Πώς ο Μάρτης έκανε πλούσιο έναν φτωχό.

(Θεσσαλία)

Σ' ένα χωριό ζούσε ένας άνθρωπος που τον έλεγαν μπάρμπα Ηλία. Ήταν πολύ φτωχός και άτυχος άνθρωπος. Η τύχη του δεν τον άφηνε να δημιουργήσει τίποτα. Τον κατέτρεχε η τύχη του πολύ. Αν αγόραζε ζώα θα του ψοφούσαν. Αν έπαιρνε τίποτε άλλα πράγματα θα χαλούσανε. Και πάντα θα εύρισκε ένα εμπόδιο για να μην μπορέσει να προοδεύσει. Ένα βραδάκι που καθότανε στο σπίτι του μόνος, του ήρθε μια ιδέα στο μυαλό του.
«Όλος ο κόσμος», είπε, «κατηγοράει το μήνα Μάρτη. Εγώ θα κάμω το αντίθετο, θα κάνω λειτουργία, θα τον υψώσω και θα τον τιμήσω τον Μάρτη. Ίσως κι αυτός να με βοηθήσει». Αμέσως πήγε στην αγορά κι αγόρασε κερί, λιβάνι, άναμμα και λειτουργίες. Ξημερώνοντας η μέρα πρώτη του Μάρτη μαζί με την οικογένεια του επήγε στην εκκλησία, έκανε λειτουργία και ύψωσε τον Μάρτη. Μετά γύρισε στο σπίτι του με την οικογένεια του. Το βράδυ που κοιμήθηκε, είδε τη νύχτα ένα όνειρο. Παρουσιάστηκε ο Μάρτης και του είπε: «Πώς μου έκανες αυτή τη μεγάλη τιμή σε μένα που όλος ο κόσμος με κατηγορεί;» και αυτός είπε: «Εγώ δεν κατηγορώ κανέναν, αυτή τη στιγμή μου ήρθε η ιδέα να σε τιμήσω». «Αφού με τίμησες κι εγώ θα σε βοηθήσω να αποκτήσεις πολλά πλούτη. Το ξέρω πως η τύχη σου δεν σ' αφήνει, σε κατατρέχει πολύ, μα εγώ θα σ' ορμηνέψω τι να κάνεις. Όλο το καλοκαίρι θα μαζεύεις πολλές ζωοτροφές, θα τις μαζεύεις στις αποθήκες και τον χειμώνα δεν θα πουλήσεις από αυτές καθόλου, θα περάσει ο χειμώνας, θα μπω εγώ στην εξουσία και όλες μου τις μέρες θα κάνω κακοκαιρία. Τις τρεις τελευταίες μου μέρες θα ρίξω τόσα χιόνια και θα κάνω τόση κακοκαιρία, που όλοι οι άνθρωποι δεν θα ξέρουν τι να κάνουν για τα ζώα τους. Τότε θα πουλήσεις τις ζωοτροφές και θα κερδίσεις».
Ο κυρ Ηλίας έκανε όπως του είπε ο Μάρτης. Μάζεψε πολλές ζωοτροφές στις αποθήκες του. Οι χωριανοί του τον κορόιδευαν. «Τι κάθεσαι και παιδεύεσαι; Αφού ζώα δεν έχεις γιατί να κουράζεσαι;» Πέρασε ο χειμώνας όλος χωρίς να πουλήσει καθόλου ζωοτροφές ο κυρ Ηλίας. Ήρθε ο Μάρτης κι έκανε κακοκαιρία. Οι χωριανοί άρχισαν να οργώνουν τα χωράφια που χορτάριαζαν. «Κοίτα χαζός ο κυρ Ηλίας», έλεγαν οι χωριανοί, «πέρασ' όλος ο χειμώνας και δεν πούλησε καθόλου ζωοτροφές, θα πάνε χαμένες». «Ας πάνε χαμένες», έλεγε ο κυρ Ηλίας και χαμογελούσε. Επιτέλους έφθασαν οι τελευταίες μέρες του Μάρτη. Ξημέρωσε κακοκαιρία με χιονοθύελλα. Τότε όλοι οι χωρικοί έτρεξαν στον κυρ Ηλία. «Σώσε μας κυρ Ηλία. Τα ζώα μας ψοφούνε. Δώσε μας τροφές».
