Ο Ρούσσος.

(Μήλος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το μικρό κόκκινο βοϊδάκι")

Μια φορά κι έναν γκαιρό ήτανε ένα παιδί ορφανό και πεντάφτωχο, που το λέγανε Γιάννη. Κι επειδή στο χωριό του δεν μπορούσε να ζήσει, έδωσε των ματιών του και τράβηξε για τα ξένα, να βρει την τύχη του. Επάενε, επάενε, και στο δρόμο απάντηξε έναν παπά. Ο Γιάννης χαιρέτησε τον παπά κι αυτός τον ρώτησε πού πάει. «Δουλειά ψάχνω να βρω, να δουλέψω, να ζήσω», λέει ο Γιάννης. «Κάτσε παδά», του λέει ο παπάς, «κι εγώ θα σου 'βρω δουλειά» και τον επήρε κοπέλι, να βόσκει τα βούδια του.
Απ' όλα τα βούδια του παπά, ο Ρούσσος ξεχώριζε. Ήτανε μεγάλος, δυνατός κι είχε εξυπνάδα και μυαλό ανθρώπου. Σ' όλη τη γης, δεν ύπαρχε ταίρι του.

Ο Γιάννης ήτανε όμορφο και καλοκαμωμένο παιδί κι η παπαδιά τόνε ζήλευε, που ήτανε πιο όμορφος από το δικό τση παιδί. Και για να αδυνατίσει και για να κιτρινίσει, του ζύμωνε ψωμί από στάχτη. Μια μέρα, ο Γιάννης επείνασε και άνοιξε τον τρουβά του, να βγάλει να φάει, άμα είδε πως είναι το ψωμί από στάχτη, εθύμωσε και αρχίνησε να ξυλίζει το Ρούσσο. Ο Ρούσσος τότε του λέει: «Γιάννη, γιατί με ξυλίζεις;» «Γιατί η κερά σου με ταΐζει με ψωμί από στάχτη», λέει ο Γιάννης. «Και γι' αυτοδά μου τσοι παίζεις; Πέτα το ψωμί στο σχίνο κι έλα να πίνεις από το ένα μου κόρνο γάλα κι από το άλλο μέλι», είπε ο Ρούσσος. Κι ο Γιάννης πια, αντί να αδυνατίζει και να κιτρινίζει, όλο επάχαινε κι ομόρφαινε. Η παπαδιά, όσο τον έβλεπε, εσκούσε από το κακό τση και τη ζήλεια τση. Δεν εμπορούσε να αννοήσει τι γίνεται. Επαραμόνεψε λοιπόν το Γιάννη, εκεί που έβοσκε τα χτήματα, να δει ίντα 'κανε το ψωμί. Και τότε είδε πως επετούσε το ψωμί και πως εβύζαινε από τα κόρνα του Ρούσσου. Το βράδι λοιπόν, λέει η παπαδιά του παπά να σφάξουνε το Ρούσσο. «Το Ρούσσο, παπαδιά μου, να σφάξουμε, που είναι το πιο όμορφο χτήμα του κόσμου και το πιο ξυπνό;» λέει ο παπάς μόλις τ' άκουσε. Ναι και ναι όμως η παπαδιά, είχε δεν είχε, με τα πολλά τον εκατάφερε. Για καλή τύχη όμως ο Γιάννης, που είχε πέσει στη διπλανή κάμαρα, ήτανε ξυπνητός και άκουσε όλη την κουβέντα. Σαν την άλλη μέρα λοιπόν, πάει ο Γιάννης και τα λέει όλα του Ρούσσου. Κι ο Ρούσσος του λέει: «Έγνοιασέ σε και μη φοβάσαι. Άμα έρθει ο παπάς, και πολεμά να με πιάσει, εγώ δε θα στέκω. Κι άμα κουραστεί, πες του να σε δώκει το σκοινί να με πιάσεις. Αμέσως θα με καβαλλικέψεις κι εγώ θα πάρω δρόμο, να φύγωμε». Ετσαδά που τα 'πανε, γίνηκε κιόλας. Στο δρόμο που πααίνανε, σιγά-σιγά νύχτωνε και μπήκανε σε μια σπηλιά που είδανε, για να κοιμηθούνε και να ξεκουραστούνε. Είδανε όμως μέσα ένα μεγάλο κρεβάτι και καταλάβανε πως θα 'ναι κανενούς δράκου. Κάμανε λοιπόν ένα λάκκο και μπήκε μέσα ο Γιάννης, να μην τονε φάει ο δράκος. Ο Ρούσσος εσκέπασε το λάκκο με μια μεγάλη πλάκα κι εξάπλωσε στο κρεβάτι του δράκου. Σε λιγάκι, φτάνει ο δράκος στη σπηλιά, βλέπει το Ρούσσο και λέει: «Καιρό είχα να φάω βουδινό κρέας» Λέει