Το παραμύθι του μάντη.

(Κύπρος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το μαγικό ραβδί")

Μια φορά είχε μια γριά κι είχε ένα γιο κι ήταν μάντης. Ήξερε όμως να παίζει και λίγο το βιολί. Τον προσκάλεσαν μια φορά να πάει σ' ένα γάμο να παίξει βιολί και δεν ήθελε να πάει. Η μάνα του τον εβίαζε να πάει, ίσως και μαζέψει πέντ' έξι ριάλια (λεφτά), ν' αγοράσουν αλεύρι. Ο γιος δεν ήθελε, αλλά ύστερ' από κάμποση ώρα εκαλοσύνεψε κι είπε της μάνας του να του κάμει εφτά πίτες στο δισάκι και θα πάει. Εφανήκανε πολλές οι πίτες στη μάνα του και πάλε τον ερώτησε:
«Εφτά πίτες να σου κάμω, γιε μου;» «Ναι, εφτά πίτες», της λέει. Η γριά έκαμε τις πίτες που της ζήτησε ο γιος της. Τότες σαμαρώνει τούτος τη γαϊδούρα του, βάνει πάνω το δισάκι με τις πίτες μέσα, καβαλικεύει, παίρνει το βιολί του και πάει να κάμει το γάμο στο χωριό που τον καλέσανε.
Πηγαίνοντας επείνασε κι έφαε τη μια πίτα. Έπειτα, σε κάμποσο δρόμο, έφαε και την άλλη και λίγο-λίγο έφαε και τις έξι και του 'μείνε η μία. «Ας κοιτάξω», λέει, «αν φαίνεται χωριό, για να φάω και την άλλη». Έβαλε αντήλιο με τα χέρια του και του φάνηκε πως είδ' ένα χωρό. Τότε πήδησε από το ζώ' του, κατέβηκε κάτω, έκατσε διπλοπόδι κι έφαε και την άλλη πίτα. Υστερα πάλι εκαβαλίκεψε σιγά-σιγά κι έφτασε τη στράτα του χωριού. Ήβρε ένα δίστρατο, αλλά εκεί έχασε τη στράτα κι έπιασε μιαν άλλη. Ήβρε λοιπόν ένα μεγάλο σπήλαιο κι εκεί εκατέβηκε.
Το σπήλαιο ήταν κατοικία μιανού μεγάλου δράκου. Είχε μέσα ένα τραπέζι κι ένα πεύκι στρωμένο πάνω στο τραπέζι. «Ήβραμε το ραχάτι μας», είπε ο μάντης κι εκαλοκάθισε. «Να 'χα και λίγο ψωμί, τι καλά που θα 'ταν!», είπε κι έψαχνε να βρει.
Ενύχτωσ' ο Θεός κι ύστερ' από λίγη ώρα ακούει μια φωνή σα μουγκρισιά. «Παναγιά μου, τι κακό 'ναι τούτο!», είπε ο μάντης κι ευτύς ετρύπωσε κάτω από το τραπέζι. Ο δράκος εμπήκε μέσα στο σπήλαιο κι ήταν αποσταμένος. Έκατσε λίγη ώρα κι ύστερα έπιασε το τάσι του (κύπελλο) και λέει: «Τάσι μου, ασημοτάσι μου, φέρε μου πενήντα λογιώ φαγιά να φάω, γιατ' είμαι πεινασμένος». Το τάσι έβγαλε φαγιά κι ο αφέντης του έτρωε. «Φέρε μου και νερό!» Και το τάσι έβγαλε και νερό κι ήπιε, που εδίψα. Σαν απόφαε ο δράκος, έβαλε το τάσι σε μια γωνιά κι έπεσε κι αποκοιμήθη. Το πρωί σηκώνεται ο δράκος κι εχάθη μέσα στο ρουμάνι.
Ο μάντης από τη νύχτα δεν είχε κοιμηθεί από το φόβο του" ξετρυπώνει από την τάβλα, που ήταν από κάτω, και πιάνει το τάσι. «Καλό πράμα είναι τούτο», λέει και προστάζει το τάσι να του βγάλει φαί να φάει. Σαν έφαε κι εχόρτασε, ζήτησε και νερό. «Ας γυρίσω πίσω», λέει τότες ο μάντης, «κι έκαμα την τύχη μου».