Ο κυρ Ηλίας τότε έλεγε: «Πόσα ζώα έχεις εσύ;» Ο ένας έλεγε: «Έχω 20». Τότε ο κυρ Ηλίας έλεγε: «Δος μου εμένα τα 10 να σου δώσω ζωοτροφές», θέλοντας και μη ο άλλος τα έδωνε. Εκεί που θα ψοφήσουν όλα από την πείνα, ας πάρει αυτός τα δέκα να γλυτώσω εγώ τα άλλα δέκα, έλεγε καθένας με τον εαυτό του. Και για να μην τα πολυλογούμε, ο κυρ Ηλίας με τον τρόπο αυτό απέκτησε τα περισσότερα ζώα από όλους στο χωριό. Σαν είδε η τύχη του πως έγινε πλουσιότερος σε ζώα από όλους τους χωριανούς, είπε στο Μάρτη: «Βαστά και να δει πως θα ψοφήσουν όλα. θα πάω στην Ευρώπη, θα φέρω αρρώστιες, να κολλήσουν τα ζώα και να του ψοφήσουν όλα». Ο Μάρτης παρουσιάζεται στον ύπνο του και του λέγει: «Η τύχη σου αναχώρησε για την Ευρώπη, να φέρει αρρώστιες για τα ζώα σου, να σου ψοφήσουν όλα. Πήγαινε τα ζώα σου αμέσως στο παζάρι. Πούλησε τα όλα και βάλε τα λεφτά στην τσέπη. Κανένα μην γυρίσει πίσω». Ο κυρ Ηλίας έκανε όπως του είπε ο Μάρτης.
Μετά από μια εβδομάδα ήρθε η τύχη του με τις αρρώστιες. Μα δε βρήκε ζώο στον κυρ Ηλία. Οι αρρώστιες τα βάλανε με την τύχη, γιατί οι αρρώστιες έπρεπε να κάνουν το καθήκον τους. Κακήν κακώς είδε κι έπαθε να τις διώξει. «Βρε», έλεγε η τύχη, «βρε τον αφιλότιμο τι μου έχει κάνει».
«Τι θα του κάνεις τώρα;» ρώτησε ο Μάρτης την τύχη. «Τώρα θα τον κάνω να χάσει όλα τα χρήματα που έχει». «Πώς όμως θα τα χάσει;» «Εγώ θα γίνω λαγός», λέει η τύχη. «Το καλοκαίρι που θα θερίζει τα σιτάρια του, θα τρέξω γρήγορα και θα περάσω ανάμεσα στα πόδια του. Αυτός με δρεπάνι θα κάνει να χτυπήσει τον λαγό και θα κόψει το πόδι του, θα πάθει δηλητηρίαση και θα ξοδέψει τα χρήματα στους γιατρούς. Αμέ».
Αμέσως ο Μάρτης παρουσιάστηκε πάλι στον ύπνο του και του είπε: «Η τύχη σου πάλι σε κατατρέχει. Είπε πως θα γίνει λαγός και όταν θα θερίζεις θα τρέξει ανάμεσα από τα πόδια σου και θα φύγει. Εσύ με το δρεπάνι θα κάνεις να χτυπήσεις το λαγό και θα κόψεις το πόδι σου. Άκουσε λοιπόν τι θα κάνεις, θα δέσεις ανάμεσα στα πόδια σου ένα ανοιχτό δερμάτινο σακί και θα θερίζεις. Όταν αυτή θα τρέξει ανάμεσα στα πόδια σου, αμέσως να κλείσεις τα πόδια σου και να μείνει μέσα στο σακί. Έπειτα να δέσεις το σακί γερά και να το πάρεις σπίτι σου».