όμως κι ο Ρούσσος: «Κι εγώ, καιρό είχα να φάω δρακίσιο κρέας. Θα παλαίψωμε κι όποιος καταπονέσει τον άλλο, θα τονε φάει!» Αρχίσανε αμέσως το παλαιτό κι ο Ρούσσος εκαταπόνεσε το δράκο. Την ώρα όμως που είχε χάμω το δράκο, κι ετοιμαζούντανε με μια γερή τσουνιά να σκοτώσει το δράκο, του λέει ο δράκος: «Μη με σκοτώσεις και θα γίνω κοπέλλι σου». Κι ο Ρούσσος του λέει: «Θα σου χαρίσω τη ζωή, άμα κάνεις ζευγάρι μαζί μου». «Και πώς θα κάνωμε ζευγάρι, δίχως ζευγά;» «Έχω ζευγά αλλά, άμα σου τονε φανερώσω, θα τονε φας;» «Όχι, αλλά ποιος είναι;» Πήγε τότε ο Ρούσσος και ξεσκέπασε το λάκκο κι έβγαλε το Γιάννη. Ο δράκος αγάπησε πολύ το Γιάννη. Κι επειδή είχε ακουστά πως ο βασιλιάς είχε μια κόρη πεντάμορφη, που θα την έδινε γυναίκα σ' όποιον του 'κανε σε μια μέρα σαράντα ζευγαριές χωράφι, σκέφτηκε να το ζευγαρίσουνε αυτοί, για να πάρει ο Γιάννης τη βασιλοπούλα. Δεν είχανε όμως αλέτρι, ζυγό και τ' άλλα χρειαζούμενα. Ο Ρούσσος τότε λέει του δράκου, να πάει τη νύχτα στου παπά το σπίτι να τα φέρει. «Κειδά είναι», του λέει «το αλέτρι, κειδά ο ζυγός, κειδά τα σαμάρια, κειδά το καμιτσί και τ' άλλα χρειαζούμενα. Άμε και φέρ'τα». Πήγε ο δράκος και τα 'φερε όλα, μα ξέχασε το καμιτσί. «Και πώς θα σας κεντώ δίχως καμιτσί;» λέει ο Γιάννης. «Έγνοιασέ σε», του λέει ο δράκος, «κι αντί για καμιτσί, θα σου δώσω εγώ ένα σφυριχτράκι, να το σφυράς κι εμείς θα αγροικούμε πότε να γυρίζουμε και πότε να τρέχουμε». Άμα λοιπόν ταιριαστήκανε, φύγανε και πήγανε όξω από το παλάτι. Μπαίνει ο Γιάννης μέσα, παρουσιάζεται στο βασιλιά και του λέει ό,τι είχανε κανονίσει με το Ρούσσο και το δράκο. «Εγώ», του λέει, «θα σου ζευγαρίσω το χωράφι, μονάχα που θέλω να μου 'χεις λιγάκι κρέας κι ένα λιμάρι γρασίδι». Το κρέας τό 'θελε για το δράκο και το γρασίδι για το Ρούσσο. Συμφώνησε ο βασιλιάς και την άλλη μέρα ο Γιάννης με το Ρούσσο, το δράκο και τα σύνεργα, πήγανε να κάμουνε το χωράφι. Άμα πήγανε, είδανε δυο κάμποι. Τον ένα θα ζευγαρίζανε αυτοί και τον άλλο, άλλοι ζευγάδες. Αρχίσανε λοιπόν το ζευγάρι κι ως το μεσημέρι είχανε κάμει το μισό κάμπο. Άμα πεινάσανε, λύσανε και κάτσανε να φάνε. Ο Γιάννης ήτανε κουρασμένος και τον επήρε ο ύπνος. Η ώρα περνούσε κι οι άλλοι ζευγάδες κοντεύανε να κάμουνε το διπλανό κάμπο. Ο Ρούσσος είχε πέσει στο φαί και δεν είδε πως οι άλλοι κοντεύαν. Μόλις όμως το πήρε χαμπάρι, ξύπνησε το Γιάννη, σταμάτησε το φαΐ κι αρχίσανε πάλι βιάση-βιάση. Ο Γιάννης όλο και σφυρούσε με το σφυριχτράκι κι όλο τρέχανε ο Ρούσσος με το δράκο, ώσπου τελειώσανε πιο πρώτα από τσοι διπλανοί ζευγάδες. Υστερα, πήγανε στο παλάτι, ζητήσανε τη βασιλοπούλα κι ο βασιλιάς την έδωσε στο Γιάννη. Η βασιλοπούλα δεν τον εκαλόθελε, μα ίντα να κάμει, που ήθελε ο πατέρας τση; Δεν του χάλασε το χατήρι και παντρεύτηκε το Γιάννη. Υστερα από το γάμο, του λέει ο δράκος: «Εμένα πια δε με χρειάζεσαι, αφού πήρες τη βασιλοπούλα. Άσε με να πάω στη σπηλιά μου». Κι ο Γιάννης τον άφησε.
