Ο μικρός ψαράς.

(Κρήτη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο βοσκός των λαγών")

Μια φορά ήτονε, λέει, μια χήρα και είχε ένα παιδί. Και το 'βαλε στο σκολειό. Το κοπέλι εβγήκε πολύ προκομμένο και εσπούδαξε. Και απείτις έμαθε αυτό τα γράμματα, δεν ηύρανε θέση να μπει, να βγάνει το ψωμί του, κι ήπαιρνε κάθε μέρα ένα καλαμάκι κι επήγαινε στο γιαλό κι εψάρευγε. Κι ήπιανε το κοπέλι κάθε μέρα ψάρια και τα πήγαινε και τα πούλιε κι ήπαιρνε παράδες κι εγόραζε ψωμί και το πήγαινε στο σπίτιν τους. Και μιαν ημέρα πάει στο γιαλό και πιάνει τρία ψαράκια όμορφα" και παίρνει και πάει τα στου βασιλιά το παλάτι ποκάτω κι εφώνιαζε:
«Έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος!» Κι ακούει τον η βασιλιοπούλα 'πό μέσα και λέει: «Ποίος είναι κεινοσά που φωνιάζει, έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος; Για φωνιάξετέ του να βγει απάνω». Βγαίνει δα το κοπέλι απάνω, λέσιν του οι δούλες τση: «Πόσο θες, μωρέ, στο ψάρι, να μας το πουλήσεις;» Λέει: «Ας βγάλει η βασιλιοπούλα το κούκλωμά* τση, να δω τη μούρη τζη, να σασέ δώσω τα ψάρια και δε θέλω παράδες». Λέει η βασιλιοπούλα: «Να χαθείς από μπρος μου! Γιάδε άνθρωπος!» Συμαυλίζουν* τηνέ οι δούλες τση: «Βγάλε, βασιλιοπούλα μου, το κούκλωμά σου να σε δει, ντ' αυτό 'ναι κοπέλι και δεν κατέχει πράμα, να του πάρομε τα ψάρια». Συμαυλίζουν τηνέ, βγάνει το κούκλωμά τση και θωρεί το κοπέλι τη μούρη τση κι είχε μια χρουσήν ελιά. Γράφει το κοπέλι στο χαρτίν του πως έχει η βασιλιοπούλα στη μούρη μια χρουσήν ελιά. Πάει αργά το κοπέλι στο σπίτι, ρωτά το η μάνα του: «Είντα 'καμες, παιδί μου, το ψάρι που 'πιασες σήμερο;» Λέει: «Ήδωκά το βερεσέ' (δεν του 'καμ' η μάνα του πράμα).
Ταδεταχτέρου* πάει πάλι το κοπέλι στο γιαλό, εψάρευγε και πιάνει πάλι τρία ψάρια, όμορφα. Και παίρνει τα και πάει τα πάλι στο βασιλικό παλάτι 'πό κάτω κι εφώνιαζε: «Έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος!» Ακούει τονέ πάλι η βασιλιοπούλα, λέει: «Ποίος είναι που φωνιάζει, έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος; Φωνιάξετέ του να βγει απάνω». Μπαίνει το κοπέλι μέσα, λένε οι δούλες τση: «Πόσο θές, κοπέλι, στο ψάρι;» Λέει το κοπέλι: «Ας βγάλει η βασιλιοπούλα τα κομπιά τση να δω το μπέτη* τση, να σασέ δώσω το ψάρι». Ως τον ήκουσε η βασιλιοπούλα εμάνισε. Πιάνουν τηνέ πάλι οι δούλες τση, συμαυλίζουν τηνέ, βγάνει τα κομπιά τση, θωρεί το κοπέλι κι είχε τρεις χρυσές τρίχες στο μπέτη. Γράφει το κοπέλι πάλι στο χαρτί πως έχει η βασιλιοπούλα τρεις χρυσές τρίχες στο μπέτη. Πάει αργά στο σπίτι, ρωτά η μάνα του: «Είντα 'καμες, παιδί μου, το ψάρι που 'πιασες σήμερο;» «Ήδωκά το βερεσέ». «Ντα δε σου 'πα, δε θωρείς πως δεν έχομε ψωμί να φάμε, μόνο το 'δωνες βερεσέ;» Πιάνει τονέ, παίζει του κάμποσες κι από κει του λέει: «Άλλη μια φορά να μην το δώσεις βερεσέ, γιατί θα σε κοπανίσω».