Ήρθε το καλοκαίρι και άρχισε ο θερισμός. Ο κυρ Ηλίας πήρε το σακί, το έβαλε ανοιχτό ανάμεσα στα πόδια του, και άρχισε τη δουλειά του. Πέρασε μια μέρα και ο λαγός δε φάνηκε. Πέρασε δεύτερη τίποτα. Την τρίτη όμως μέρα κατά το απόγευμα ακούστηκε από μακριά από τις άλλες παρέες που θέριζαν: «λαγός, λαγός, λαγός». Και κατευθύνθηκε ο λαγός τροχάδην ανάμεσα στα πόδια του κυρ Ηλία. Αυτός έκλεισε τα πόδια του, έσφιξε γερά με τα δύο του χέρια και έδεσε το σακί και εξακολούθησε τη δουλειά του ως το βράδυ. Το βράδυ το πήρε σπίτι του. Το κρέμασε στην κουζίνα δεμένο το σακί, εκεί που κάπνιζε κάθε μέρα ο καπνός της φωτιάς. Και έδωσε εντολή στη γυναίκα του και τα παιδιά του να μην πειράξει κανείς το σακί. Πέρασαν τρία ολόκληρα χρόνια χωρίς κανείς να πειράξει το σακί. Όταν καμιά φορά έβαζε πολύ καπνό στη φωτιά η γυναίκα του, αυτή φτερνίζουνταν μέσα και έκανε «μπρουφ! μπρουφ!». Στο διάστημα που η τύχη του ήταν κλεισμένη στο σακί όλες οι δουλειές του πήγαιναν καλά. Είχε κερδίσει πολλά λεφτά. Κάποια μέρα ήρθε στο σπίτι του ο κουνιάδος του. Πηγαίνοντας στην κουζίνα είδε το σακί κρεμασμένο και είπε στην αδελφή του: «Τι έχει εκεί μέσα αυτό το σακί και είναι έτσι καπνισμένο;» «Δεν ξέρω τι έχει αυτού ο κυρ Ηλίας. Το έχει κρεμασμένο τρία χρόνια και έδωσε εντολή να μην το πειράζει κανένας». Μα φεύγοντας όμως η αδελφή του από την κουζίνα, αυτός από περιέργεια ξεκρέμασε το σακί και πήγε κατά το παράθυρο να δει τι έχει μέσα. Μόλις το έλυσε ακούστηκε έ μπρουφφφφ! και αυτός δεν είδε τίποτα. Ο λαγός είχε εξαφανιστεί προτού προφθάσει να τον δει. Μόλις ήρθε μέσα η αδελφή του, είδε να κρατάει στα χέρια του το σακί και να είναι με το στόμα ανοιχτό. «Μα τί είχε μέσα αυτό το σακί», ρωτάει περίεργος. «Μήπως ξέρω τι είχε;» απαντά εκείνη. «Μα γιατί όμως εσύ το άνοιξες; Τώρα δεν θα φύγεις, θα καθήσεις να έρθει ο κυρ Ηλίας να λύσει τις διαφορές. Αλλιώς εγώ είμαι χαμένη». Σαν ήρθε ο κυρ Ηλίας, έμεινε σαν να τον χτύπησε κεραυνός στο κεφάλι. «Δεν έπρεπε να το λύσεις, ό,τι είχα εγώ μέσα, είχα. Μα εσύ δεν έπρεπε να το λύσεις, τώρα είμαστε χαμένοι πια».
Τώρα η τύχη φεύγοντας από το σακί, αντάμωσε τον Μάρτη. «Καλώς την φιλενάδα», είπε ο Μάρτης. «Πού ήσουνε τόσον καιρό; Τι έγινες τόσα χρόνια;» «Αχ τον παλιάνθρωπο, τον κυρ Ηλία, τι μου έχει δουλέψει. Όταν θέριζε και πήγα για να τον κάνω να κόψει το πόδι του, με έπιασε σε ένα σακί και με κρέμασε στον καπνό της κουζίνας τρία χρόνια. Ευτυχώς που ήρθε μια μέρα ο κουνιάδος του και έλυσε το σακί και έφυγα. Αλλιώς εκεί θα έμενα για πάντα». «Τώρα τι θα του κάνεις;» ρώτησε ο Μάρτης. «Τώρα θα τον αφήσω. Δεν τον πειράζω πλέον. Ας φτιάξει κι ας κάμει ό,τι θέλει και ό,τι μπορεί».
Και έτσι ησύχασε ο κυρ Ηλίας από την τύχη του, έγινε πάμπλουτος και έζησε αυτός καλά κι εμείς ακόμα καλύτερα.

Παραλλαγή που συλλέχθηκε από τον Ελευθέριο Δημητρακόπουλο στην Κρυοπηγή του νομού Καρδίτσας. 

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.