Το ποτηράκι.

(Λέσβος)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αντρόγυνο που είχαν τρεις κόρες. Ο πατέρας τους ψάρευε. Μια μέρα, κει που κάναν ρόκα με τη μάνα τους, πήγε ένα αγόρι δέκα χρονών. Αυτό τους λέει: « Ω, θεια, μάνα δεν έχω, να 'ρθω να με πάρετε γιο;» Γελάσαν αυτές και του είπαν: «Έλα, σε παίρνουμε». Το μεσημέρι ήρθε κι ο πατέρας τους μ' ένα μεγάλο ψάρι στα χέρια του. Του 'παν την ιστορία για το παιδί και τους είπε: «Καλά κάνατε».
Το φωνάζει λοιπόν και του λέει:
«Έλα να σε στείλω σ' ένα σπίτι, να πας αυτό το ψάρι. Όταν σε ρωτήσουνε πόσο κάνει, να πεις, όσο αξίζει». Το πήγε λοιπόν το μωρό και του έδωσαν ένα μετζίτι (τουρκικό νόμισμα). Την άλλη μέρα πιάνει πάλι το ίδιο το ψάρι. Τον έστειλε πάλι στο ίδιο σπίτι, γιατί ήταν πλούσιοι και μπορούσαν να τ'αγουράζουν. Του δώσαν τούτη τη φορά δυο μετζίτια. Την τρίτη μέρα, πάλι το ίδιο ψάρι πιάνει ο πατέρας τους. Όταν το πήγε στο σπίτι του, λέει στη γυναίκα του: «Σήμερα πια θα το φάμε εμείς αυτό το ψάρι». Όταν το καθαρίζανε κι ανοίξανε την κοιλιά του, βγάζουν ένα ποτηράκι από μέσα. Το μωράκι το παίρνει, το πλένει και το βάζει στο τραπέζι. Τότε ο πατέρας είπε: «Τούτο το ψάρι θέλει και κρασί». Πήραν μια οκά και κάτσανε να φάνε. Τρώγοντας και πίνοντας το μωράκι έβαλε να πιει κρασί μέσα στο ποτηράκι. Μόλις ήπιε και τ'ακούμπησε στο τραπέζι, γέμισε φλουριά το ποτηράκι. Άμα το είδαν τρόμαξαν. Όλοι τότε πίνανε απ' το ποτηράκι. Το γεμίζανε κρασάκι κι αδειάζανε φλουράκια. Γίνανε από φτωχοί ψαράδες πλούσιοι.
Πάντρεψαν τα κορίτσια τους κι είχαν και πολύ θησαυρό οι γέροι. Τότε τ' αγουράκι είπε: «Θα φύγω πιά από κοντά σας. Μόνο θέλω να μου δώσετε το ποτηράκι μαζί μου». Του το έδωσαν κι έφυγε.
Στο δρόμο που πήγαινε κάθισε σ' ένα καφενεδάκι, που 'ταν απέναντι στο παλάτι το βασιλικό, να ξεκουραστεί και να πιει κι έναν καφέ. Άμα ήπιε τον καφέ, βγάζει το ποτηράκι μέσα από την τσέπη του, ρίχνει νερό μέσα και το πίνει.
Βάζοντάς το πάνω στο δίσκο γεμίζει φλουρά και τ' αδειάζει, μπαξίσι για το γκαρσόν. Απ' το παλάτι μια θεραπαινίδα της πριγκήπισσας, βλέποντας αυτό το συμβάν το λέει στην κυρά της. Τότε βγήκε και κείνη στο μπαλκόνι για να δει. Αυτός κάνει το ίδιο πράγμα. Η θεραπαινίδα λέει στην κυρά της: «Αυτό το ποτηράκι αξίζει να το 'χεις εσύ». Η βασιλοπούλα την αποπήρε, αλλά εκείνη πάει να του το γυρέψει. Λέει: «Η βασιλοπούλα σε παρακαλεί να της δώσεις το ποτηράκι». Εκείνος της είπε: «Για να της το δώσω, πρέπει να τη γνωρίσω πρώτα». Μια και δυο τον πήρε και τον πήγε μέσα στο δωμάτιο της. Γνωρίστηκαν. Τέλος πάντων, κάναν ό,τι κάναν εκεί και της το χάρισε κι έφυγε.
