Άτιτλο.

(Μικρά Ασία. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η κόρη με τα φίδια")

Ένας ψαράς ήτανε κι είχε μια γυναίκα κι ένα παιδί. Το παιδί μικρό ήτανε καμιά δεκαπενταριά χρονώ, να, τόσο. Η δουλειά του αυτού του γέρου ήταν να ψαρεύει" ψαράς ήτανε, είχε μια βαρκούλα με τα δίχτυα του, που ψάρευε. Μια μέρα, του λέει το παιδί: «Πατέρα, πάρε με κι εμένα στο ψάρεμα». «Όχι, εσύ θα πας σχολείο». «Σήμερα Σάββατο είναι, το μεσημέρι δεν έχουμε σχολείο. Πάρε με κι εμένα μαζί σου». Αποφάσισε και το πήρε. Λοιπόν, έριχνε ο γέρος τα δίχτυα από δω, έριχνε από κει, δεν έπιανε τίποτα και βραδιάστηκε κι αυτός στενοχωριότανε, γιατί αυτή ήταν η ζήση του. «Πατέρα», λέει το παιδί, «ρίξε και μια φορά για τη δική μου τύχη». Έριξε λοιπόν στην τύχη του και πιάνει ένα χρυσό ψαράκι.
«Ε, τώρα», λέει ο γέρος, «άνοιξε στην ακρογιαλιά ένα λάκκο και βάλε το ψαράκι μέσα και να πάω να φέρω μια γιάλα, να το πάμε στη βασίλισσα». Αλλά το παιδί, έβλεπε το ψαράκι, που ανοιγόκλεινε το στοματάκι του, και το λυπήθηκε και κάνει έτσι με τα χέρια του και το πέταξε μέσα στη θάλασσα. Όταν το 'ριξε όμως στη θάλασσα, τρόμαξε το παιδί. Σκέφτηκε: «Θα 'ρθει τώρα ο πατέρας μου». Και το 'βαλε στα πόδια κι έφυγε. Στο δρόμο που πήγαινε, βρήκε ένα τσομπανάκι. «Γεια σου», του λέει. «Καλώς τον, πού πας από δω;» «Ας τα», του λέει. Και του διηγήθηκε την ιστορία του. «Κι εγώ», λέει, «έπαθα άλλα βάσανα. Έπεσα και κοιμήθηκα και πέσαν τα πρόβατα σ' ένα σπαρτό και το 'φαγαν όλο και φοβήθηκα τ' αφεντικό κι έφυγα τώρα από δω».
Τραβήξανε λοιπόν και πήγανε μαζί στη Σμύρνη. Αδέρφια ήταν αγαπημένα κι οι δυο. Λέει λοιπόν το τσομπανάκι: «Ε, τώρα, τι θα κάνουμε για να ζήσουμε;» ξένοι για, δεν ξέρανε κανένανε. Λέει ο άλλος: «Στάσου να δω. Έχω στην παλάσκα μου δυο λίρες. Αν τις έχω, κάνουμε δουλειά" εγώ ξέρω», λέει «και κάνω το χασάπη». «Ε, μη στενοχωριέσαι», λέει, «τώρα σωθήκαμε». Και πάνε και παίρνουν ένα σφαχτό, μια κατσίκα. Ήτανε νόστιμο το κρέας, ετρέχαν όλοι σ' αυτούς. Από κατσίκι έγινε βόδι το κρέας, πηγαίνανε καλά. Σ' ένα χρόνο έγιναν βαθύπλουτοι αυτοί. Λέει στο ψαραδάκι: «Ε, τώρα, πήγαινε να σεργιανίσεις κι όταν έρθεις, πηγαίνω κι εγώ». Τώρα πια, είχανε υπάλληλοι, είχανε πολλά πράματα. Πήγε το ψαραδάκι, σεργιάνισε ένα μήνα και γύρισε. «Α», λέει «ωραία είναι κι εδώ, αλλά είδα άλλα μέρη πιο ωραία». Ξόδεψε όμως πολλά λεφτά. Λοιπόν, ετοιμάστηκε τώρα το τσομπανάκι, πήρε το γατζανάκι κι έφυγε, με τα πόδια όμως αυτός, δεν πήρε βαπόρι. Πείνασε λοιπόν και πήγε να φάει σε μια λουκάντα εκεί. Έφαγε καλά και σηκώθηκε να πληρώσει. «Δεν πληρώνουν εδώ, δεν περνούν τα λεφτά σου», του λένε. Πήγε και το βράδι, πάλι τα ίδια. «Τι διάβολο», λέει. «Τόσα έξοδα έχουν. Χιλιάδες άνθρωποι πηγαίνουν και τρώνε. Πού τα βρίσκουν; Δε σώνονται;» Του λένε: «Θα πας στο τάδε μέρος, στον τάδε αριθμό, που είναι ένας τσαγκάρης, κι έχει σαράντα δουλευτάδες και κάνει ο καθένας τους ένα ζευγάρι παπούτσια, που έχουν ένα μετζίτι(ενα ασημένιο νόμισμα). Τα μαζεύει λοιπόν τ' αφεντικό σ' ένα ζεμπίλι μέσα και τα κάνει κομμάτια και τα ρίχνει στον Τσάι (στο ποτάμι). Αυτά να μάθεις», του λένε, «και να 'ρθεις να σου πούμε γιατί η λοκάντα ξοδεύει».
