Του Αυτζιόλου ο γιος.

(Σέρρες)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μάνα κι είχε ένα γιο. Το παιδί από μικρό ήταν φτωχό και, για να βγάζει το ψωμί τους, κουβαλούσε κλαδιά και τα πουλούσε ταχτικά, όμως η παρέα του τον ρωτούσε: «Γιατί δεν κάνεις του μπαμπά σου τη δουλειά; Αυτό αράδιζε στη μάνα του και τη ρωτούσε: «Τι δουλειά έκανε ο μπαμπάς;» Αλλά αυτή δεν του έλεγε. «Ε, παιδί μου, τίποτε...». Μια και δυο όμως, που το είπαν οι φίλοι του, έμεινε με απορία τι δουλειά να έκανε ο πατέρας του και το έκρυβε η μάνα του. Στο τέλος βαρέθηκε και το είπε:
«ε, παιδί μου, ο πατέρας σου είχε ένα παλιοτούφεκο και ήταν κυνηγός». Ανέβηκε τότε στο ταβάνι, βρήκε το τουφέκι κι από τότε έγινε κυνηγός.
Η μάνα του, όμως, δεν ήθελε να κάνει αυτή τη δουλειά. Έλεγε: «Μη, βρε παιδί μου κι ο μπαμπάς προκοπή δεν είδε!» Το παιδί, όμως, είχε πολύ μεράκι και κάθε μέρα κατέβαζε καλό κυνήγι. Έτσι, το άκουσε ο βασιλιάς και το πήρε κυνηγό του. Κάθε βράδυ που πήγαινε στο κυνήγι, κατέβαινε μια σκλάβα, έπαιρνε το λαγό ή τις πέρδικες και του έδινε μια μαγκούρα και μια ξυλιά.
Αράδιζε βράδυ στο σπίτι, τον ρωτούσε η μάνα του πώς τα πέρασε σήμερα, πολύ καλά, έλεγε. Οι παλιοί κυνηγοί του βασιλιά δεν μπορούσαν να φέρουν κάθε μέρα κυνήγι, κι έτσι σιγά-σιγά έχασαν τη δουλειά τους. Τότε από τη ζήλεια τους κούρτιζαν το βασιλιά, πως του Αυτζιόλου ο γιος μπορεί να φέρει το κοπάδι τα ελάφια, για να κάνει με τα κόκκαλα παλάτι.
Την άλλη μέρα λέει ο βασιλιάς στο παιδί: «Να με φέρεις ένα κοπάδι ελάφια». Το παιδί το βράδυ γύρισε στεναχωρεμένο στο σπίτι. Η μάνα του, σαν το είδε έτσι, το ρώτησε γιατί είναι συλλογισμένο. Το παιδί είπε: «Το και το μου είπε ο βασιλιάς». «Εμ, όταν σ' έλεγα να μην κάνεις τη δουλειά του πατέρα σου, εσύ ήθελες. Δεν πειράζει όμως, θα γυρέψεις από το βασιλιά δέκα αμάξια ασβέστη και δέκα κρασί, θα πας στη λίμνη του βουνού, θα ρίξεις μέσα τον ασβέστη και το κρασί. Εκεί κατεβαίνουν τα ελάφια διψασμένα και πίνουν νερό. Αφού πιουν και ζαλιστούν όλα, θα βγεις και θα τα σκοτώσεις».
Την άλλη μέρα, το παιδί γύρεψε αυτά τα δυο, τα πήρε, πήρε και δυο-τρεις σκλάβες και πήγε ψηλά στο βουνό, που ήταν η λίμνη. Αφού έκανε όπως του είπε η μάνα του, κρύφτηκε εκεί κοντά και καρτερούσε. Το ηλιοβασίλεμα κατέβαιναν χορεύοντας, κι όπως ήταν όλα διψασμένα, ήπιαν και με μιας έπεσαν. Το παιδί τα σκότωσε, τα φόρτωσε στ' αμάξια και ξεκίνησαν. Όταν ζύγωσαν στην πόλη, έστειλε έναν σκλάβο να ειδοποιήσει τον βασιλιά. Ο βασιλιάς βγήκε με όργανα και με μουσικές και με όλο τον κόσμο να τον υποδεχτούν. Έτσι τ' Αυτζιόλου ο γιος πήρε τρανές δόξες και ξακούστηκε παντού για δυνατό παλικάρι.
Οι άλλοι κυνηγοί ζήλεψαν τόσο πολύ, που ήθελαν να το χάσουν, γι' αυτό λένε πάλι στον βασιλιά πως αυτός είναι πολύ άξιος και μπορεί να του φέρει την πεντάμορφη κόρη του Σουλτάν Χαμίτ. Ο βασιλιάς έτσι έκανε. Το παιδί πήγε πάλι βασανισμένο στο σπίτι. Η μάνα του, σαν τον είδε συλλογισμένο, τον ρώτησε τι έχει κι αυτός τα 'πε. Τότε η μάνα του του είπε: «Πάρε την ευχή μου και βάδιζε, αλλά στο δρόμο καλό να πεις, καλό να κάνεις, ακόμα και στα μυρμήγκια». Έτσι το παιδί, με συντροφιά την ευχή της μάνας του, κίνησε και πήγαινε. Αράδιζε μέρες πολλές, στην ερημιά βλέπει έναν που μαγείρευε φαΐ σ'ένα πολύ μεγάλο καζάνι κι είχε μια κουτάλα, που έπαιρνε ίσα με πέντε οκάδες. «Γεια σου λεβέντη, του λέει». «Καλώς το παλικάρι», απαντά. «Τι είναι αυτό που κάνεις εσύ;» «Ε, τι κάνω εγώ, ίσα με του Αυτζιόλου το γιο, δεν κάνω τίποτα!». «Εγώ είμαι του Αυτζιόλου ο γιος, λέει». «Τι λες! Και πού πας;» «Με έστειλε ο βασιλιάς, να πάρω του Σουλτάν Χαμίτ τη θυγατέρα». «Με θέλεις και μένα μαζί σου;» «Έλα», του είπε χαρούμενος.
