Ο Ντρελοτυχερός.

(Ζάκυνθος.Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο χορός στα αγκάθια")

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε δύο αδέρφια. Το λοιπό μια μέρα που εγυρίζανε μαζί στα χωρία, τι τσου εβουλήθηκε ν' ανεβούνε απάνου σε μία συκιά. Και κείνο η συκιά είχε δύο σύκα και το ένα ήτανε γούρμο και το άλλο άγουρο. Ο κουέτος (ήσυχος) έφαε το γούρμο σύκο και ο ντρελός εκαθότουνα απάνου στη συκιά να γουρμάσει. «Μωρέ, καλέ! Μωρέ, κακέ!», ο αδερφός του του 'λεγε. Τίποτσι εκείνος. «Μωρέ, θά 'ρουνε τη νύχτα θερία». Το λοιπό στο τέλος τον έπεισε. «Γούρμο», λέει, «ή άγουρο, θα ντο φάω. Στη συκιά το είδα και θα ντ' αφήσω;» Τρώει το σύκο και ξεκινάνε έπειτα.

Οπού στο δρόμο βρίσκει ο ντρελός ένα αδράχτι. «Μωρέ», λέει, «θα ντο πάρω για σφόντυλο τση μάνας μου!» Το παίρνει και πηαίνανε. Οπού φτάνουνε σ' ένα γάμο. Τσι καλέσανε να φάνε. Ο ντρελός το λοιπό ήτανε πολύ φαγάς. «Πώς θα ντη κάνω», λέει, «να μη γενώ ρεντίκουλο!» «Εγώ», λέει ο κουέτος, «θα σε προσέχω. Κι άμα ιδώ και παρατρώς, θα σου πατήσω το πόδι κι εσύ να πάψεις το φαΐ!» Οπού πραγματικώς, εκάτσανε στο τραπέζι, που είχε και του πουλιού το γάλα. Αλλά εκεί που αρχινήσανε να τρώνε, περνάει μία γάτα από πάνου από το πόδι του ντρελού κι εκείνος έλεε πως επαράφαε και πως τον επατούσε ο αδερφός του. Μία και παύει το φαΐ. «Μωρέ, φάε!» του λέγανε. «Φάε και είναι ωραίο το φαΐ». Τίποτα εκείνος. «Φχαριστώ», λέει, «δεν πεινάω». Οπού ήρθε η ώρα του ύπνου. Έτσι επήγανε να κοιμηθούνε, λέει ο ντρελός στον κουέτο: «Μωρέ θα πάω στην παδέλλα, μπέρτα κι έμεινε τίποτες, γιατί δε βαστάω από την πείνα». «Καλά», λέει, «πήγαινε. Φέρε και με καμία κουταλιά». Πάει το λοιπό στην κουζίνα κι έκαμε φαΐ, που εθαραπάηκε. Υστερα γιομίζει κι ένα πιάτο μακαρόνια και τα πάει για τον αδερφό του. Κι αντίς να πάει στην κάμερά του, επήε στην κάμερα της νύφης. Οπού η νύφη βγάνει τσι φωνές. «Ω, συφορά», λέει ο φρόνιμος, «να φύγουμε από δω. Πάμε ογλήγορα καλιά μας, μη ντροπιαστούμε!» Ο ντρελός πού ν' ακούσει! Παίρνει το πιάτο με τα καφτά μακαρούνια και το αδειάζει στον πισινό τση νύφης. «Έλα», του φώναζε ο αδερφός του. «Έλα, τι κάνεις