Λοιπόν πήγε αυτός την άλλη μέρα και βρήκε τον παπουτσή. Περίμενε να δει να τελέψουν οι εργάτες και βλέπει, όπως του τα είπανε. Μάζεψε τα παπούτσια, τα κομμάτιασε με το σκεπάρνι και πήγε να τα ρίξει στο ρέμα. «Βρε αδερφέ», λέει στον τσαγκάρη, «πού τα βρίσκεις τόσα έξοδα, που παν άδικα;» «Να πας», του λέει αυτός «στο τάδε μέρος. Είν' ένας χότζας κι όταν βγαίνει στο μιναρέ να φωνάξει, βγαίνει με τα γέλια, κι όταν κατεβαίνει, κλαίει. Να μάθεις γιατί γίνεται αυτό και να 'ρθεις να σου πω κι εγώ». Ε, αυτός αμέσως την άλλη μέρα, πήγε στο χόντζα και κάθησε κάτω από το μιναρέ να δει. Βλέπει λοιπόν το χόντζα ν' ανέβει, να φωνάξει και γελούσε. Όταν κατέβαινε, είχε το μαντήλι του και σφουγκούσε τα μάτια του κι έκλαιγε. Το βράδι χτυπάει την πόρτα του χότζα. «Είμαι ξένος», του λέει, «δεν με δέχεσαι απόψε να κοιμηθώ σπίτι σου;» Τότε ήταν καλοί οι άνθρωποι. Τον περιποιήθηκε λοιπόν ο Χότζας, τον έβαλε κι έφαγε. «Σ' είδα», λέει, «που ανέβαινες και γελούσες και όταν κατέβαινες, έκλαιες. Τι σου συμβαίνει; Γιατί γίνεται αυτό το πράγμα;» «Αχ, παιδί μου», λέει, «όταν ήμουν νέος κι ανέβαινα να φωνάξω, με τριγύριζαν οι άγγελοι. Ήμουνα αθώος, αναμάρτητος. Τώρα φαίνεται ότι αμάρτησα και δε βλέπω τίποτα. Περιμένω λοιπόν πως κάτι θα δω και γι' αυτό γελώ. Αλλ' όταν βλέπω πως δε βλέπω τίποτε, απελπίζομαι, γι' αυτό κλαίω».
Πάει αμέσως στον παπουτσή. «Έλα, λέγε», του λέει, «έμαθες;» «Έμαθα». «Ε, τι είναι;» Του 'πε λοιπόν τι είναι, να μην τα λέμε πάλι. Του λέει κι αυτός: «Εγώ ήμουν ένας παπουτσής του δρόμου κι έβγαλε διαταγή ο βασιλιάς, όποιος κάνει ένα ζευγάρι παπούτσια στην κόρη του, χωρίς να πάρει μέτρα και χωρίς να φαίνεται η βελονιά, θα γίνει αυτός γαμπρός του. Όλοι δοκίμασαν, όλοι απέτυχαν και τους αποκεφάλισε. Ε, εγώ, ήμουνα που ήμουνα χαμένος. «Ας δοκιμάσω», είπα, «ή θα πετύχω ή θα μ' αποκεφαλίσουν». Λοιπόν αποφάσισα κι επέτυχα και μ' έκανε γαμπρό. Μια μέρα, λέει, εσκέφτηκα κι είπα: «Τι, μωρέ, ήμουνα, και τι έγινα! Και με το να το σκεφτώ αυτό, έχασα τη γυναίκα μου. Χάθηκε. Πού πήγε; τι έγινε; Δεν ξέρω». Τον παίρνει λοιπόν στο ιδιαίτερο δωματιάκι και του δείχνει στη μια γωνιά μετζίτι, στην άλλη γωνιά, ένα σωρό λουίζια, στην άλλη γωνιά ένα σωρό λίρες. «Αυτά», λέει, «είναι προίκα της γυναίκας μου. Τι να τα κάμω», λέει, «αφού έχασα τη γυναίκα μου; Κάνω κι εγώ τόσα έξοδα, ώσπου να σωθούνε, να πάρω κι εγώ τωνε ματιών μου και να φύγω, όπου με βγάλει η τύχη».
Αμέσως το ψαραδάκι πήγε στο μάγερα. «Ε, τι έκανες;» «Α, μ' έστειλες», λέει, «εκεί, αλλά κι εκείνος μ' έστειλε σ' άλλον. Του είπε λοιπόν για το γάντζο. και γιατί έκανε τα έξοδα ο παπουτσής. «Έλα δω», του λέει. Τονε παίρνει στ' απομέσα δωμάτιο κι είχε δυο λιοντάρια. Το 'να ξερνούσε χρυσό και τ' άλλο έκοβε μονέδα. «Ε, σώνονται», λέει, «αυτά; Γι' αυτό κάνουμε έξοδα».