Πάει πάλι ταδεχτέρου το κοπέλι στο γιαλό και πιάνει τρία ψαράκια όμορφα. Πάει στου βασιλιά το παλάτι πάλι ποκάτω, φωνιάζει το κοπέλι: «Έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος!». Ακούει τον η βασιλιοπούλα, λέει: «Ποίος είναι που φωνιάζει, έδε ψάρια όμορφα και ψαράς μορφήτερος; Για φωνιάξετέ του να βγει απάνω!» Βγαίνει το κοπέλι απάνω, λέσιν του οι δούλες τση, λέει: «Πόσο θες, κοπέλι, να μασέ πουλήσεις τα ψάρια;» Λέει το κοπέλι: «Ας βγάλει η βασιλιοπούλα τα παπούτζα τση, να δω τα πόδια τση, να σασέ χαρίσω τα ψάρια». Εμάνισε πάλι η βασιλιοπούλα, πιάνουνε οι δούλες τση, συμαυλίζουν τηνέ, βγάνει τα παπούτσια τση, θωρεί το κοπέλι τα πόδια τση κι είχε ένα χρυσό κότσι στο δεξιό μπόδα. Γράφει το κοπέλι στο χαρτίν του πως έχει η βασιλιοπούλα ένα χρυσό κότσι στο δεξιό μπόδα. Παίρνει το κοπέλι, πάει αργά στο σπίτι, ρωτά τον η μάνα του: «Είντα 'καμες, παιδί μου, το ψάρι;» Λέει: «Ήδωκά το βερεσέ». «Που να σου λάχει άδικο, ντα αψαργάς δε σ' έδειρα να μην το δώσεις βερεσέ;» Πιάνει τονέ πάλι, παίζει του κάμποσες.
Σε κάμποσο καιρό βγάνει ο βασλιάς τελάλη στη χώρα, πως έχει η βασιλιοπούλα τρία σημάδια, κι όποιος βρει είντα σημάδια είναι, να πάει να το πει του βασιλιά, να παίρνει τη βασιλιοπούλα γυναίκαν του. Ακούει το το κοπέλι, παίρνει να πάει στου βασιλιά να του πει είντα σημάδια 'χει η βασιλιοπούλα. Θωρούν τον αυτές απού το παραθύρι, λένε: «Πάει το κοπέλι να το πει του βασιλιά, και δα μασέ κουτσοκεφαλίσει, μόνο να του φωνιάξομε να μπει μέσα, να του πλερώσομε το ψάρι». Φωνιάζουν αυτές του κοπελιού: «Ε, κοπέλι, έρχου να σου πούμε». Μπαίνει το κοπέλι μέσα, λέει: «Είντα με θέλετε;» Λέει: «Πόσο θες στο πρώτο ψάρι που μας επούλησες;» Λέει: «Πεντακόσα φλουριά». Δίδουν του τα πεντακόσα φλουριά, παίρνει τα το κοπέλι, πάει τα στση μάνας του, φκαιραίνει τα στην ποδιά τση, λέει: «Να, μητέρα μου, του πρώτου ψαριού τσι παράδες». Ταδεταχτέρου πάλι παίρνει το κοπέλι να πάει στου βασιλιά, θωρούν το πάλι 'πού το παραθύρι, φωνιάζουν του να μπει μέσα. Μπαίνει το κοπέλι μέσα, λέει: «Είντα με θέλετε;» Λέει: «Πόσο θες στο δεύτερο ψάρι που μας επούλησες;» Λέει: «Χίλια φλουριά». Παίρνει το κοπέλι τα χίλια φλουριά και πάει τση μάνας του, λέει: «Πάρε, μητέρα, του δεύτερου ψαριού τσι παράδες». Πάει πάλι στσι τρεις μέρες απάνω να το πει του βασιλιά, θωρούν τονέ αυτές πάλι 'πού το παραθύρι, φωνιάζουν του να μπει μέσα. Μπαίνει, λέει: «Πόσο θες, κοπέλι, στο ύστερο ψάρι που μου επούλησες;» Λέει: «Χίλια πεντακόσα φλουριά». Δίδουν του τα φλουριά, παίρνει τα το κοπέλι, πάει τα τση μάνας του, λέει: «Πάρε, μητέρα, και του ύστερου ψαριού τσι παράδες». Κι απόκειας παίρνει το κοπέλι και πάει στου βασιλιά και του λέει πως: «Έχει η θυγατέρα σου μιαν χρουσήν ελιά στη μούρη, τρεις χρυσές τρίχες στο μπέτη και ένα χρυσό κότσι στο δεξό μπόδα. Λέει του ο βασιλιάς: «Ντα, πώς το κατέχεις εσύ;» Λέει: «Απού τη μπολλή μου σπουδή το κατέχω».