εφτού;» «Έρχουμαι! Τώρα!» Σηκώνεται λοιπό και πάει όξω. Αλλά κάνει να κλείσει την πόρτα κι εκείνος τη σηκώνει στον ώμο του. «Μωρέ, τι είναι εφτό που έκαμες!» λέει ο κουέτος. «Άσ' τηνε την πόρτα. Τι να την κάμουμε!» «Όχι», λέει, «θα την πάρω κοντά μου». Πηαίνανε, πηαίνανε. Απαντέχουνε ένα δέντρο ψηλά. Ανεβαίνουνε απάνου κι εκαθόντανε. Οπού εκεί που αναπαυόντανε στη δροσία, ακούνε κάτι πατήματα από κάτου. Ήτουνα κάτι Οβραίοι, που επουλούσανε λιβάνια και διάφορα άλλα. «Εδώ», λέει, «θα κάτσουμε να φάμε». Στρώνουνε ένα τραπέζι κι είχανε ουλουνού του κόσμου τα καλά. Και εκεί που τα δύο αδέρφια τσι γουστάρανε, λέει ο ντρελός: «Θέλω να κατουρήσω». «Στάσου, μωρέ!» λέει ο κουέτος. «Θα μας σκοτώσουνε!» Αλλά πού ν' ακούσει εκείνος! Και οι Οβραίοι δεν εκαταλάβανε τίποτα. «Μωρέ, ωραία δροσία εδωπά ρίχνει το δέντρο!» λέανε. Εκεί που ήτανε στο αποφάωμα, λέει ο ντρελός: «Έχω», λέει, «να κάμω κάκα μου!» «Ω συφορά μου!» λέει ο άλλος αδερφός. «Τώρα είναι που θα μας χαλάσουνε!» « Τι», λέει, «θα σκάσω εγώ; Θα κάμω!» Οπού πραγματικώς, κάμνει κάκα του και πέφτει απάνου στο πιάτο του ενός Οβραίου. Κοιτάει εκείνος ψηλά και λέει:
«Μέγας πούλαρος πέρασε,
μέγαν κότσιλον (κουτσουλιά) έριξε!»
«Καλά», λέει ο κουέτος, «τη γλιτώσαμε και τούτη». Σε λίγο λέει ο ντρελός: «Εκουράστηκα», λέει, «να βαστάω ετούτη την πόρτα. Θα την πετάξω». «Τώρα, μωρέ εχαθήκαμε!» λέει ο αδερφός του. «Θα μας σκοτώσουνε, μωρέ, οι Οβραίοι και με το δίκιο τους». Αλλά πού εκείνος! Γρρρ, ένα σαραβολητό, πέφτει η πόρτα κάτου. Οπού φύγει - φύγει οι Οβραίοι. Κατεβαίνουνε τότες τα δύο αδέρφια και φάγανε ούλα τα καλά του τραπεζιού. Έπειτα αρχίσανε το τραγούδι. Το λοιπό εξέχασα να πω πως ευτός ο ντρελός ήτουνα και τραυλός. Οι Οβραίοι τον ακούανε που ετραγουδούσε έτσι ανακατωτά, τα εμπουρδούλιζε και λέανε: «Ποίος ξέρει τι γλώσσα είναι!» Πάνε κοντά. «Να σου δώσουμε», λέει, «ό,τι-ό,τι, αλλά να μας μάθεις να μιλούμε έτσι!» «Εύκολο πράμα», λέει εκείνος. «Να μ' αφήσετε να σας κόψω τη γλώσσα». Οπού πραγματικώς στέκονται και τσου κόβει τη γλώσσα. Έπειτα λέει: «Τι να σου δώσουμε;» «Δε θέλω», λέει εκείνος, «παρά το λιβάνι σας. Θα πάω να λιβανίσω το Θεό».