Το 'βαλε στο δρόμο πια, να πάει στον τόπο του με τα πόδια. Στο δρόμο που πήγαινε, πήγαιναν δυο καβάλα. Από πίσω πήγαινε το τσομπανάκι κι άκουσε τι έλεγαν. «Πάει κι αυτό το καημένο το παλικάρι. Τη βασιλοπούλα δεν την έκανε να μιλήσει και το σκότωσαν κι αυτό το παλικαράκι». Τους ακολούθησε λοιπόν αυτός και πήγε στο μέρος αυτό, χωρίς να τους πει τίποτα.Την άλλη μέρα λοιπόν ρώτησε πού πηγαίνει και πίνει καφέ ο βασιλιάς. Του είπαν στη λέσχη να πάει, να τον εύρει. Παρουσιάστηκε λοιπόν μπρος του και του λέει ο βασιλιάς: «Τι θέλεις;» «Να, κάτι άκουσα κι έρχομαι κι εγώ να στοιχηματίσω». Αλλά ο βασιλιάς, τον είδε έτσι παλικάρι και τον ελυπήθηκε. Θα πήγαινε χαμένος. «Εγώ δε λυπάμαι, εσύ με λυπάσαι;» λέει. «Τότε, εμπρός λοιπόν».
Φαίνεται κι η βασιλοπούλα τον αγάπησε και μίλησε. Ε, αμέσως λοιπόν θέλησε να τονε στεφανώσει ο βασιλιάς, αλλά δεν παραδέχτηκε το τσομπανάκι. «Έχω και γονείς», λέει, «να γυρίσω να μου δώσουν την ευχή τους, να μου δώσεις κι εσύ την ευχή σου, να την πάρω να φύγουμε».
Ε, δε μπορούσε να μην τη δώσει αυτός την προίκα της. Ήταν εννέα γομάρια χρυσό. Τη φόρτωσε σ' εννέα μουλάρια, την πήρε και φύγανε. Άμα έφτασε λοιπόν εκεί στον αδερφό του: «Εσύ πήγες, σεργιάνισες», λέει, «εγώ πήγα κι έφερα γυναίκα και λεφτά. Τώρα πια πρέπει να φύγουμε, να πάμε στην πατρίδα μας».
Τα πουλήσανε όσα είχανε, συνάξανε το χρήμα και φύγανε. Φτάσανε στο μέρος όπου συναντηθήκανε. Εκεί θα χωρίζανε, γιατί απ' αλλού ήρθε το ψαραδάκι, απ' αλλού το τσομπανάκι. «Ε, τώρα αδερφέ», λέει, άμα φτάσανε στο μέρος εκεί, «θα μοιράσουμε δίκαια. Θα πάρω εγώ πέντε γομάρια φλουρί, γιατί εγώ τα 'φερα, θα πάρω και τη γυναίκα».
Και χωρίσανε, αποχαιρετιστήκανε. Όταν όμως κάνανε να φύγουν, τον φωνάζει πάλι πίσω.
«Έλα δω», λέει, «γιατί δεν τα μοιράσαμε καλά. Εγώ», λέει, «πρέπει να πάρω τα έξι, γιατί εγώ τα 'φερα, κι εσύ τα τέσσερα». Όπως τα 'λεγε λοιπόν το τσομπανάκι, δεχότανε το ψαραδάκι. Αποχαιρετιστήκανε να φύγουνε. Τον φωνάζει πάλι πίσω. «Έλα δω, πίσω», του λέει, «να μοιράσουμε δίκαια, πάρε εσύ τα μισά κι εγώ τα μισά' τη γυναίκα στη μέση θα τη χωρίσουμε». «Ε, κι αυτό γίνεται», λέει.
Τραβάει το ένα κανί το τσομπανάκι, το άλλο κανί το ψαραδάκι. Βγάζει τη χατζάρα ο χασάπης, το τσομπανάκι, να τηνε σκίσουνε στη μέση. Έβγαλε λοιπόν τη μαχαίρα να τηνε χτυπήσει, τρόμαξε εκείνη, έκανε «χα, χα», έβγαλε ένα φίδι. Έβγαλε φίδια, ώσπου δεν έβγαζε πια.
«Βλέπεις», της λέει, «αυτά τα φίδια ήταν οι ψυχές που έπαιρνες στο λαιμό σου, που τους έσφαζε ο πατέρας σου. Αυτά μιαν ημέρα», λέει, «ήθελε να βγούνε να σας πνίξουν και τους δυο», λεει το τσομπανάκι. «Λοιπόν, χαλάλι σου και τα χρήματα και τη γυναίκα κι εγώ είμαι», λέει, «εκείνο το ψαράκι που έπιασες και μ' άφησες».
Δίνει μια και πέφτει στη θάλασσα κι έφυγε.
Έτσι λοιπόν, πήρε το ψαραδάκι τη γυναίκα και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
 
Χ. Ν. Παπαδοπούλου-Δεμερτζή, «Τραγούδια και παραμύθια της Ανατολής», Μικρασιατικά Χρονικά, Δ', 1948.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. 
Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.