Η Σταχτομπούτα.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η Σταχτοπούτα")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μάνα κι είχε τρία κορίτσια. Τη μικρή πάντοτε την έπιανε το κρύο κι έβανε τα πόδια της μέσα στη στάχτη στο τζάκι και γι'αυτό την ελέγανε Σταχτομπούτα. Καμία φορά λέει η μεγάλη: «Δε παραγνέθουμε; Να παραγνέσουμε κι ότινους κοπεί η κλωνιά, θα την κάνουμε γελάδα». Γνέθανε λοιπόν και κόπη της μάνας τους η κλωνιά. «Να σου το χαρίσουμε μανούλα μου γιατί μας γέννησες». Γνέθανε, γνέθανε και πίσω κόπη της μάνας τους. «Θα σου το χαρίσουμε μανούλα μου γιατί μας ανάστησες». Γνέθανε πάλι, γνέθανε, κόπη πάλε της μάνας τους. Τότες είπανε:
«δε σου το χαρίζουμε», και την κάνανε γελάδα. «Να την πηγαίνει η Σταχτομπούτα στο βουνό, να τη βόσκει, να την παχύνει, να τη σφάξουμε τα Χριστούγεννα», είπανε οι άλλες δυο. Την έπαιρνε η Σταχτομπούτα και πήγαινε στο βουνό. Ό,τι ψωμάκι έπαιρνε το τρώγανε κι οι δυο.
Ήρθε ο καιρός που να τη σφάξουνε. Τη σφάξανε, τη μαγειρεύανε και τρώγανε. «Φάε κι εσύ βρε Σταχτομπούτα». «Αχ βρε αφορεσμένες, τη μάνα μας να φάω!» Ένα-ένα κοκκαλάκι που πετάγανε, αυτή το μάζωνε, μέχρι που τα μάζεψε όλα. Τα μάζεψε, ήταν και μια σπηλιά κάπου κοντά τους και πήγε και τά 'βαλε. Κάθε βράδυ πήγαινε και τα θύμιαζε. Εγώ, κορίτσι μου, θα σε προστατέψω με τα κόκκαλα. Τα θύμιαζε σαράντα μέρες. Στις σαράντα μέρες πήγε κι ηύρε το σπηλιακάκι γιομάτο. Κει ρούχα, κει παπούτσια, κει φορεσιές χρυσές, κει μαλαματικά.
Λοιπόν αυτές πηγαίνανε στην εκκλησία, οι αδερφές της. «Δεν έρχεσαι και συ στην εκκλησία, παρά είσαι φτουδά, στη στάχτη;» «Ε, εγώ είμαι παδά στη στάχτη, πού να 'ρθω». Όντα φύγανε εκείνες, πάει κι εκείνη στο σπηλιάκι, φοράει μια χρυσή φορεσιά, τα βελουδένια πασούμια, έβαλε τα μαλαματικά της και πήγε στην εκκλησία. Μπήκε μέσα κι αναστάτωσε όλη η εκκλησία. Φώτισε από την ομορφιά της. «Ποια είναι τούτη, ποια είναι τούτη»... Καμία. Άμα που κόντευε να τελειώσει η εκκλησία, λάκισε, πήγε και ξεντύθη και έκατσε πίσω στη στάχτη. Λοιπόν πήγανε οι αδερφές της στο σπίτι. «Καημένη Σταχτομπούτα, δεν ερχόσουνα, πού 'ρθε μία κι έλαμπε όλη η εκκλησία». «Ε, τι να 'ρθω να κάνω εγώ, η Σταχτομπούτα». Την άλλη Κυριακή πήγανε πάλι οι αδερφές της στην εκκλησία. «Έλα κι εσύ βρε Σταχτομπούτα». «Είμαι εγώ για να 'ρθω στην εκκλησία!» Άμα που φύγανε οι αδερφές της, πάει και φοράει άλλη φορεσιά, άλλα παπούτσια και πάει. Πάει και τι να ιδείς! Ποια είναι τούτη, ποια είναι τούτη! Άμα που κόντευε να τελειώσει η εκκλησία, έφυγε, ξεντύθη και πήγε πίσω στη στάχτη της. Ήταν στην εκκλησία κι ένα βασιλόπουλο που την ερωτεύθηκε. «Την άλλη Κυριακή», λέει το βασιλόπουλο, «θα βάλω πίσσα στο σκαλί, να κολλήσει το πασούμι της να δούμε ποια είναι». Πήγανε οι αδερφές της σπίτι. «Δεν ερχόσουνα να ιδείς μία που 'ρθε κι έλαμπε όλη η εκκλησία από την ομορφιά της!» «Πού να 'ρθω εγώ μέσα από τη στάχτη μου!» Την άλλη Κυριακή πήγανε εκείνες στην εκκλησία, ντύθη και τούτη άλλη φορεσιά και πήγε. Τη φύλαξε το βασιλόπουλο και βάνει πίσσα στο σκαλί. Κείνη για να μην αργήσει και σκολάσει η εκκλησία, άφησε το πασούμι της κολλημένο στην πίσσα κι έφυγε. Παίρνει το βασιλόπουλο το πασούμι και φώναξε στο χωριό. «Να 'ρθούνε όλα τα κορίτσια εδώ κι, όποιας κάνει το πασούμι, θα την πάρω γυναίκα». Μαζώχτη όλο το χωριό. Καμιανής δε ζύγωνε. Είπανε, δεν έχετε άλλη καμία; Πετάχτηκαν οι αδερφές της «έχουμε και μια σταχτομπούτα». «Φέρτε τη κι αυτή να ιδούμε». Πάει το βασιλόπουλο στη Σταχτομπούτα, φοράει το πασούμι και της ήρθε βιδωτό. «Εσύ είσαι για μένα», της είπεκε. Φοράει η Σταχτομπούτα τα χρυσά φορέματα και τα μαλαματικά και την επήρε το βασιλόπουλο γυναίκα του. Κι έζησε ευτυχισμένη η Σταχτομπούτα και μείνανε οι αδερφές της, που φάγανε τη μάνα τους.

Παραλλαγή που συλλέχτηκε στη Γέρμα Λακωνίας, το 1960.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. 
Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.