Το ορφανό καρπούζι.

(Δομοκός φθιώτιδας)

Μια φορά και έναν καιρό, μπήκαν Γερμανοί σε ένα χωριό. Όλοι έφυγαν από το χωριό, μονάχα έμεινε ένα παιδί με την αδερφή του και είχαν και ένα άλογο. Το άλογο αυτό, ό,τι το έλεγαν, έκανε. Ένα πρωί σηκώθηκαν και λένε στο άλογο: «Θα φύγομε και θα πηγαίνεις εκεί που θα σου λέμε εμείς. Τι λες;» «Θα αποφασίσομε ναι, να φύγομε» απάντησε το άλογο.
Μπαίνουν καβάλα και οι δυο και προχωρούν. Πήγαν μακριά, πολύ μακριά, έφτασαν σε άγνωστο τόπο, μέσα σε ένα λόγκο. Εκεί βρίσκουν ένα σπιτάκι. «Εδώ θα καθίσομε», λένε. Μια γριούλα τους λέγει:
«Παιδιά μου, μην κάθεστε». «Γιατί, γιαγιά;» απαντούν τα παιδιά. «Γιατί αυτού κάθονται δράκοι και θα σας φάν'». «Πού είναι οι δράκοι τώρα, γιαγιά;» «Είναι πέρα μακριά σε ένα χωριό, να βρουν τίποτα να φάν' το βράδυ».
Εκεί που τα λέγανε αυτά, ξεκουμπάει ένας δράκος στην πόρτα, έρχονταν ζαλκωμένος κρέατα. Κοιτάει επάνω στο τζάκι, βλέπει άλλους δυο που καθόνταν. «Α, α! Άλλος φρέσκος μεζές ετούτος», είπε και όρμησε να τους φάει. Τότε του δίνει μια με το σπαθί του το παιδί και τον εσκότωσε. Μπήκαν και οι άλλοι μέσα και τους εσκότωσε όλους με το σπαθί του και τους πήρε και τους πέταξε όλους σε ένα λαγκάδι. Ήταν σαράντα δράκοι και όλους τους εσκότωσε, σε έναν μόνο δεν είχε βγει η ψυχή του ακόμη. Πήγε η κοπέλα και τον εσίμωσε, τον έβαλε επάνω στο νταβάνι και τον περιποιόνταν ως ότου γίνει καλά.
Ο αδερφός της κάθε πρωί πήγαινε στο κυνήγι. Ένα πρωί σηκώθηκε η αδερφή του και του λέγει: «Αδερφούλη μου, σήμερα δεν θα πας πουθενά». «Γιατί;» απαντά εκείνος. «Γιατί δεν μπορώ». «Τι θέλεις να γίνεις καλά;» «Θέλω το αθάνατο νερό». Ήθελε να τον ξεκάνει τον αδερφό της, γιατί ο δράκος είχε γίνει καλά και ήθελε να τον πάρει άντρα της.
Το αθάνατο νερό ήταν μέσα σε δυο βουνά που άνοιγαν και έκλειναν. Όποιον έκλειναν μέσα, χανόταν. Λέει στο άλογο το παιδί: «Θα πάμε, αλογάκι μου;» «Θα πάμε», απάντησε εκείνο. Μπαίνει καβάλα στο άλογο και ξεκινούν. Στο δρόμο που πήγαιναν βρίσκουν ένα λαγκάδι πολύ βαθύ. Εκεί ήταν ένας βασιλιάς. «Για πού πηγαίνεις, καλόπαιδο;» «Πηγαίνω για το αθάνατο νερό. Τι λες, θα μπορέσω να το βρω;» «Αχ, παιδάκι μου, εκεί που είναι το αθάνατο νερό, δεν μπορεί κανένας να το πάρει». «Εγώ θα πάω και θα το φέρω». «Εάν το πάρεις το νερό, θα σε κάνω παιδί μου, θα σε στεφανώσω με την κόρη μου».
Και επήγε εκεί που ήταν το νερό και λέει στο άλογο: «Θα τρέξεις όσο μπορείς, για να μην μας κλείσουν μέσα τα βουνά, γιατί θα χαθούμε». Έβγαλε το χρυσό το τάσι και, όταν έκλεισαν τα βουνά και άρχισαν να ανοίγουν πάλι, γρήγορα πήγαν και πήραν το νερό και έφυγαν.
Το πήγε στην αδερφούλα του, το ήπιε και έγινε καλά. Το άλλο πρωί του λέει ότι δεν είναι πάλι καλά και ότι θέλει το ορφανό καρπούζι. Εκεί που ήταν το ορφανό καρπούζι, ήταν σαράντα δράκοι και, όποιος πήγαινε να το πάρει, τον έτρωγαν. Μπαίνει καβάλα στο άλογο και πήγε και το πήρε, χωρίς να τον καταλάβουν οι δράκοι. Όταν όμως γύριζε, παρουσιάστηκαν οι δράκοι μπροστά του. Τότε έβγαλε το σπαθί του και τους σκότωσε όλους. Πήγε ύστερα το ορφανό καρπούζι στην αδερφή του και το έφαγε. Υστερα η αδεφούλα του του λέει: «Αχ, αδερφούλη μου, έλα να σε ψειρίσω λίγο». Κι εκεί που τον ψείριζε, του έβγαλε τρεις χρυσές τρίχες που είχε στο κεφάλι του, που του έδιναν δύναμη. Μόλις τις έβγαλε, δεν είχε καθόλου δύναμη. Φώναξε ύστερα το δράκο, κατέβηκε από το νταβάνι και εστράβωσαν το παλικάρι μ' ένα βελόνι και τον πέταξε σ' ένα σοκάκι και πήρε το δράκο άντρα.
Παραλλαγή που συνέλεξε ο Ε. Κατσιγιαννόπουλος, το 1958 στο Πουρνάρι Δομοκού Φθιώτιδας. Αφηγητής ένας σαραντάχρονος άνδρας.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.