Το κουκάκι.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο Κοντορεβυθούλης")

Μια βολά κι ένα καιρό ήταν μια γριά κι ένας γέρος. Ζούσανε αγαπημένα, μόνο που δεν είχανε ένα παιδάκι και το 'χανε μεγάλο καημό. Μια μέρα η γριά δεν είχε ψωμί να δώσει στο γέρο να πάρει μαζί του στο χωράφι - ήτανε γεωργός - και τον επαρακάλεσε να φύγει αυτός κι αυτή θα του το πήγαινε. Και ο γέρος έφυγε. Εζύμωσε καλά-καλά η γριά κι έβαλε στο φούρνο την πίτα να ψηθεί - βάζουνε πρώτα την πίτα να δοκιμάσουνε το φούρνο- και μετά τα ψωμιά. Σαν τέλειωσε πια και το ψήσιμο, άρχισε πάλι το παράπονο της:
"Να, τώρα, να 'χα ένα παιδάκι, θα του πήγαινε ψωμί του γέρου, μόνον δε θα πήγαινα εγώ η καημένη!" Και τα μάτια της πήρανε την πιθάρα δίπλα στο φούρνο που ήταν γεμάτη κουκιά. "Να ήτανε όλ' αυτά τα κουκιά παιδάκια!" είπε με στοχασμό η γριά. Κι επειδή ήταν θεοσεβούμενη, ο θεός την άκουσε και με μιάς πετάγονται από το πιθάρι τόσα μωρά, όσα ήταν κουκιά.
"Μαμά πεινάω, μαμά πεινάω..." φώναζαν όλα μαζί τα μικρά κι αυτή έκοβε και τους έδινε και τα έφαγαν, έφαγαν και το ζυμάρι ακόμα. Κι η γριά τότε θύμωσε κι έκλαιγε γιατί τι θα του πήγαινε του γέρου στη δουλειά; Τα πήρε λοιπόν όλα μαζί με το πιθάρι και τ' άδειασε στο ρέμα να πεθάνουνε να ησυχάσει κι αυτά πνιγήκανε.
Μετά γύρισε στο σπίτι κι έβαλε δεύτερη φουρνιά και σαν τέλειωσε το ψήσιμο παραπονέθηκε: "Να 'φηνα τουλάχιστον μόνον ένα παιδί, τώρα θα μου το πήγαινε". Και πετάχτηκε δίπλα της ένα μικρό κουκάκι που είχε γλυτώσει και της φώναξε: "Μαμά, πεινάω...", κιηγριά, χαρούμενη,τ' αγκάλιασε και το φίλησε και του 'βαλε να φάει, να χορτάσει. "Τώρα, να πας στον πατέρα σου ψωμί", του είπε κι αυτό έφυγε τρέχοντας και πάει στο γεωργό.
"Πατέρα, σου 'φερα το ψωμί", του είπε, κι αυτός ξαφνιάστηκε και το ρώτησε ποιος είναι. Το κουκάκι, έτσι τον έλεγαν το μικρό, του είπε την ιστορία του κι αυτός χάρηκε." Έλα, τώρα, κάθησε να φάμε και μαζί", είπε ο γεωργός κι αφήκε τα βόδια_με τ' αλέτρι παράμερα. Αλλά το κουκάκι που ήταν χορτασμένο, είπε: "Πατέρα, έχεις ένα ρινίδι ν' ανοίξω μια τρύπα στ' αλέτρι να μπω μέσα και να καματεύω;» Κι άνοιξε μια τρύπα ο γεωργός στ' αλέτρι και μπήκε το κουκάκι μέσα κι ώργωνε κι ο γεωργός πιο πέρα έτρωγε. Σε λίγο, περνάν δύο πραματευτάδες κι είδανε τ' αλέτρι με τα βόδια να πηγαίνει μόνο του και παραξενευτήκανε. «Καλώς τα πολεμάς, γέρο, τι βλέπουμ' εκειπέρα;» Κι ο γέρος εξήγησε πως το αλέτρι δεν πήγαινε μονάχο του, αλλά το κινούσε άνθρωπος μ' αυτοί δεν πίστεψαν και βάλανε στοίχημα. Αν τ' αλέτρι το κινούσε άνθρωπος, θα έδιναν στο γεωργό τ' άλογα κι όλες τις πραμάτειες, μα, αν κινιόταν μοναχό του, τότε θα 'παιρναν απ' αυτόν τ' αλέτρι και τα βόδια, και συμφώνησαν. «Κουκάκι!», φωνάζει τότε ο γεωργός κι εκείνο τ' άκουσε και βγήκε και απάντησε και σαν τον είδαν οι πραματευτάδες, έδωσαν τ' άλογα τους και τις πραμάτειες τους στο γεωργό κι έφυγαν, κι αυτός γένηκε πλούσιος πια, και χαρούμενος που είχε κι ένα παιδάκι. 

Συλλέχτηκε από τη Δέσποινα Δημητριάδου στη Θεσσαλονίκη· το άκουσε από μια ηλικιωμένη γυναίκα από τη Λακωνία 

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. Άννα Αγγελοπούλου - Αίγλη Μπρούσκου. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.