Η Χρυσομαλλούσα.

(Καλαμπάκα)

Σ' ένα χωριό, τα παλιά τα χρόνια, ήταν μια μάνα κι είχε ένα παιδί που πήγαινε σχολείο. Μόνοι τους ζούσαν στο σπίτι, γιατί ο πατέρας είχε πεθάνει πριν πολλά χρόνια.
Στο σχολείο, που πήγαινε το παιδί, το κορόιδευαν οι άλλοι: Ω, ω, δεν έχεις πατέρα. Και κείνο έκλαιγε κάθε φορά κάνοντας τα παράπονα στη μάνα του. «Μην κλαις», του λέει και κείνη μια μέρα. «Εσύ έχεις νουνό τον βασιλιά. Πρέπει να πας να τον βρεις».
Κι έτσι μια μέρα, η μάνα ετοίμασε το γιο της, δίνοντας του λίγο ψωμί κι ένα μαχαιράκι και του είπε:
«Ώρα καλή παιδί μου και πρόσεχε: στο δρόμο να μην πας με άνθρωπο σπανό». Κι έφυγε το παιδί για τον νουνό του. Περπάτησε κάμποσο και να 'σου παρουσιάζεται μπροστά του ένας σπανός. «Γεια σου, φίλε μου. Πάρε με και μένα μαζί σου», του λέει. «Όχι, του απάντησε, ας πάω και μόνος μου».
Συνέχισε τον δρόμο του και παρουσιάζεται πάλι μπροστά του ο σπανός, αλλά με άλλη μορφή. Πάλι του απάντησε όχι, «θέλω να πηγαίνω μόνος». Παρουσιάζεται και τρίτη φορά. Βαρέθηκε το παιδί και του λέει: «Η μάνα μου μου είπε να μην πάρω μαζί μου σπανό, αλλά ας είναι, έλα».
Ξεκίνησαν λοιπόν μαζί. Μιλώντας, είπε το παιδί τον σκοπό του ταξιδιού του. Όταν μεσημέριασε, κάθισαν κοντά σ' ένα πηγάδι για να φάνε. Δεν υπήρχε όμως κουβάς να βγάλουν νερό. «Ξέρεις», λέει ο σπανός, «θα σε δέσω μ' ένα σχοινί, θα κατεβείς να πιεις εσύ και μετά κατεβαίνω κι εγώ». «Καλά», είπε το παιδί. Και τον κατέβασε στο πηγάδι. Όταν ήρθε η ώρα να τον τραβήξει, αδύνατον. «Δεν σε βγάζω», του λέει ο σπανός. «Θα πεθάνεις. Εκτός αν συμφωνήσεις σε ό,τι σου πω. Θα πάμε στον βασιλιά, αλλά θα πούμε ότι εγώ είμαι ο κουμπάρος του. Και δεν θα μαρτυρήσεις, παρά μονάχα όταν πεθάνεις και αναστηθείς. Σύμφωνοι;» «Καλά», λέει και το παιδί, «όπως είπες». Κι έτσι τον τράβηξε και συνέχισαν το ταξίδι ώσπου έφτασαν στο παλάτι.
Ο βασιλιάς, σαν έμαθε πως ήρθε ο κουμπάρος του, χάρηκε πολύ και του είπε: «Κουμπάρε μου, ζήτησε ό,τι θες από το βασίλειο μου και θα το έχεις. Και κείνος του απάντησε: «Θέλω να πάρω γυναίκα τη Χρυσομαλλούσα. Και κείνος που θα τη φέρει είναι ο φίλος μου, που ήρθαμε μαζί».
Ήξερε καλά πως η Χρυσομαλλούσα ήταν μακριά και αυστηρά περιορισμένη και πως ήταν αδύνατο να ξαναγυρίσει ζωντανός ο φίλος του.
Έτσι ο πραγματικός κουμπάρος ξεκίνησε για τη μακρινή χώρα της Χρυσομαλλούσας. Εκεί που περπατούσε, βλέπει δυο μεγάλα πουλιά, δυο όρνια, να έχουν ένα κομμάτι κρέας και να μαλώνουν. «Γιατί μαλώνετε;», τους λέει, «ελάτε να σας μοιράσω εγώ το κρέας». Και τους το μοίρασε. Για να τον ευχαριστήσουν τότε εκείνα του είπαν: «Να, πάρε ένα φτερό, κι όταν μας χρειαστείς κάψτο και φτάνουμε εμείς».