Βασιλικός εδώ ορισμός δεν μπορεί να γυρίσει κι οπίσω, που 'χανε μιλημένα μ' έναν άλλο βασιλιά να γενούνε συμπεθέροι. Και μηνά του: «Νά 'ρθεις πόδε, γιατί ετσέ κι ετσέ, απατήθηκα κι ήβγαλα διαλαλημό πως έχει η θυγατέρα μου τρία σημάδια, κι όποιος τα βρει να τηνέ παίρνει γυναίκα, και ηύρηκε ένα κοπέλι είντα σημάδια είχενε και δεν μπορώ να γιαγύρ' οπίσω, γιατ' είναι βασιλικός ορισμός, και νά 'ρθεις να σκεφτούμε είντα λογιώ δα το διώξομε».
Πάει ο βασιλιάς, σμίγουνε κι ανεμαζώνει τη Δωδεκάδα του κι εσυμβουλευτήκανε να του πούνε να μαζώξει σε τρεις μέρες σαράντα λαγούς, να τσι βλέπει σαράντα μέρες, να κάμομε το γάμον του. Λένε του κοπελιού πως: «Ένα ζήτημα θα σου πούμε, κι αν το κάμεις, θα σου δώσομε τη βασιλιοπούλα, αλλιώς και δεν το κάμεις, θα σε κουτσοκεφαλίσομε». Λέει το κοπέλι: «Είντα ζήτημα 'ν' αυτό;» Λέει: «Να μαζώξεις σε τρεις μέρες σαράντα λαγούς, να τσι βλέπεις σαράντα μέρες, να τσι σφάξομε, να κάμομε το γάμο σου». Λέει: «Καλό ας είναι».
Πάει λέει τση μάνας του το κοπέλι: «Ετσέ-ετσέ μου 'πεν ο βασιλιάς, να μαζώξω σαράντα λαγούς σε τρεις μέρες, να τσι βλέπω σαράντα μέρες. Και πώς θα τσι μαζώξω 'γώ;» Λέει του η μάνα του, λέει: «Εγώ ήκουσα, παιδί μου, του κυρού σου και ήλεγε πως του παππού σου ο παππούς είχε ένα θιαμπόλι* και το 'παίζε, κι έχνος κι ητόνε εκειά κοντά πήγαινε ομπρός του, κι εχόρευγε, και είχενε και μια βέργα και την ήπεμπε κι επήγαινε και τ' ανεμάζωνε αμοναχή τση. Και μου 'πενε πως ητόνε σε εκειονέ το παραθύρι, μα δεν επήγα να ξανοίξω*. Για να πα ξανοίξομε δα;» Πάνε και ξανοίγουνε και βρίσκουν το θιαμπόλι και τη βέργα. Παίρνει το κοπέλι το θιαμπόλι και πάει στα όρη. Και δακέρνει* κι ήπαιζε το θιαμπόλι κι ανεμαζώνουντονε οι λαγοί κι επηαίνανε ομπρός του κι εχορεύγανε. Κι ανεμαζώνουνται σαράντα λαγοί. Και απείτις ανεμαζωχτήκανε σαράντα λαγοί, παίζει αυτός μια τση βέργας κι ανεμαζώνει τσι λαγούς ομπρός του και τσι κάνει 'να σωρό. Λαλεί τσι το κοπέλι, λέει: «Να μη δω 'γώ ανέ μερώσανε;» Θωρεί τσα ποπέρα μια μάντρα, λέει: «Να πάω θέλω 'γώ να τσι μαντρίσω, να δω ανέ μαντρίζουνε». Πάει τσι το κοπέλι, μαντρίζει τσι στη μάντρα. Ήβοσκέ τσι το κοπέλι κειδά, ώστε απού βράδιασε' κι απείτις εβράδιασε, τσι παίρνει να τσι πάει στη χώρα. Απέιτις τσι 'βαλε στη χώρα, εφώνιαζε αυτός: «Στη μπάντα να περάσουνε του βασιλιά οι λαγοί, να τσι πάω στο κονάκι». Πάει τσι το κοπέλι στο κονάκι