Όμως και μετά το γάμο του, συνέχισε να πίνει γάλα και μέλι από τα κόρνα του Ρούσσου και δεν έτρωε τα φαγιά που του μαγείρευε η βασιλοπούλα, η γυναίκα του. Η γυναίκα του παραξενεύτηκε, τση κακοφάνηκε που την αποτσιφιούσε (επρόσβαλε) ο άντρας τση και δεν έτρωγε τα φαγιά τση και σκέφτηκε: Μια φορά, νηστικός δε μένει. Κάτι άλλο θα τρώει. Τον επαραμόνεψε λοιπόν κι είδε πως εβύζαινε μέλι και γάλα από τα κόρνα του Ρούσσου. Το βράδυ, που πέσανε να κοιμηθούνε, λέει του Γιάννη: «Ίντα να τα κάνωμε εμείς, άντρα μου, τα χτήματα; Βασιλιάδες μαθές είμαστε και δεν ταιριάζει να 'χωμε χτήματα. Να σφάξωμε το Ρούσσο». Ο Γιάννης δεν ήθελε μα σιγά-σιγά τον εκατάφερε. Σαν το άλλο πρωί, πάει ο Γιάννης στεναχωρεμένος χαι λέει του Ρούσσου: «Η γυναίκα μου θέλει να σε σφάξω. Kt ο Ρούσσος, που αγαπούσε το Γιάννη, του λέει: «Αφού το θέλει η γυναίκα σου, σφάξε με. Μονάχα, το κρέας μου να το δώσετε χάρισμα στον κόσμο. Τα κόκκαλά μου, όμως, να πεις να σου τα φέρουνε και ν' ανοίξεις κρυφά όξω από το παλάτι ένα λάκκο και να τα χώσεις. Εκεί θα φυτρώσει ένα ψηλό δέντρο, ένα βουδοδέντρι. Το νου σου, γιατί θα 'ρχονται παλικάρια να σου πάρουνε τη γυναίκα σου, που δε σ' αγαπά και θα τώνε βάζεις στοίχημα, πως θα την πάρει όποιος βρει τι δέντρο είναι αυτό που θα φυτρώσει». Έσφαξε λοιπόν ο Γιάννης το Ρούσσο κι έκαμε ό,τι του 'πε. Πααίνουνε οι κοπελιάρηδες να του πάρουνε τη γυναίκα, των έβανε το στοίχημα και κανείς δεν εκέρδιζε. Η γυναίκα του όμως, που δεν τον αγαπούσε, κι ήθελε να τον παρατήσει, γιατί είχε αγαπήσει άλλον, όλο και τονε πολεμούσε, να τον καταφέρει να τση το πει. Το ίδιο έκανε και μια βραδιά, που ήτανε από κάτω από το παλάτι ο αγαπημένος τση. Είχε δεν είχε, κατάφερε το Γιάννη και τση λέει σιγά-σιγά, «βουδοδέντρι το λένε». «Βουδοδέντρι», φωνάζει αυτή δυνατά, σάγκεμου (δήθεν) ξαφνιασμένη, για να τ' ακούσει ο αγαπητικός τση. Αυτός το άκουσε κι έφυγε κρυφά, να μην πάρει χαμπάρι ο Γιάννης. Την άλλη μέρα, πάει στο παλάτι, λέει στο Γιάννη το όνομα του δέντρου, κερδίζει το στοίχημα και του παίρνει τη βασιλοπούλα. Κι ο χαζογιάννης, λυπημένος πια και μετανιωμένος, που έσφαξε τον πιστό του Ρούσσο, για χατήρι τση άπιστης γυναίκας του, σιχάθηκε τον κόσμο και πήγε κι έζησε με το δράκο στη σπηλιά και πέρασε μαζί του πιο καλά, παρά με τση ανθρώποι.
Μήλος. Καταγραφή 1963.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.