Έτσι έγιναν δύο, κινήσανε πάλι, δρόμο παίρνουνε, δρόμο αφήνουνε, ανταμώνουν μυρμήγκια πολλά, κανένα δεν πατούν. Καμιά φορά πέρασαν από τη φωλιά, που ήταν ο βασιλιάς των μυρμηγκιών. Σαν είδε ο βασιλιάς πως πέρασαν και δεν τα πείραξαν, βγήκε και του είπε: «Πάρε αυτό το φτερούδι, κι ότ,ι ανάγκη δεις, κάψ' το και μεις θα σε βοηθήσουμε». Ξεκίνησαν πάλι, δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν, ανταμώνουν έναν που ξεφούρνιζε τα ψωμιά κι ένα ψωμί μια χαψιά το έκανε. «Καλημέρα, του λέει, τι κάνεις βρε συ;» «Ε, τι κάνω; Ίσα με του Αυτζιόλου το γιο δεν κάνω». «Εγώ είμαι». «Τι λες; Με θέλετε και μένα μαζί σας;» «Έλα». Κι έγιναν τρεις. Εκεί που αράδιζαν, ανταμώνουν έναν, που έβαζε τα μουστάκια του στο ποτάμι και το στέρευε. «Γεια σου λεβέντη, του λέει, μωρέ τι κάνεις εδώ;» «Ε, τι κάνω; Ίσα με του Αυτζιόλου το γιο δεν κάνω». «Εγώ είμαι», λέει το παιδί. «Τι λες; Με θέλετε και μένα μαζί σας;» «Έλα». Πήραν κι αυτόν και ξεκίνησαν. Εκεί που πήγαιναν, βρίσκουν έναν που σε κοντινό λειβάδι έκανε λαγό. Απόρησαν με το τρέξιμο του και τον φώναξαν μαζί τους. Πήραν πάλι δρόμο και πάλι ανταμώνουν έναν, που είχε δυο μεγάλα αυτιά, τ' ακουμπούσε στο χώμα κι άκουγε τι γινόταν σ' όλη τη γη. Τον πήραν κι αυτόν μαζί τους. Ξεκίνησαν. Εκεί που πήγαιναν, βλέπουν έναν, που είχε στα χέρια του δυο βουνά και τα έπαιζε σαν μπάλες. Τον πήραν κι αυτόν. Τώρα κίνησαν επτά παλικάρια με απόφαση να πάρουν τη βασιλοπούλα.
Περπάτησαν νύχτα μέρα, ζύγωσαν στο παλάτι, τον προσκύνησαν και είπαν του βασιλιά: «Μας έστειλε ο βασιλιάς μας να μας δώσεις τη θυγατέρα σου». «Θα σας τη δώσω, αν βρείτε τα στοιχήματα που θα σας βάλω. Το πρώτο βράδυ», είπε στου Αυτζιόγλου το γιο, «θα σε κλείσω σε μια κάμαρα με ένα σωρό μπερδεμένο σιτάρι και κριθάρι. Αν το διαλέξεις μέχρι το πρωί, θα σας τη δώσω». Έτσι κι έγινε. Τη νύχτα θυμήθηκε το φτερό του μέρμηγκα, έκαψε λίγο το φτερούδι και μάνι-μάνι ήρθαν τα μυρμήγκια και διάλεξαν χωριστά το σιτάρι και χωριστά το κριθάρι. Το πρωί ο βασιλιάς απόρησε. «Τώρα, λέει, αν μπορεί ένας να φάει ένα καζάνι φαΐ, θα κερδίσετε και το άλλο στοίχημα». Γρήγορα ο μάγειρας, με μια δυνατή ρουφηξιά, τέλειωσε το φαΐ κι ο βασιλιάς έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Το τρίτο, λέει, αν μπορεί να φάει ένα φούρνο ψωμιά». Και σ'αυτό το στοίχημα κέρδισε ο φούρναρης. Ο βασιλιάς φοβήθηκε και λέει: «Εάν τώρα αδειάσετε σε μια μέρα της λίμνης το νερό». Τέλειωσε κι αυτό το στοίχημα. «Τώρα, λέει ο βασιλιάς, θα απολύσω ένα λαγό και, αν τον πιάσει, τότε τελειώνουν όλα».
Εκέρδισαν πάλι τα παλικάρια. Μα ο βασιλιάς αρνήθηκε να δώσει την κόρη του κι άρχισε πόλεμος δυνατός με το στρατό. Τότε, αυτός που έπαιζε με τα βουνά έριξε ένα βουνό και σκότωσε τον μισό στρατό. Τότε φοβήθηκε ο βασιλιάς και τους υποσχέθηκε να τους την δώσει. Σταμάτησε ο πόλεμος, ετοίμασε ο βασιλιάς ένα χρυσό αμάξι, κάθισαν όλοι πάνω, χαιρέτησαν και κίνησαν. Μόλις έφταναν στον τόπο του κάθε παλικαριού, κατέβαινε το καθένα, τους αποχαιρετούσε και έμενε εκεί. Αφού έμεινε μόνος του Αυτζιόγλου ο γιος, πήρε το δρόμο για το βασιλιά του. Όταν έφτασε, παρέδωσε την ωραία βασιλοπούλα στον βασιλιά και πήγε στη μάνα του με μεγάλες τιμές.
Παραλλαγή από την Ηλιοκώμη Σερρών. Καταγραφή 1957.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.