Το λοιπό παίρνει το λιβάνι και πάει απάνου στο βουνό και λιβάνιζε. Και κατεβαίνει ο Θεός και του λέει: «Τί χάρη θέλεις να σου κάμω, που εσύ μου προσφέρεις τέτοια ευωδία;» «Θέλω», λέει, «Θε μου, μία σαρμόνικα, που έτσι την παίζω, να χορεύουνε σαρτούμενα, πετούμενα κι όποιος κι αν την ακούει». Το λοιπόν ο Θεός του 'δωσε τη σαρμόνικα. Έτσι την είχε ο ντρελός στα χέρια του, λέει στον αδερφό του: «Να χωρίσουμε. Θα πάω υπερέτης σ' ένα παπά». Όπως κιόλας αφού εχωρίσανε, πάει στου παπά. Οπού είχε μίαν αυλή γουρούνια. «Θα πηγαίνεις», λέει ο παπάς, «να τα βόσκεις. Να σου δίνω και το φαΐ σου και να κάθεσαι ούλη μέρα έξω με δαύτα». Το λοιπόν εκείνος εκαθόντουνα κι έτρωε, κι έτσι έτρωε, αρχίναε τη φλογέρα. Παίξιμο αυτός, χορό τα γουρούνια. Το βράδι τα 'βλεπε ο παπάς ψόφια στην κούραση. «Μωρέ», λέει, « να τον ακλουθήσω», λέει, «μία μέρα, για να ιδώ τι τσου κάνει!» Και πού να τρουπώσει, οπίσω από 'να φράχτη. Ο ντρελός τον εμυρίστηκε πως είναι εκεί από πίσω κρυμμένος. Αρχινάει λοιπό τη σαρμόνικα. Χορό ο παπάς από πίσω από το φράχτη! «Αμάν! Του 'λεγε. Σώνει τώρα!». Τίποτε εκείνος, χειρότερα. Έσκισε τα ράσα του στο φράχτη, ήτουνα σ' ελεεινή κατάσταση. Οπού, να σου και περνάει ένας μ' ένα γαϊδούρι φορτωμένο κατρογυάλια. «Ε!» λέει ο ντρελός, «δώσε μου ένα να κατουρώ» «Χαζίρι», λέει, «σ' έχω;» «Σώπα, μωρέ κι έννοια σου!» λέει εκείνος. Αρχινάει τη σαρμόνικα. Χορό εκείνος, χορό ο γάιδαρος. Πάνε τα κατρογυάλια. Δεν έμεινε ούτε ένα. Οπού εκεί που εχορεύανε, να σου κι ένας με πορτοκάλια. «Δώσε μου, μωρέ και διψάω», λέει ο ντρελός. «Ό,τι το 'λεγα», λέει, «που θα σου δώσω πορτοκάλι!» Αρχινάει εκείνος τη σαρμόνικα. Χορό ο πορτοκαλάς, χορό κι η καρέτα (αμάξι) με τα πορτοκάλια. Οπού τα 'καμε ούλα άχερα. Οπού έτσι εκουράστηκε να παίζει, λένε εκείνοι ούλοι: «Πάμε», λέει, «στην αστυνομία», να ντο πούμε, να σε συγυρίσουμε». «Πάμε», λέει εκείνος. Αρχινάει ο παπάς την ιστορία. Το λοιπό οι αστυνόμοι εγελούσανε. «Για να πειστούμε», λέει, «πρέπει να το ιδούμε ευτό το απαράτο (φαινόμενο)». «Να με δέσετε καλά», λέει ο παπάς πρώτα, «για να μη χορεύω εγώ, γιατί θα ιδείτε πράμα, που δεν το ξαναείδαν τα μάτια σας». Τόνε δένουνε καλά τον παπά και βάνουνε τον ντρελό να παίξει την σαρμόνικα. Οπού αμέσως, χορό οι δικαστές, χορό ο αστυνόμος, χορό ούλοι. «Πήγαινε», λέει, «χριστιανέ μου! Είσαι ελεύθερος», λένε ετότες. «Άσε να περνάει η ώρα σου. Κακό δεν κάνεις».
 
Μαριέτα Mtvcó-cou, «Παραμύθια από τη Ζάκυνθο», Λαογραφία ΙΑ', 1934-1937, σ. 490-493. Αφηγήτρια η Διονυσία Τζερμένου, χρονών 55, από το Χουρχουλίδι.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.