Άτιτλο.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Άντζα μάνα")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αντρόγυνο και δεν έκαναν παιδιά. Γι' αυτό η μάνα παρακάλαγε το θεό, να κάνει ένα παιδάκι, κι ας γκαστρωθεί στην αρίδα. Ο θεός άκουσε την προσευχή της και γκαστρώθηκε στην αρίδα. Μια μέρα η γυναίκα πήγε στο λόγγο για να μαζέψει ξύλα. Εκεί που ανέβαινε όμως, ένας βάτος της κέντησε την αρίδα και βγήκε το παιδάκι. Ένα ωραίο κοριτσάκι. Η γυναίκα το πήρε κάπου χάμου κειδά, και το σκέπασε με την ποδιά της και πήγε πιο πέρα να μαζέψει τα ξύλα. Ένας αητός όμως που πέρναγε απ' εκεί βλέπει το παιδί χάμου, κατέβηκε το άρπαξε και το πήγε στη φωλιά του. Γύρισε η γυναίκα και που δε βρήκε το κοριτσάκι, έκλαψε πολύ.
Ο αητός λοιπόν, αφού το πήρε, το πήγε στη φωλιά του, πάνω σ' ένα δέντρο σε μια ρεματιά. Κάτου απ' το δέντρο, κύλαγε ένα ποτάμι. Το παιδί μεγάλωσε κι έγινε μια όμορφη κοπέλα. Μια μέρα, που η κοπέλα, καθόταν έτσι πάνω στο δέντρο, έλαμπε η ομορφιά της μέσα στο ποτάμι. Ήρθ' από κει κατά τύχη το βασιλόπουλο με τ' άλογα του, για να τα ποτίσει. Τ' άλογα όμως δεν έπιναν νερό. Μα, για δεν πίνουν τ' άλογα νερό, για δεν πίνουν τ' άλογα νερό, σκύβει το βασιλόπουλο στο ποτάμι και βλέπει που έλαμπε μέσα η κοπέλα. Το βασιλόπουλο κοίταξε στο δέντρο και μόλις την είδ' εκεί πάνω, θαμπώθηκε από την ομορφιά της και θέλησε να την κατεβάσει κάτου για να την πάρει γυναίκα του. Μα η κοπέλα δεν κατέβαινε απ' το δέντρο. Τι να κάνει το βασιλόπουλο, τι να κάνει, πέρναγε απ' εκεί μια γριά, είδε έτσι στενοχωρεμένο το βασιλόπουλο, και το ρώτησε τι έχει. «Α», του λέει, «φέρε μου ένα κόσκινο κι ένα σκαφίδι και θα στην κατεβάσω εγώ κάτου». Το βασιλόπουλο της έδωσε ένα κόσκινο κι ένα σκαφίδι κι η γριά άρχισε.
«Ανάποδα, κυρά μ', το κόσκινο, ανάποδα και το σκαφίδι». «Τι λες, παιδί μου; έλα παρά κάτου, δεν ακούω». «Ανάποδα, κυρά μ' το κόσκινο, ανάποδα και το σκαφίδι». «Τι λες, παιδί μου; έλα παρά κάτου, δεν ακούω». Ξανακατέβηκε παρακάτου. Κι έτσι, σιγά-σιγά, την πλάνεψε και την κατέβασε. Την πήρε το βασιλόπουλο στ' άλογο του και πήγαν στο παλάτι. Εκεί έγινε ο γάμος κι η κοπέλα έγινε βασίλισσα. Η μάνα όμως του βασιλιά δε χώνευε την κοπέλα. Η κοπέλα έκανε κι ένα ωραίο αγοράκι.
Μα ήρθε κάποτε ο καιρός για να πάει ο βασιλιάς στον πόλεμο. "Γοιμάστηκε ο βασιλιάς, χαιρέτησε τη μάνα του, και τη γυναίκα του. Λέει στη μάνα του: "Να προσέχεις τη γυναίκα". "Να μη σε νοιάζει εσένα καθόλου", του 'πε η μάνα. Μα είπαμε πως δεν τη χώνευε την κοπέλα καθόλου. Έτσι, μια μέρα, πήρε το παιδί, το σκότωσε, γιατί ήταν πολύ κακιά, και το πέταξε μακριά. Πήρε την κοπέλα κι αφού της έδωσε πολύ ξύλο, της φόρεσε κάτι κουρέλια, την κούρεψε και την έστειλε πέρα στα χωράφια να βόσκει κάτι χήνες.
Ήρθε ο καιρός, τέλειωσε ο πόλεμος και γύρισε ο βασιλιάς στο παλάτι του. Βρήκε τη μάνα του, ρωτάει για τη γυναίκα του. "Που 'ναι, μάνα, η γυναίκα μου;" "Τώρα, παιδάκι μου, πέθανε η γυναίκα σου". "Και που την έθαψες μάνα;" "Ε, παιδάκι, μου, πέρα στα χωράφια". "Και το παιδί μου, μάνα;" "Τώρα, πέθανε κι αυτό μια μέρα και το 'θαψα κει κάτου στο φράχτη". Στενοχωρημένος ο βασιλιάς ξεκίνησε και πήγαινε πέρα στα χωράφια να 'βρει τον τάφο της γυναίκας του. Κει όμως που πήγαινε, άκουσε από μακριά ένα ωραίο τραγούδι. Μαγεύτηκε από την ωραία φωνή που τραγούδαγε και κάθησε ν' ακούσει καλύτερα. Η φωνή πλησίαζε και τι να δει, μια κοπέλα βρώμικη με κουρέλια και με κάτι χήνες. "Τι τραγουδάς, κόρη μου", τη ρώτησε όταν έφτασε κοντά. Κι άρχισε η κοπέλα το τραγούδι:
Άντζα μάντζα η μάνα μου στο λόγγο που με γέννησε
ο αετός με πήρε
στη φωλίτσα του με πήγε
η γριά με πλάνεψε
κάτου με κατέβασε
το βασιλόπουλο μ' άρπαξε
στη μάνα του με πήγε
η μάνα του με κούρεψε
με τις χηνίτσες μ' έστειλε
πι, πι πι, χηνίτσες μου.
Μαγεύτηκε ο βασιλιάς. "Για ξαναπές το τραγούδι σου, κυρά μου". Πάλι η κοπελιά ξανάρχισε το ίδιο τραγούδι. Ξαφνιάστηκε ο βασιλιάς με τα λόγια του τραγουδιού. Κατάλαβε πως αυτή ήταν η γυναίκα του. Την πήρε λοιπόν χαρούμενος και πήγαν στο παλάτι. Βρίσκει εκεί τη μάνα του, την άρπαξε θυμωμένος κι αφού της έδωσε πολύ ξύλο, τη σκότωσε απ' το ξύλο και την πέταξε μακριά. Κι έτσι, έζησαν καλά με την κοπέλα, που την έντυσε πάλι βασίλισσα, και μεις καλύτερα.
Παραλλαγή που συλλέχτηκε από τη Βασιλική Πανταζή στην Αχαΐα. 

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.