και τσι μαντρίζει. Ήπαιρνέ τσι το κοπέλι κάθε μέρα και τσι πήγαινε όξω και τσι βόσκιζε, και καθ' αργά πάλι τσι πήγαινε και τσι μάντριζε. Πάνω στι τριάντα μέρες λέει ο ξένος βασιλιάς: «Να μη μπάω 'γώ να πολεμήσω, να του πάρω κεινουδά του κοπελιού κανένα λαγό, σε πεντέξε μέρες που θα τσι μετρήσ' ο βασιλιάς να ξελντίσουνε* 'πού το λογαριασμό, να τονέ κουτσοκεφαλίσει;» Βάνει αυτός χωριάτικα ρούχα και παίρνει κι ένα φλασκί κρασί και παίρνει και ψωμί σ' ένα βουργίδι* και παίρνει και γρόσσα και κάνει τον αδιάφορο, πως επέρνα από τον τόπο που 'βλεπε το κοπέλι τσι λαγούς. Πάει, χαιρετά το κοπέλι (το κοπέλι κάνει δα πως δεν τονέ γνωρίζει) και του λέει: «Και πού πας, κουμπάρε;» Λέει: «Επαέ ποπέρα σε τουτονέ το χωριό 'χω δυο τρεις εδικούς και πάω να τσι δω. Μόνο άιντε να μου πουλήσεις ένα λαγό». Λέει: «Δεν τσι δίδω 'γώ τσι λαγούς, γιατ' είναι του βασιλιά, ταχτέρου την άλλη μέρα που θα τσι μετρήσει, α δε βγούνε σωστά, θα με κουτσοκεφαλίσει». Λέει: «Μωρέ, δώ' μου ένα κι εγώ θα σου δώσω πεντακόσα φλουριά». «Για πεντακόσα φλουριά που θα μου δώσεις του λόγου σου δε χάνω 'γώ την κεφαλή μου. Δε σου τονέ δίδω». Λέει: «Δώσε μου τονε και χίλια φλουριά θα σου δώσω». Λέει: «Άιντε, να σου τονέ δώσω, να μου δώσεις τα χίλια φλουριά, μα να σταθείς να πυρώσω κείνο το δαχτυλίδι να σε βουλώσω* στο κούτελο». Λέει αυτός: «Να πονέσω θέλω, μα θα του πάρω το λαγό να ξιλντίσουνε 'πού το λογαριασμό, μα θα τονέ κουτσοκεφαλίσει ο βασιλιάς, και δεν μπειράζει». Πιάνει δ' αυτός το λαγό, σφάζει τονέ, και ψήνουν τονέ και τρών' τονέ και πίνουν και το κρασί. Κι απόκειας πυρώνει το δαχτυλίδι στη φωτιά και το κάνει ολιοκόκκινο και του το πατεί στο κούτελο, και του δίδει και τα χίλια φλουριά και κάνει πως θα πάει όθε* την μπάντα* κεινουδά του χωριού κι απόκει γιαγέρνει και πάει στη χώρα με τόση χαρά. Λέει αυτός του βασιλιά, λέει: «Δεν κάνει να μετρήσομε τσι λαγούς, τοτεσά μέρες που τσι βλέπει, μπα να 'χασε κανένα;» Λέει: «Ας είναι». Πάει αργά το κοπέλι τσι λαγούς, μετρούν τσι αυτοί, βγάνουν τσι τριανταεννιά. Λέει το κοπέλι: «Πώς να 'ν' αυτοί μόνον τριανταεννιά; Ντ' αυτοί 'σανε σωστοί. Για να τσι μετρήσω κι εγώ». Λέει τσι το κοπέλι: «Αραδιαστά να περνάτε. Στένεται το κοπέλι στη μια μπάντα, επερνούσαν αυτοί αραδιαστά και ήγγιζε 'νούς 'νούς στη γκεφαλή και τσι μετρά και τσι βγάνει σαράντα. Πάει το κοπέλι και τσι μαντρίζει πάλι.