Με τον καιρό όμως ο σατανάς τα φανέρωσε. Άμα την είδε η μάνα της, τη ρώτησε, αλλά αυτή δεν της είπε τίποτα. Ο πατέρα της, βλέποντας να φουσκώνει, το κατάλαβε. Τη μάλωσε, την έδειρε, αλλά αυτή δεν φανέρωσε τίποτα. Τότε θέλησε εκείνος να τη διώξει απ'το παλάτι, για να μη τον κάνει ρεζίλι. «Γιατί, άμα δε φύγει», λέει στη γυναίκα του, «θα σας σκοτώσω και τις δυο». Τότε αυτή έφυγε και γύριζε από δω κι από κει, να βρει αυτόν που της έδωσε το ποτηράκι.
Σε μια χώρα, εκεί που γύριζε, τον βρίσκει. Αυτός, μόλις την είδε, της λέει: «Εχεις το ποτηράκι;» Και κείνη είπε: «Το 'χω». «Ε, τότε σωθήκαμε». Στη χώρα εκείνη τότε κάνανε έναν μεγάλο πύργο, να πηγαίνει εκεί όλος ο κόσμους, να τρώνε, να πίνουν χωρίς να πληρώνουν ούτε μια δραχμή. Όλα δε τα έξοδα θα τα κάναν εκείνοι με το περίσσιο φλουρί που 'βγάζε το ποτήρι. Βάλαν μέσα πολύ προσωπικό, για να εξυπηρετεί όποιον ερχόταν εκεί. Βούιξε όλη η οικουμένη μ' αυτό το πράγμα που κάναν αυτοί, γιατί πουθενά δεν είχε ξαναγίνει το ίδιο. Φτωχοί κι αφεντάδες τρέχαν απ' όλα τα μέρη, για να πάνε εκεί να φάνε, να πιουν και να δουν ποιοι είναι αυτοί που έχουν τόσους παράδες και κάνουν αυτό το καλό στον κόσμο. Μέσα σ' όλους το 'μαθε κι ο βασιλιάς κι αποφασίζει να πάει με τη βασίλισσά του εκεί.
Υστερα από πολλές μέρες ταξίδι φτάσανε στο μέρος που ήταν ο πύργος. Η κόρη τους, μόλις τους είδε από μακριά τους γνώρισε. Τρέχει αμέσως, βάζει μια αντρίκια φορεσιά κι ένα κασκέτο και πάει να τους προϋπαντήσει. Ο πατέρας κι η μάνα της πού να τη γνωρίσουν ύστερα από τόσα χρόνια, που την είχανε διώξει. Αυτή τους παίρνει μέσα, τους περιποιείται σαν γκαρσόν. Μείναν άλαλοι από κείνα που 'δαν εκεί. Τώρα ο βασιλιάς ήθελε να μάθει πού βρίσκαν αυτοί τόσα λεφτά κι κάναν αυτό που κάναν. Από δω, από κει, το 'μαθε.
Τότε αυτός ο βασιλιάς πήρε την απόφαση να τους το γυρέψει. Αυτοί, μόλις τ' ακούσαν, είπαν στο βασιλιά: «Ευχαρίστως θα στο δώσουμε, εάν δεχτείς να σου πατήσουμε μια βούλα στα πισινά σου». Ο βασιλιάς δεν ντράπηκε, παρά δέχτηκε. Μόλις πάει να κατεβάσει το σώβρακο του, η κόρη του βγάζει τ' αντρίκια ρούχα, το κασκέτο και του λέει: «Πατέρα, τι σου λείπει σ' αυτόν τον κόσμο; Τόσα καλά κι αγαθά έχεις, δε ντράπηκες να έρθεις σ' αυτή τη θέση γι' αυτό το ποτηράκι; Και 'γώ τότε γι' αυτό το ποτηράκι έκανα ό,τι έκανα, για να το αποκτήσω. Εγώ τότε ας πω πως δεν είχα μυαλό, γιατί ήμουν μικρή, όμως και συ, καθώς βλέπω, το ίδιο θα 'κανες. Τότε εσύ μ' έδιωξες απ' το παλάτι χωρίς να με ρωτήσεις τι γίνηκα».
Τότε τη δικαίωσε την κόρη του γι' αυτό που έκανε και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Παραλλαγή που κατέγραψε η Βασιλική Σταματή στην Αγιάσο της Λέσβου. Αφηγήτρια μια εβδομηντάχρονη γυναίκα.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.