Η κακιά μάνα, το αθάνατο νερό κι ο δράκος.

(Κάσος)

Μια φορά κι έναν καιρό ήτο μια χήρα γυναίκα κι είχε κι ένα αρσενικό παιδί. Ε, αυτό λοιπόν το παιδί εδούλευε, το κακόμοιρο, και την ήζιε. Τούτη, εντωμεταξύ, έχει και κανένα καύκο (αγαπητικό).
Όταν ήτο λοιπόν να φύει αυτό το παιί να πάει στο μεροκάματο, επήαινε αυτός και την ηύρισκε. Ε! Και κάναν εγιά τον κακό τος τον καιρό. Ε! Το παιί επήαινε λοιπόν και κατιτί βέβαια επήρε χαμπάρι το παιί και την εμάλωνε. Της λέει:
«Αυτόν τον κερατά να μην τον ξαναώ στο σπίτι, γιατί, άμα τον ξαναώ, θα σε σφάξω».
Εκείνος λοιπόν εμάνη και της λέει: «Να κάμεις την αρρωστημένη και να του πεις πως είσαι αρρωστημένη, να πάει να σου φέρει αθάνατο νερό από τα δυο βουνά, που 'νοίουν και κλειώνουσι, να πάει, να τον μπζιάσουν τα βουνά κει, να 'ποκάμει, να φύει από τη μέση, να σε πάρω 'γώ γυναίκα μου». Ε, αυτή λοιπόν η άπονη μητέρα του... Πάει το βράδυ και το παιί, που επέστρεψε από το μεροκάματο, την ευρίσκει κοίετο εκεί, εκοιμάτο στο κρεβάτι. Λέει: «Τ' έχεις, μάνα;» Λέει: «Αρρωστημένη 'μαι, παιί μου, και μου λέει ο γιατρός πως θέλω να πάρω αθάνατο νερό, να ενώ καλά». «Ε!», λέει, «κι αμέ τώρα, κακομοίρα μάνα; Ε, να πά' να σου φέρω και να επιστρέψω θέλω μάφε!» «Ε!», λέει, «να πάεις, παιί μου, αν ημπορείς».
Εκαβαλίκεψε λοιπόν το άλογό του και πήαινε. Στη στράτα λοιπόν, απού πήαινε το παλικάρι, παντήσει μια γρα γυναίκα. Λέει: «Πού πάεις, παλικάρι μου;» Λέει: «Πάω να φέρω της μητέρας μου έμμετι νερό αθάνατο από τα δυο βουνά». Αυτά ήταν δυο βουνά κι ενοίαν κι εκλειώνασι! Ε, αν ήτο βέβαια πιον ο άνθρωπος πουλί να χύσει, να το προκάμει, να ουτήσει το μαστραπά, επρόκανε! Αμά το να μην προκάμεις, σε μπζιάναν τα βουνά και σε λιώναν! Λέει: «Στο μέρος που πάεις, παιί μου, εν θα επιστρέψεις και λυπούμαι πολύ!» «Ε, εγώ επιστρέψω, κακομοίρα γρά, δεν επιστρέψω... Αν ηξέρεις τίποτα να με συμβουλέψεις, καλά». «Ε», λέει, «να πάεις, παιί μου, και αν είν' το άλογό σου τόσο μεταειρισμένο και πετάσει και ουτήσεις το μαστραπά...»
Ε, επήε λοιπόν αυτό... Ενοίαν λοιπόν κι εκλειώναν τα βουνά. Το άλογό του λοιπόν μεταειρισμένο επέτα! Παίζει λοιπόν, με το που 'νοίξαν τα βουνά, στο μουλάρι μια. Αυτός είχε ένα μαστραπά, τον εβούτηξε και στρέφει λοιπόν κατ' ευτεία το άλογο και δεν τον επρόκαμε το βουνό. Ε, έρκεται λοιπόν... Αυτός όμως είχε αγαπητικιά, ο νεαρός, και σαν ήρκετο λοιπόν, επίστρεψε στης αγαπητικιάς του. Αυτή η κοπέλα ήτο προνότισσα, πώς το λένε, απού προνοούσε. Έπιασε λοιπόν η κοπέλα το νερό αυτό, το αθάνατο, και το φύλαξε και του έμωσε το μαστραπά νερό από τη λατσία. Αυτός λοιπόν εκάθισε κει, του 'καμε τον καφέ η αγαπητικιά του και μετά επίστρεψε στο σπίτι. Πάει στη μάνα του, λέει: «Έρτα, μητέρα». Λέει: «Έρτες, παιί μου;» Ε, αφήνει λοιπόν το νερό και σαν το 'πιασε κείνη, είπε κατ' ευτεία: «Ε, παιί μου, ελαφρύναν τα σωθικά μου. Ελαφρύναν τα σωθικά μου, εΐνηκα καλά!» «Ε», λέει, «μαγάρι, κακομοίρα μάνα, να 'σαι καλά». Ε, το πουρνό λοιπόν λέει: «Είμαι πολύ καλά, παιί μου, τώρα».
