κάμη αστέρια. Και αμέσως ο θεός τους έκαμε αστέρια πολύ λαμπερά, και το βέρυ που νυχτώνει το να έναι ’ς την ανατολή, το άλλο ’ς τη δύση. Αλλά το χειμώνα είναι ο Γιάννος ’ς την ανατολή, ’ς τα βουνά, και η Μάρω δυτικά, ’ς τους κάμπους. Και αυτό για να περνάη πάντα καλά η Μάρω, το χειμώνα να μην έναι ’ς τα χιόνια και’ ς τους πάγους, ούτε το καλοκαίρι ’ς τη μεγάλη κάψα. Γι’ αυτό λένε και την παροιμία, Η Μάρω μένει ’ς τα βουνά, κι’ ο Γιάννος πάει ’ς τους κάμπους, όταν θέλουνε να ειπούνε για κανένα πράμα που γίνεται με ευχαρίστηση.

Ο Γιάννος και η Μάρω

(Βοιωτία)

Ο Γιάννος και η Μάρω, τα δύο αστέρια που φαίνονταν ’ς τον ουρανό, ήσαν αρρεβωνιασμένοι, κ’εχάλασεν ο γάμος. Ο κουμπάρος, όσοι έπαιζαν τάργανα, και όλο το συμπεθεριό έγιναν άστρα. Ο Γιάννος και η Μάρω όμως ανταμώνουν μια φορά μόνο το χρόνο· και τότε, ή ο Γιάννος βγαίνει την ημέρα και η Μάρω τη νύχτα, ή το ενάντιο. Έτσι ζουν πάντα χωρισμένα και κυνηγούν το ένα το άλλο. 

Ο Γιάννος και η Μάρω

(Αχαΐα)

Ο Γιάννος και η Μάρω είναι αδέρφια· η Μάρω όμως είναι πολύ σκληρή αδερφή και πονηρή· και το Γιάννο τον καημένο, που είναι καλόβολος, τον στέλνει το χειμώνα να δουλεύει απάνω ’ς τα βουνά με τους πάγους, και το καλοκαίρι κάτω ’ς τους κάμπους, που τον πνίγει η φωτιά του ήλιου. Μόνο μια φορά το χρόνο πλησιάζει ο Γιάννος εις τη Μάρω, αλλά και τότε αυτή τον διώχνει ευθύς από κοντά της.

Πολίτης Ν. Γ., «Ο Γιάννος και η Μάρω», αρ. 248-250, στο:
Παραδόσεις, τ. Α΄, Αθήνα 1904