Συνεχίζει το δρόμο του το παιδί. Πιο πέρα βλέπει δυο μυρμήγκια να μαλώνουν μ' ένα σπόρο σιτάρι. Τους το μοίρασε, κι αυτά για ευχαριστώ του 'δωσαν ένα φτερό για να το κάψει, αν τα χρειαστεί. Έφτασε κάποτε στο παλάτι της Χρυσομαλλούσας. «Ήρθα», λέει στον πατέρα της, «να πάρω τη Χρυσομαλλούσα». «Θα σου τη δώσω, αλλά πρώτα θα σε δοκιμάσω να δω αν είσαι δυνατός. Το βράδυ θα γεμίσουμε τη μάντρα με βόδια κι, ως το πρωί, πρέπει να τα βγάλεις όλα έξω, όχι από την πόρτα, αλλά από τον τοίχο. Αν δεν τα βγάλεις, θα σου πάρω το κεφάλι». Το βράδυ, πού να μπορέσει να βγάλει τόσα βόδια. Ούτε να τα πλησιάσει δεν μπορούσε. Πάνω όμως στη σκέψη και στη στεναχώρια του, θυμήθηκε τα πουλιά. Δεν χάνει καιρό, καίει το φτερό. Και ξαφνικά βλέπει ένα σύννεφο από πουλιά να τον πλησιάζουν. «Τι θέλεις;» του λένε. «Να, να με βοηθήσετε να βγάλουμε τα βόδια». «Μην ανησυχείς», του απάντησαν. Και μέσα σε λίγη ώρα, όλα τα βόδια βρέθηκαν έξω.
Το πρωί ο βασιλιάς τα 'χασε, δε περίμενε να δει έξω τα βόδια. «Καλά», του είπε. «Θα κάνεις και κάτι άλλο. Το βράδυ θα καθαρίσεις μια αποθήκη. Έχει μέσα κριθάρι και σιτάρι ανακατωμένο. Πρέπει να τα ξεκαθαρίσεις».
Πάλι στεναχώρια το παιδί. Πώς θα μπορούσε να το κάνει αυτό; Θυμήθηκε όμως πάλι τα μυρμήγκια, έκαψε το φτερό κι αμέσως παρουσιάστηκαν αμέτρητα μυρμήγκια μπροστά του. Τους είπε τι έπρεπε να κάνει και, σε λίγη ώρα, το σιτάρι είχε χωρισθεί από το κριθάρι.
Τον θαύμασε ο βασιλιάς την άλλη μέρα. «Μπράβο, του λέει. Σου αξίζει η Χρυσομαλλούσα. Τώρα να την πάρεις». Και άρχισαν οι ετοιμασίες για το ταξίδι. Κοντά στα άλλα πράγματα, η Χρυσομαλλούσα ζήτησε από τον πατέρα της και λίγο αθάνατο νερό. Και έφυγαν.
Σαν έφτασαν, ο σπανός, που ήταν όλο χαρά, που θα έπαιρνε για γυναίκα του μια τόσο όμορφη βασιλοπούλα, διέταξε τους δούλους να σκοτώσουν το παιδί και να το κόψουν μικρά κομματάκια. Όταν ήρθε η ώρα του γάμου, η Χρυσομαλλούσα έβλεπε πως άλλος ήταν ο γαμπρός. «Δεν παίρνω, λέει, άντρα αυτόν εδώ. Θέλω τον άλλο που μ' έφερε». Αφού είδαν πως ήταν αδύνατο να την καταφέρουν, της είπαν το μυστικό, πως τον έσφαξαν. «Καλά, λέει, πηγαίντε με στο μέρος που τον θάψατε». Πήγε λοιπόν εκεί, τον ξέθαψε, μάζεψε όλα τα κομματάκια και, τα έβα^ε στη σειρά και με λίγο αθάνατο νερό που τα έβρεξε, ξαναζωντάνεψε το παιδί. Και δεν περίμενε άλλο. Τώρα που είχε πεθάνει και αναστήθηκε, μπορούσε να πει το μυστικό. «Εγώ», λέει στο βασιλιά, «είμαι ο κουμπάρος σου. Αυτό κι αυτό συνέβη». Και διηγήθηκε όλη την ιστορία με το σπανό.
Χαρές μεγάλες στο παλάτι. Ο κουμπάρος του βασιλιά παίρνει γυναίκα τη Χρυσομαλλούσα, και τον σπανό τον κάνανε μικρά-μικρά κομματάκια για τα όσα είχε κάνει.

Παραλλαγή που συλλέχτηκε στον Πλατανιστό Καλαμπάκας το 1964
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.