Απάνω στσι τριανταέξε μέρες λέει και ο γιος κεινουδά του βασιλιά, λέει: «Να μην μπάω 'γώ να πολεμήσω να του πάρω κανένα λαγό, να ξιλντίσουνε 'πού το λογαριασμό, ταχτέρου την άλλη μέρα που θα τσι μετρήσ' ο βασιλιάς να μην είναι σωστοί, να τονέ κουτσοκεφαλίσει;» Βάνει κι αυτός σ' ένα φλασκί κρασί σ' ένα βουργίδι και παίρνει και ψωμί και βαίνει και γρόσσα. Και παίρνει και πάει, βρίσκει το κοπέλι. Κάνει δα το κοπέλι πως δεν τονέ γνωρίζει και του λέει: «Και πού πας, κουμπάρε;» Λέει: «Επαέ 'πό πίσω σε τουτονέ το χωριό έχω εδικούς και πάω να τσι δω. Μόνο, ανέ θες, άιντε να μου πουλήσεις ένα λαγό». «Δεν τσι πουλώ 'γώ τσι λαγούς, γιατί 'νιε του βασιλιά, κι ομπανέ θα τσι μετρήσει, κι ανέ λείπει κιανείς θα με κουτσοκεφαλίσει». «Μωρέ, άιντε να μου δώσεις ένα λαγό και χίλια φλουριά θα σου δώσω». «Δεν τσι δίδω 'γώ τσι λαγούς γιατ' είναι του βασιλιά, ομπανέ που θα τσι μετρήσει, ανέ λείπει ένας θα με κουτσοκεφαλίσει». Λέει: «Χίλια πεντακόσα φλουριά θα σου δώσω, να μου δώσεις ένα». «Δίδω σου τονε 'γώ, να μου δώσεις τα χίλια πεντακόσα φλουριά, μα να πυρώσω τουτονέ το δαχτυλίδι, να σταθείς να σε βουλώσω στο κούτελο». Λέ' αυτός: «Να πονέσω θέλω μια ολιά, μα θα του πάρω το λαγό, να ξιλντίσουνε 'πού το λογαριασμό και θα τονέ κουτσοκεφαλίσει ο βασιλιάς, και δεν πειράζει». Πιάνει το λαγό, σφάζει τονέ και ψήνει τονέ και τρών' τονέ και πίνουν και το κρασί. Κι απόκειας του δίδει τα χίλια πεντακόσα φλουριά και πυρώνει και το δαχτυλίδι και τονέ βουλώνει στο κούτελο. Κι απόκειας μισεύγει και κάνει πως θα πάρει δα όθε τη μπάντα του χωριού κι απόκει γιαγέρνει πάλι και μπαίνει στη χώρα μέσα.
Απείς εμίσεψε αυτός, παίζει πάλι το κοπέλι το θιαμπόλι και πάει ένας λαγός, γίνουνται πάλι σαράντα. Λέει αυτός αργά του βασιλιά, λέει: «Να μη μετρήσομε τσι λαγούς, τοτεσά μέρες που τσι βλέπει, να μην ήχασε κανένα;» Λέει: «Ας είναι». Πάει αργά το κοπέλι τσι λαγούς, λένε του κοπελιού, λένε: «Σωστοί 'νιε οι λαγοί;» Λέει: «Σωστοί». Λέει: «Για να τσι μετρήσομε». Μετρούν αυτοί τσι λαγούς, βγάνουν τσι τριανταεννιά. Λέει το κοπέλι, λέει: «Ντα οι λαγοί 'σανε σωστοί, πώς να τσι βγάνετε του λόγου σας μόνο τριανταεννιά; Για να τσι μετρήσω κι εγώ». Μετρά το κοπέλι τσι λαγούς, τσι βγάζει σωστούς. Δεν είχανε δα είντα του πούνε, παίρνει το κοπέλι και παέι και τσι μαντρίζει.