Επεράσαν λοιπόν πάλι πέντ' έξε μέρες. Πάει λοιπόν ο κλέφτης πάλι αυτός και λέει: «Ήρτε ο κερατάς;» Λέει: «Ήρτε», λέει, «κι αμέ τώρα πώς θα τον κάομε;» «Να του πεις τώρα πως θέλεις το αθάνατο καρπούζι, απού 'ναι μες στο δάσος ένας δράκος και πετάσει το καρπούζι στον ουρανό κι έρκεται πάλι στον πάτο και το ένα του χέρι φτάνει στον ουρανό και το άλλο είναι στη γη. Ατού άμα πάει, δεν θα γλιτώσει!»
Επεράσαν λοιπόν πέντ' έξε μέρες, κάνει λοιπόν αυτή πάλι την αρρωστημένη. «Επέρασέ μου, παιί μου, και τώρα πάλι μ' ήμπζιασε κι ήρτε πάλι ο γιατρός και μου λέει πως θέλω τώρα το αθάνατο καρπούζι να πάρω, να φάω, να ενώ καλά». «Ω, κακομοίρα μάνα, να πάω λοιπόν πάλι να δω!»
Ε, καβαλικεύει αυτός λοιπόν πάλι το άλογό του, πάει. Στη στράτα που πήαινε, παντήσει πάλι μια γρα. Λέει: «Πού πάεις, παιί μου;» Λέει: «Πάω να φέρω το αθάνατο καρπούζι της μάνας μου, απού 'ναι 'ρωστημένη κι είπε της ο γιατρός πως πρέπει να το φάει, για να ενεί καλά». «Ε», λέει, «εκειά που πάεις, παιί μου, εν θα στρέψεις!» «Ε!», λέει, «ό,τι ξέρεις, καημένη γρα, συμβούλεψέ με». Λέει: «Να πάεις κι αυτός είναι ένας αόμματος, ο δράκος, και δεν έχει ούτε μάδια. Μόνο είναι μες στο δάσος κι έχει μια καρπούζα και την πετάσει στον ουρανό κι έρκεται πάλι στα χέρια του. Αυτός φωνάζει ούλη την ημέρα: «Πάνω καρπούζι, κάτω καρπούζι!» Περισσότερα δεν είπε η γρα.
Ε, όταν επήε αυτός κι ήθελε λοιπόν δυο μίλια ακόμα να πλησιάσει στο μέρος, 'κούει το παλικάρι: «Πάνω καρπούζι, κάτω καρπούζι!» Λέει: «Εδώ 'ναι ο δράκος!» Ε, πάει λοιπόν αυτός, επλησίασε σιμά. Την ώρα που πέταξε την καρπούζα κι ήρκετο κάτω, πετάσεται, σαν το πουλί, το άλογο και το παλικάρι πιάνει την καρπούζα και στρέφει.
Όταν επίστρεφε λοιπόν το άλογο ύστερα, καταλαβαίνει ο δράκος πως δεν ήρτε η καρπούζα κάτω, κλείνει και τις δυο του χέρες. Ήταν αδειανές! Και τότε γαζώνει το άλογο από την ορά. Το άλογο όμως εμίλα και λέει: «Κόψε, σκύλε, την ορά!» Τραβά λοιπόν αυτός, το παιί, το σπαθί του και κόβγει την ορά του μουλαριού. Ε, εξεγλίτωσε λοιπόν το μουλάρι κι ήφυε.