Στη στράτα ήβρε ένα δερβίση και τον εχαιρέτησε. «Ώρα καλή, δερβίση-παπά». Ο δερβίσης του ζήτησε λίγο ψωμί. «Κάτσε», του λέει ο μάντης, «δερβίση-παπά, να φάμε κείνο που θα πέψει ο Θεός». Ο δερβίσης έκατσε διπλοπόδι κι ο μάντης έβγαλε το τάσι από τον κόρφο του κι είπε: «Τάσι μου, ασημοτάσι μου, φέρε μας φαγιά να φάμε με το φίλο μου το δερβίση!» Το τάσι έφερε φαγιά κι ο μάντης με το δερβίση ετρώγανε. Σαν αποφάγανε, εζήτησε και νερό και το τάσι έβγαλε και νερό και ήπιανε. «Καλό πράμα είναι τούτο», είπε ο δερβίσης με το νου του κι είπε στο μάντη να κάμουν αλλαξιά με τη σπάθα του. «Και τι ωφέλεια κάνει η σπάθα σου;» είπε ο μάντης στο δερβίση. «Όπου τη στείλεις, πάει και κόβει», είπε ο δερβίσης. «Αν θέλεις, δοκίμασέ την πάνω σε κείνο το κοπάδι τα βόδια». «Ας δούμε», είπε ο μάντης. Ο δερβίσης τότε είπε: «Σπάθα μου, κόψε όλο εκείνο το κοπάδι που βλέπω». Η σπάθα ευτύς, μια πάνω μια κάτω, έσφαξε όλο το κοπάδι. Άρεσε στο μάντη η σπάθα κι έκαμε αλλαξιά με το δερβίση και του 'δωσε το τάσι.
Σαν έκαμαν κάμποσο δρόμο με το δερβίση, ο μάντης επείνασε. «Πες στο τάσι σου να μας δώσει φαΐ», λέει του δερβίση. «Τι σου χρωστώ;» του λέει ο δερβίσης. «Αν θέλεις φαΐ, δώσ' μου πίσω τη σπάθα μου και να σου δώσω να φας». «Δε μου χρωστάς τίποτες;» λέει ο μάντης και τότες προστάζει τη σπάθα του να κόψει το δερβίση. Η σπάθα ευτύς έκοψε το δερβίση και ο μάντης πήρε το τάσι του κι έδωκε δρόμο.
Στη στράτα που πήγαινε ήβρε έναν άλλο δερβίση. «Ώρα καλή, δερβίσηπαπά», του είπε ο μάντης. «Καλώς το φίλο», του λέει ο δερβίσης. «Έχεις λίγο ψωμί να μου δώσεις;» «Κάτσε, δερβίση-παπά», λέει ο μάντης, «κι έχει ο Θεός». Ο δερβίσης έκατσε κι ο μάντης κατέβηκε από τη γαϊδούρα κι έβγαλε το τάσι από τον κόρφο του. «Τάσι μ' ασημοτάσι μου, βγάλε τριάντα λογιώ φαΐ, να φάμε με το φίλο μου το δερβίση!» είπε ο μάντης και το τάσι έβγαλε φαγιά. Σαν εφάγανε καλά, εζήτησε και νερό και το τάσι έβγαλε και νερό και ήπιαν. «Καλό πράμα είναι τούτο», είπε ο δερβίσης με το νου του κι είπε στο μάντη να κάμουν αλλαξιά με το σαρίκι του. «Και τι ωφέλεια κάνει το σαρίκι σου;» είπε ο μάντης στο δερβίση. «Όποιος το φορέσει, γίνεται άφαντος», είπε ο δερβίσης κι ευτύς εφόρεσε το σαρίκι κι έγινε άφαντος. Άρεσε του μάντη το σαρίκι κι έκαμε αλλαξιά με το δερβίση. Πήρε το σαρίκι κι έδωκε το τάσι.