Απάνω στσι τριανταεννιά μέρες λέει κι ο ίδιος ο βασιλιάς, λέει: «Να μην πάω 'γώ να του πάρω κιανένα λαγό, ταχτέρου που δα τσι μετρήσομενα μην είναι σωστοί, να τονέ κουτσοκεφαλίσω;» Βάν' αυτός χωριάτικα ρούχα και παίρνει και ένα φλασκί κρασί και παίρνει δα και γρόσσα και τα βάνει σ' ένα βουργίδι και πάει και βρίσκει το κοπέλι εκειά που 'βοσκέ τσι λαγούς. Το κοπέλι δα κάνει τον αδιάφορο, πως δεν τονέ γνωρίζει, λέει: «Και πού πας, κουμπάρε;» Λέει: «Επαέ 'πό πέρα σε τουτουνέ το χωριό έχω εδικούς και πάω να τσι δω. Μόνο, ανέ θες, άιντε να μου πουλήσεις ένα λαγό». Λέει: «Δεν πουλώ 'γώ λαγούς, γαιτί 'νιε του βασιλιά, κι ομπανέ που θα τσι μετρήσει, ανέ λείπει κιανείς, θα με κουτσοκεφαλίσει». «Όχι, άντε να μου δώσεις ένα, και χίλια πεντακόσα φλουριά θα σου δώσω». «Δε δίδω 'γώ κιανένα, για χίλια πεντακόσα φλουριά θα χάσω 'γώ την κεφαλή μου;» Λέει: «Να σου δώσω δυο χιλιάδες, να μου δώσεις ένα». Λέει: «Δίδω σού τονε 'γώ το λαγό, να μου δώσεις τσι δυο χιλιάδες τα φλουριά, μα θα σταθείς να πυρώσω κειονέ το δαχτυλίδι, να σου το πατήσω στο κούτελο». Λέει ο βασιλιάς: «Να πονέσω θέλω, μα θα ξιλντίσουνε οι λαγοί, ταχτέρου που θα τσι μετρήσομε να μην είναι σωστοί, να τονέ κουτσοκεφαλίσω και δεν πειράζει». Παίρνει ο βασιλιάς το λαγό, σφάζει τονε, τρών' τονέ με το κοπέλι και πίνουν και το κρασί, βουλώνει τονέ το κοπέλι στο κούτελο με το δαχτυλίδι κι απόκει κάν' αυτός πως θα πάει όθε το χωριό κι απόκει γιαγέρνει και πάει στη χώρα. Ταδεταχτέρου μετρούνε τσι λαγούς, βγάνουν τσι μόνο τριανταεννιά. Μετρά τσι και το κοπέλι ένα ένα αραδιαστά, βγάνει τσι σωστούς.
