Το τρίτο μάτι.

(Θεσσαλία)

Κάποτε ζούσε ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα κι είχαν μια κόρη ωραία και καλή. Η μητέρα της όμως πέθανε κι ο πατέρας της παντρεύτηκε άλλην, η οποία έκαμε τρία κορίτσια. Το ένα είχε ένα μάτι, το άλλο δύο και το τρίτο είχε τρία μάτια. Η μητριά της ωραίας κόρης τη βασάνιζε και την έστελνε να βόσκει τις αγελάδες με την εντολή να τις βόσκει τόσο καλά, ώστε το βράδι να έχουν πολύ γάλα.
Η κόρη καθόταν όλη τη μέρα κάτω από ένα δέντρο κι έκλαιγε. Έξαφνα, πηγαίνει κοντά της ένα μοσχαράκι και τη ρώτησε γιατί κλαίει.
Εκείνη του τα διηγήθηκε όλα και τότε το μοσχαράκι είπε: «Μη στενοχωριέσαι. Κόψε λίγο το κερατάκι μου και έλα να μπεις μέσα να φας και να κοιμηθείς». Η κόρη έτσι πράγματι έκανε. Κατόπιν το μοσχαράκι είπε: «Όλες οι αγελάδες να φάνε πολύ καλά και να έχουν πολύ γάλα». Έτσι η κοπέλα, όταν γύρισε σπίτι, δεν έδωσε αφορμή στη μητέρα της να τη μαλλώσει. Για να μάθουν μάλιστα πώς τα καταφέρνει τόσο ωραία, την άλλη μέρα πήγε μαζί της η μονομάτα. Με τη συμβουλή του μικρού μοσχαριού η κόρη αποκοίμισε τη μονομάτα, αφού πήγε πίσω της κι είπε: «Κοιμήσου, μονομάτα μου». Έτσι η μονομάτα κοιμήθηκε και δεν είδε τίποτε απ' όσα έκανε η καλή κοπέλα. Τα ίδια έπαθε κι η διπλομάτα την επόμενη. Όταν όμως πήγε μαζί της η τριπλομάτα, η κόρη ξέχασε κι αντί να πει: «Κοιμήσου, τριπλομάτα μου», είπε: «Κοιμήσου, διπλομάτα μου», κι έτσι το ένα μάτι έμεινε ανοιχτό και τα είδε όλα. Τα διηγήθηκε λοιπόν στη μητέρα της, η οποία αποφάσισε να σφάξει το καλό μοσχάρι.
Η κόρη προειδοποίησε το μοσχαράκι, που τη συμβούλεψε να μη λυπάται και να μη φάει καθόλου από το κρέας του, παρά μόνο να μαζέψει τα κόκκαλα και να τα θάψει εκεί που θα χυθεί το αίμα της σφαγής του. Η κόρη έκανε όπως της είπε και την άλλη μέρα, εκεί που έθαψε τα κόκαλα του μοσχαριού, φύτρωσε μια ωραία τριανταφυλλιά με μυρωδάτα κόκκινα τριαντάφυλλα. Όλα τα βασιλόπουλα ερχόντουσαν να μυρίσουν τα τριαντάφυλλα, και το πιο όμορφο έβαλε όρο ότι όποια από τις τέσσερις κοπέλες θα έκοβε τα τριαντάφυλλα να του τα προσφέρει, θα γινόταν γυναίκα του. Καμία όμως, ούτε η μονομάτα, ούτε η διπλομάτα, ούτε η τριπλομάτα δεν κατόρθωσαν να κόψουν τριαντάφυλλα, διότι η τριανταφυλλιά ψήλωνε τα κλωνάρια της και δεν έφταναν.
Μόνον όταν η κόρη με την καλή καρδιά πήγε κοντά, η τριανταφυλλιά χαμήλωσε τα κλωνάρια της κι έτσι κατόρθωσε εκείνη να κόψει τα ρόδα και να τα προσφέρει στο όμορφο βασιλόπουλο.
Κι αυτό πήρε την ωραία κόρη γυναίκα του κι έζησαν πολύ ευτυχισμένα κι αγαπημένα.

Παραλλαγή που συλλέχτηκε το 1958 από την Αρετή Μαργαριτοπούλου από τα Αμπελιά Φαρσάλων. Πβ. Α. Αγγελοπούλου, Παραμυθοκόρες, Εστία
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.