Σαν έκαμαν κάμποσο δρόμο ο μάντης επείνασε. «Πες στο τάσι σου», είπε στο δερβίση, «να βγάλει φαγιά να φάμε». «Τι σου χρωστώ;» του λέει ο δερβίσης. «Αν θέλεις φαί, δώσ' μου το σαρίκι μου, να σου δώσω να φας». «Δε μου χρωστάς τίποτες;» του λέει ο μάντης κι ευτύς έβγαλε τη σπάθα. «Σπάθα, καλοσπάθα μου, κόψε το δερβίση». Η σπάθα ευτύς έκοψε το δερβίση κι ο μάντης πήρε το τάσι του κι έδωκε δρόμο.
Μετά κάμποσον τόπο ήβρε κι άλλον δερβίση. «Ώρα καλή, δερβίση-παπά», του είπε ο μάντης. «Καλώς το φίλο», του λέει ο δερβίσης. «Έχεις λίγο ψωμί να μου δώσεις;» «Κάτσε, δερβίση-παπά», λέει ο μάντης, «κι έχει ο Θεός». Ο δερβίσης έκατσε κι ο μάντης έβγαλε το τάσι από τον κόρφο του. «Τάσι μ' ασημοτάσι μου», λέει, «βγάλε τριάντα λογιώ φαΐ, να φάμε με το φίλο μου το δερβίση!» Το τάσι έβγαλε φαγιά κι ετρώγανε. Σαν αποφάγανε, εζήτησε ο μάντης και το τάσι έβγαλε και νερό κι ήπιανε. «Καλό πράμα είναι τούτο», είπε ο δερβίσης με το νου του κι είπε στο μάντη να κάνουν αλλαξιά με τη φλογέρα του. «Και τι ωφέλεια κάνει η φλογέρα σου;» είπε ο μάντης. «Στους σκοτωμένους, όταν την παίξεις, ζωντανεύουν», είπε ο δερβίσης, «κι αν θέλεις, να το δοκιμάσουμε στη γαϊδούρα». Ο μάντης έσφαξε τη γαϊδούρα, ο δερβίσης έπαιξε τη φλογέρα κι η γαϊδούρα ζωντάνεψε.
Σαν έκαμαν κάμποσο δρόμο με το δερβίση, ο μάντης επείνασε. Λέει του φίλου του: «Πες στο τάσι σου να βγάλει φαγιά, να φάμε». «Και τι σου χρωστώ;» του λέει ο δερβίσης. «Δώσ' μου τη φλογέρα μου, να σου δώσω να φας». «Δε μου χρωστάς τίποτες;» του λέει ο μάντης με θυμό και βγάνει τη σπάθα του. «Σπάθα μου, καλοσπάθα μου, κόψε το δερβίση», λέει κι ο δερβίσης έμεινε ευτύς κορμί κολοβό. Η σπάθα τον έσφαξε κι ο μάντης πήρε το τάσι κι έδωκε δρόμο.
Ας μην τα πολυλογούμε, ο μάντης έφτασε στο σπίτι του, ήταν βασίλεμα ήλιου. Η μάνα του, σαν τον είδε κι έφτασε, «Καλώς όρισες», του λέει, «έπιασες κάμποσους παράδες από το γάμο;» «Δεν επήγα στο γάμο», της λέει ο μάντης. «Έχε την κατάρα μου», του λέει η μάνα του, «απόψε θα πέσουμε νηστικοί». «Μην έχεις για τούτο καμιά έγνοια», της λέει, «και τα φαγιά μας είναι έτοιμα». Η μάνα του έμεινε εκστατική στα λόγια τούτα κι εθάρρεψε πως ο γιος της τρελάθηκε. Ο μάντης, σαν ησύχασε λίγο από το δρόμο, εφώναξε της μάνας του και την έβαλε να κάτσει κοντά του, και τότες έβγαλε το τάσι από τον κόρφο του και λέει: «Τάσι μ' ασημοτάσι μου, βγάλε πενήντα λογιώ φαγιά, να φάμε με τη μάνα μου». Το τάσι έκαμε καθώς του 'πε ο αφέντης του κι εφάγανε κι ήπιανε με τη μάνα του. Τούτο γινόταν κάθε μέρα κι η γριά έβρηκε την ησυχία της.