Στο δρόμο λοιπόν απού πήαινε έπειτα, ήκλαιε λοιπόν το άλογο κι ήλεε: «Όλα τ'αλόγατα 'χουν ορά κι εγώ 'μαι κουσσοράης!» Λέει: «Μη χολιάς, αλογατάκι μου, κι εγώ θα σου την κάνω μαλαματένια!» Ε, πάει λοιπόν. Ντήσσει λοιπόν πάλι το παιί από της αγαπητικιάς του. Λέει: «Ήρτες;» Λέει: «Ήρτα», λέει, «ήφερά την». Πιάνει λοιπόν η κοπέλα την καρπούζα και τη φυλάει και του βάλλει μες στον τουρβά άλλη καρπούζα.
Πάει λοιπόν στης μητέρας του. Λέει: «Έρτες, παιί μου;» Λέει: «Ήρτα, μάνα». Λέει: «Ήφερες την καρπούζα;» Λέει: «Ήφερά την». Κόβγει την λοιπόν, τρώει την. «Ενεσάναν τα σωθικά μου, εΐνηκα καλά!» «Ε!», λέει, «μαγάρι, κακομοίρα μάνα, κι εγώ έρημος στον κόσμο εγιάμ απού εν έχω μηέ άλλη μάνα μηέ αφέντη!»
Σαν επήε το παιί το πουρνό στο μεροκάματο, πάει ο μάγκας πάλι. Λέει: «Ήρτε ο κερατάς;» Λέει: «Ήρτε», λέει, «κι αμέ τώρα πώς θα τον καταστρέψομε;» Λέει: «Ξέρεις τι θα κάμομε; Να του πεις: αύριο είναι Σάτο. Έλα, παιί μου, να σε λούσω, απού γύριζες τόσον καιρό τα λαγκάδια. Να το λούσεις, να του ρίξεις τα σαπούνια μες στα μάδια του, να 'ρτω με τη μαχαίρα, να το σφάξω».
Ε, όπως την εσυμβούλεψε, το 'καμε αυτό. Ήτο χωσμένος αυτός, του 'ριξε λοιπόν τα σαπούνια, που τον ήλουνε, μες στα μάδια και πάει αυτός με τη μαχαίρα και τον κόβει και τον βάλλει μες στη ζιμπίλα κι απόει τον φορτώνει στο άλογο και το άλογο βέβαια το ζώξασι, έφυε.
Πού να πάει το άλογο, πού να μην πάει;... Πάει στης αγαπητικιάς, απού 'το μαθημένο να πηγαίνει εκεί. Ε, μόλις το 'δε λοιπόν η αγαπητικιά, το γνώρισε, το 'φερε μέσα, ξανοίει (κοιτάζει) μες στη ζιμπίλα. Το παιί είναι σφαμένο μέσα. Μπζιάνει λοιπόν, το ταιριάζει το σώμα του και χύνει απάνω το αθάνατο νερό και του κόβει την αθάνατη καρπούζα , απού 'χε χωσμένη και του ήδωκε την άλλη να πάρει στη μάνα του, και τη βάζει στο στόμα του παλικαριού και το παιί 'νεστήθηκε. «Ε, που γλυκά κοιμόμουνα και με ξυπνήσετε!...» Λέει: «Εκοιμάσου γιά σφαμένος ήσουν;» Λέει: «Το γνωρίζω. Μόνο τώρα», λέει, «περίμενε δυο λεφτά».
Καβαλικεύει το άλογό του και στρέφει και πάει στο σπίτι και τους ευρίσκει και κοιμούντο κι οι δυο: ο μάγκας κι η μάνα του. Λέει: «Εγιά 'στε κι οι δυο!» Βγάζει λοιπόν το σπαθί του και τους σφάζει και τους δυο. Κι απόει στρέφει και πάει στης αγαπητικιάς και παντρεύτηκαν και τρώαν και πίναν κι εψοφούσαν κι από την πείνα.
To παραμύθι αυτό μαγνητοφώνησε η Marianne Klaar στην Κάσο, στις 15. 12. 1964. Αφηγητής ο σαρανταπεντάχρονος Δημήτριος Φιλιππής, από την Καθίστρα Αγίας Μαρίνας.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.