Απείτις το 'καμε δα τουτονά το ζήτημα, του λένε πως: «Αλλονένα ζήτημα θα σου πούμε, κι ανέν το κάμεις θα σου δώσομε τη βασιλιοπούλα. Αλλιώς και δεν το κάμεις, θα σε κουτσοκεφαλίσουμε». Λέει το κοπέλι: «Είντα ζήτημα είναι αυτό;» Λέει: «Να μασέ γεμίσεις τρία χαράρια ψώματα». Λέει: «Ας είναι. Ανεμάζωξε ταχτέρου το λαό σου όλο στην πλατέα, να 'ρθω κι εγώ να γεμώσω τα τρία χαράρια ψώματα». Βγάνει ο βασιλιάς τελάλη κι εφώνιαζε στη χώρα ν' ανεμαζωχθούνε στην πλατέα, που θέλει ο βασιλιάς να τωσέ πει. Ανεμαζώνεται ο λαός όλος στην πλατέα και πάει και το κοπέλι. Δακέρνει δα το κοπέλι και τσι ήλεγε πως: «Ο βασιλιάς μ' έβαλε να του βλέπω σαράντα λαγούς σαράντα μέρες, κι απάνω στσι σαράντα μέρες να τσι σφάξει, να μου κάμει το γάμο μου, κι απάνω στσι τριάντα μέρες έρχεται ο ξένος βασιλιάς, και ήκαμα τον αδιάφορο, πως δεν τον εγνώρισα και του λέω, πού πας, κουμπάρε; Λέει, επάε σε τουτονέ το χωριό έχω εδικούς και πάω να τσι δω. Μόνο, ανέ θες να μου δώσεις ένα λαγό, να σου δώσω πεντακόσα φλουριά. Και ήδωκά του το λαγό μα τον εβούλωσα στο κούτελο και, σαν δεν το πιστεύετε, σύρετέ του το φέσι απάνω, να δείτε τη βούλα». Λέει τότ' ο λαός: «Ψώωωματα!». Πιάνει αυτό το 'να χαράρι γεραερά κι ανοίγει το και γεμίζει το ψώματα κι απόκειας το δένει και τ' αφήνει στη μια μπάντα, και πιάνει τ' άλλο. «Κι απόκειας έρχεται κι ο γιος του απάνω στσι τριανταέξε μέρες, και του 'καμα κι αυτηνού το ίδιο και, σα δε μου το πιστεύγετε, σύρετέ του απάνω το φέσι, να δείτε τη βούλα». Λέει ο λαός: «Ψώωωματα!» Γεμώνει και τ' άλλο σακί και δένει το κι αφήνει το στη μπάντα. Πιάνει και τ'άλλο. Ως το 'πιάσε, το 'νιώσε ο βασιλιάς πως ήθελε πει και γι' αυτόν και του λέει: «Άστο, παιδάκι μου, αυτονά να μην το γεμώσεις και φτάνουνε τα δυο που γέμωσες».
Του λένε δα, απείτις το 'καμε και τουτονά, λέει: «Σ' ένα σπίτι θα σασέ βάλομε και τσι τρεις μονοπάντας, και με όποιο βρεθεί η βασιλοπούλα την ταχινή, με τα κειονονά θα τηνέ βλοήσομε». Λέει το κοπέλι: «Ας είναι». Αρμηνεύγουνε αυτοί του βασιλιόπουλου και τση βασιλιοπούλας πως: «Όλο μαζί να πηαίνετε, να μη θέλετε το κοπέλι να σασέ σιμώσει κιαολιάς. Και να ξανοίγεις, ό,τι κάνει το κοπέλι να κάνεις κι εσύ, γιατ' είν' αυτός κατεργάρης, να μη σου κάμει καμιά δουλειά». Πάει και το κοπέλι κι αγοράζει ένα γυαλάκι κανελόλαδο και το βάνει στην τζέπην του. Κι ως τσι βάλανε μέσα στο σπίτι και τσι σφαλίξανε, καθίζει το κοπέλι 'πό πίσω στην πόρτα κι εγκόμιαχε κι απόκειας ελείφουν τονέ το κανελόλαδο. Γρικά τονέ δα το βασιλιόπουλο, λέει του: «Μωρέ είντα κάνεις ατουδά;» Λέει (με συμπάθειο): «Χέζομαι κι αλείφομαι». Καθίζει και το βασιλιόπουλο κι εκατούργενε κι απόκειας ελείφουν τονέ (του 'χανε δα λεομένα, ό,τι κάνει το κοπέλι να κάνει κι αυτός). Πάει ύστερα να σιμώσει τση βασιλιοπούλας κι εβρώμνιενε και δεν τον ήθελε η βασιλιοπούλα, μόνο ήθελε το κοπέλι που ητόνε 'λειμμένο τσι μυρωδιές κι εμύριζε. Λέει τση αυτός: «Για το Θεό, κι εγώ 'μαι ο βασιλιόπουλος, κι εδά λες πως δε με θες; Ντα δεν ήκουσες είντα μας επαραγγείλανε;» Λέει: Πήνε περακιέ, εσύ βρωμείς. Καλιά 'χω 'γώ το κοπέλι». Πάνε την ταχινή, ανοίγουνε, βρίσκουνε το κοπέλι με τη βασιλιοπούλα και του τηνέ βλογούνε.

Παραλλαγή από τη Ρογδιά Μαλεβιζίου Κρήτης.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.