Υστερα από πολύ λίγο καιρό, τ' όνομα του τασιού πήγε στ' αφτιά του βασιλιά κι εμήνυσε του μάνη να πάει στο παλάτι του. Η μάνα του, σαν τ' άκουσε, τον εμπόδισε να πάρει το τάσι μαζί του. «Θε να σου το πάρει», του λέει, «και θε να χάσουμε το ψωμί μας». Ο βασιλιάς εκαλόειδε το μάντη και τον ρώτησε για το τάσι. Κείνος δεν αρνήθηκε ότι έχει ένα τέτοιο πράμα, και του το 'δειξε. Τότες ο βασιλιάς επρόσταξε να φέρουν τραπέζι και να βάλουν του μάντη να φάει και να πιει. Ο μάντης σαν έτρωε κι έπινε, μέθυσε και του 'ρθε νύστα. Ο βασιλιάς, σαν εκατάλαβε πως μέθυσε ο μάντης, πήγε και του λέει: «Αλλάζουμε το τάσι με το δικό μου κύπελλο;» «Δεν αλλάζω», του λέει ο μάντης, «όσο κι αν ήταν μεθυσμένος. Μα ύστερα ο μάντης αποκοιμήθηκε, όπως καθόταν, κι ο βασιλιάς επρόσταξε τους δούλους του και τον επήγαν σηκωτό στο σπίτι του κι εκράτησε το τάσι του μάντη και του 'δωκε ένα άλλο.
Το πρωί σηκώνετ' ο μάντης κι ήταν ακόμα άρρωστος από το πιοτό. Εζήτησ' η όρεξή του μια λεμονάδα να πιει κι είπε στο τάσι: «Τάσι μ' ασημοτάσι μου, δώσ' μου μια λεμονάδα να πιω». Το τάσι τίποτες. «Φέρε μου έναν καφέ», το τάσι τίποτες. Τότες του λέει η μάνα του: «Δε σου' πα να μην πας στου βασιλιά, και θενά σου πάρει το τάσι; Εσύ δε μ' άκουσες. Να που σου το πήρε!» «Έννοια σου», της λέει, «μάνα, και θα πάω να το φέρω». Σηκώνεται ο μάντης και πηγαίνει στου βασιλιά και ζητά το τάσι. Οι δούλοι του βασιλιά κι η βάρδια που φύλαε το παλάτι τον έδιωξαν. Τότες βγάνει τη σπάθα του και της λέει: «Σπάθα μου, καλοσπάθα μου, κόψε τούτους όλους». Η σπάθα, μια πάνω μια κάτω, έσφαξε και τη βάρδια και τους δούλους. Τότες επήγε μπρος στο βασιλιά και του λέει: «Κοίτα να μου δώσεις το τάσι μου, γιατί θα προστάξω τη σπάθα μου να σε κόψει». Τότες ο βασιλιάς εφοβήθηκε κι έδειξε του μάντη το τάσι, που ήταν μέσα σ' ένα αρμάρι, και το πήρε ο μάντης. Τότες λέει του βασιλιά: «Τι μου δίνεις, ν'αναστήσω όλους τούτους τους σκοτωμένους;» «Σου δίνω ένα μιλιούνι ριάλια», του λέει ο βασιλιάς. Τότες ο μάντης έπαιξε τον αυλό του μέσα στ' αυτί μιανού κι αναστήθηκε. «Φέρε μου τους παράδες», του λέει ο μάντης, «να τους αναστήσω όλους». «Τι να κάμεις τους παράδες εσύ», του λέει ο βασιλιάς, «σαν έχεις τόση αξιότη; Να σου δώσω την κόρη μου και να σε κάμω γαμπρό μου;» Ο μάντης εδέχτηκε το λόγο του βασιλιά μ'ευχαρίστηση κι εστεφανώθηκε την κόρη του βασιλιά κι έκαμαν σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες γάμο κι αφήκα τον κι εγώ εκεί καλά κι ήρτα!

Δ. Λουκάτος, Νεοελληνικά λαογραφικά κείμενα, Αθήνα, 1957, σ. 121-125 (Αθ. Σακελλάριος, Τα Κυπριακά Β', Αθήνα 1891, σ. 340-345). 
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.