Η Αθοκουτάλα.

(Κρήτη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η Σταχτοπούτα")

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια γριά κι είχενε τρεις θυγατέρες. Ήτανε φτωχές και δεν είχανε μήδε ψωμί μηδέ πράμα άλλο να φάνε. Επειδή πεινούσανε πολυ, σκεφτήκανε να κάμουνε μια συμφωνία. Να κάτσουνε δηλαδή να κλώθουνε και όποιας η κλωστή ήθελε κοπεί πρώτη, αυτή θα μσγειρεύανε να τη φάνε. Ετσά εγένηκε και η κλωστή εκόπηκε πρώτη τση μάνας τους. Όπως είχανε συμφωνημένα, την εσφάξανε οι θυγατέρες τσης και την εψήσανε να τηνε φάνε. Οι δυο μεγάλες εκάτσανε να φάνε, η μικρή δεν ήθελε να φάει από τη μάνα τσης, μόνο έκατσε στην παραθιά κι άρχιζε να σκαλίζει τον άθο (στάχτη). Τση λέγανε οι αδερφάδες τσης να κάτσει να φάει κι αυτή δεν ήθελε μόνο τσι έλεγε να τση πετούνε τα κόκκαλα.

Τα μάζωξε όλα κρυφά και τά 'βαλε σ' ένα λάκκο μέσα η αθοκουτάλα, πίσω από την πόρτα, σαν εφύγανε οι αδερφάδες της. Τα θύμιαζε κρυφά σαράντα μέρες, πρωί-βράδυ. Απάνω στσι σαράντα μέρες που κοιμήθηκε, είδε όνειρο τη γριά μάνα τσης, πο τση 'πε να πάει ν' ανοίξει το λάκκο και να πάρει ό,τι βρει μέσα. Ετσά εγίνηκε. Επήγε και βρήκε μέσα τρεις ωραίες φορεσιές κι ένα ζευγάρι γοβάκια. Η μία ήτανε ο ουρανός με τ' άστρα, η άλλη ο κάμπος με τα λούλουδα και με τση πρασινάδες κι η τρίτη η θάλασσα με τα ψάρια. Τα πήρε και τα 'κρύψε.
Την Κυριακή το πρωί, σαν εφύγανε οι αδερφές τσης για την εκκλησία, βάζει την πρώτη φορεσιά και τα γοβάκια και πάει στην εκκλησία. Όλοι γυρίζανε και την κοιτάζανε και θαυμάζανε την όμορφη κοπέλα με την ωραία φορεσιά. Πριχού να τελειώσει η εκκλησία, ήφυγε, πήγε στο σπίτι, ξεντύθηκε κι έκατσε πάλι στην παρασθιά. Εγυρίσανε οι δυο αδερφές τσης και τση λέγανε: «Ήχασες που δεν ήρθες στην εκκλησιά γιατί ήτανε μια εκειά με μια ωραία φορεσιά και την κοίταζαν όλοι». Την άλλη Κυριακή πάλι τα ίδια. Σαν εφύγανε οι δυο, βάζει η αθοκουτάλα τη δεύτερη φορεσιά και πάει στην εκκλησιά. Όλοι πάλι την κοιτάζανε και το βασιλόπουλο ήθελε να μάθει ποια είναι η όμορφη κοπέλα, που μοιάζει με βασιλοπούλα. Πάλι αυτή έφυγε πριχού να τελειώσει η εκκλησιά και άμα γυρίσανε οι αδερφές τσης, την βρήκανε με τα λερωμένα, παλιά ρούχα, να σκαλίζει τον άθο. Τση διηγηθήκανε για την όμορφη κοπέλα, που δεν την εγνώρισε κανείς στην εκκλησιά, και πάλι αυτή δεν εμίλησε.
Την τρίτη Κυριακή ήβαλε πάλι την τρίτη φορεσιά και πήγε στην εκκλησιά. Το βασιλόπουλο όμως είχε διατάξει να χύσουνε μέλι στο κατώφλι της εκκλησιάς, για να κολλήσει το γοβάκι της άμα δα βγαίνει, και να τηνε προλάβουνε να τηνε γνωρίσουνε. Πραγματικά εκόλλησε το ένα γοβάκι τση αθοκουτάλας στο μέλι, μα αυτή τ'άφησε κι έτρεξε κι έφυγε για το σπίτι.
Το βασιλόπουλο διέταξε να δοκιμάσουνε το γοβάκι σε όλων των κοριτσιών τα πόδια, για να δει ποιας είναι, και αυτή θα 'παίρνε για γυναίκα του. Γυρίζανε οι άνθρωποι του σ' όλη την πολιτεία με το γοβάκι, το πρόβαρναν όλα τα κορίτσια, μα καμιάς δεν ήκανε. Φτάξανε και στο σπίτι των τριώ αδερφάδων, το προβάρανε οι δυο μεγάλες, μα καμιάς δεν ήκανε. Είπανε τότε οι άνθρωποι να το βάλει και η αθοκουτάλα, για να δούνε αν είναι δικό τσης. Οι δυο αδερφές λένε: «Όλα τα κορίτσια το βάλανε και καμιάς δεν κάνει, και η αδερφή μας η αθοκουτάλα, με τα βρωμισμένα πόδια θα το βάλει;» Μα οι άνθρωποι τση τ' όβαλαν στο πόδι και τσή 'κανε μια χαρά. Όλοι καταλάβανε πως ήτανε δικό τσης. Αυτή τους είπε όλη την ιστορία και πώς εβρήκε στο λάκκο που είχε θάψει τα κόκκαλα τση μάνας τσης τσι τρεις φορεσιές και τα γοβάκια. Το βασιλόπουλο την επήρε γυναίκα του και ζήσανε καλά.

Παραλλαγή που συλλέχτηκε το 1959 στην Κριτσά Λασηθίου Κρήτης.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. 
Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.