Ο πολυροβυθάς.

(Κρήτη)

Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε μια χήρα κι είχε ένα γιο. Ήτανε πάμφτωχοι και δεν είχανε, μόνο το νερό στο σταμνί. Η χήρα εξενοδούλευγε κι ενέθρεφε το παιδί τζη και το μάθαινε ν' αγαπά το Θεό και να 'χει μεγάλη πίστη. Σαν εμεγάλωσε, εσκέφτουντανε ίντα δουλειά να βρει να ξεκουράσει τη μάνα ντου.
Μια μέρα εκάθουντανε ντουχιουντισμένος γιατί δεν ηύρισκε δουλειά και τσα πού σκυφτέ χαμαί, βρίσκει ένα ροβύθι και το πιάνει και λέει τση μάνας του:
«Έ, μητέρα, ανέ φυτέψω τονέ το ροβύθι, πόσα θα βγάλω;» «Μια χαχαλιά, παιδί μου». «Κι ανέ φυτέψω τη χαχαλιά, πόσα θα βγάλω;» «Ένα μουζούρι, παιδί μου». «Κι ανέ φυτέψω το μουζούρι;» «Είκοσι μουζούρια, παιδί μου». «Κι ανέ φυτέψω τα είκοσι μουζούρια;» «Διακόσα μουζούρια, παιδί μου».
Και για να μη ντα πολυλογούμε, φτάξα σ' ένα ποσό να βγάλει ένα εκατομμύριο οκάδες ροβύθια. Ο γιος εντουχιούντιζε όλη τη νύχτα κι εβάστα ντο ροβύθι στη χέρα ντου πού θα βρει τόπο να βάλει τοσανά ροβύθια και στην υστεργιά ήβγαλε την απόφαση, ομπρός να βρει την αποθήκη να τα βάλει κι ύστερα να ντακάρει να καλλιεργά το ροβύθι κι ετσά εξέγνοιασε και τον ήπηρε ο ύπνος.
Τη ταχινή απού σηκώθηκενε λέει τση μάνας του πως θα πάει απού χει μια δουλειά στην πόλη, μόνο άνε ργήσει, να μη στενοχωράται, γιατί μπορεί να κάμει και μήνα να γιαγύρει.
Η μάνα ντου του δωκε την ευκή τζη κι ήφυγε. Σαν ήφταξε στην πόλη, ήβγαλε το ντελάλη και φώνιαξε: «Ποιος έχει μιαν αποθήκη να βάνει ένα εκατομμύριο οκάδες ροβύθια...». Δεν ήβρηκε και ήφυγε και πήε σε άλλη πολιτεία. Ήβγαλε πάλι το ντελάλη, μα δεν ευρέθηκε αποθήκη τσα μεγάλη κι ήφυγε και πήε σε πιο μακρινή πολιτεία, ετσά εγύρισε πολλές πολιτείες και διαδόθηκε τ' όνομά ντου και τονέ βγάλανε Πολυροβυθά.
Τέλος πάντων ήφταξε και σε μιαν άλλη πολιτεία κι ήβγαλε το ντελάλη, κι ως τόκουσε ο βασιλιάς τονέ κάλεσε στο παλάτι να τονέ γνωρίσει και να του μιλήσει για την αποθήκη.
Ο Πολυροβυθάς επήε, μα εχτύπανε η καρδιά ντου να μη ξεγιβεντιστεί πως είχε μόνο ένα ροβύθι. Ο βασιλιάς του καμε τραπέζι μέγα και μεγάλο κι εκάλεσε τη δωδεκάδα ντου να σκεφτεί πώς ήθελα να εξεπερητήσουνε τον πλούσιο Πολυροβυθά.
Εβγάλα την απόφαση να ντακάρουνε, να χτίζουνε πολλές αποθήκες γιατί δεν ήτανε δυνατό να βρεθεί τέτοια μεγάλη αποθήκη, να βάλει μονοχτύπι τοσανά ροβύθια. Εκράτησε και τον Πολυροβυθά στο παλάτι να παρακλουθά το χτίρι.
Σαν ετελειώσανε το συμβούλιο, ήφυγε η δωδεκάδα και ο βασιλιάς εδιάταξενε τσι δούλες να στρώσου του Πολυροβυθά όλο μπαμπάκια και πούπουλα να κοιμηθεί, γιατί δα νάναι πολλά καλομαθημένος.
Οι δούλες εκάμανε ό,τι μπορούσανε, μα τη νύχτα ήπεφτε το ροβύθι απόύ τη χέρα ντου απού το βάστανε, γιατί εφοβούντανε να μη ντο χάσει κι εγύριζε όλη την ώρα και το βρίσκε άμα ήθελα μεταπνήσει.
Ο βασιλιάς τονέ παρακολούθησε και είχε μεγάλη στενοχώρια, γιατί δεν ευχαριστούσε το κρεβάτι τον ξένο. Το πρωί ήκαμε μεγάλη παρατήρηση στσι δούλες κι αυτές την άλλη βραδιά εβάλανε κι άλλα στρώματα κι ετσά το ροβύθι εστένουντανε στο λάκκο απού κανε το δεύτερο στρώμα κι άμα 'θελα ξυπνήσει ο Πολυροβυθάς τόβρισκε ντελόγο και δεν εταλαχοπορούντανε κι εξέγνοιασενε ο βασιλιάς.
Σαν επεράσανε κάμποσες ημέρες ο βασιλιάς εμπεγιέντισε τοσονά πολύ το Πολυροβυθά, απού του πρότεινε να τονέ κάμει γαμπρό. Ο Πολυροβυθάς εστενοχωρέθηκε μα δεν εμπόριε να προσβάλει το βασιλιά και τη θυγατέρα ντου και εσιβάστηκε κι είπε ότι 'ναι απού το Θιο γραφτό ας γενεί.
Ήβλεπενε όμως σα ντα μάθια ντου το ροβύθι να μη ντο χάσει, γιατί ίντα 'θελα γενεί ύστερα κι ίντα 'θελα να βάλει στσι αποθήκες, απού ετοιμάζουντανε με τοσηνιά βιάση.
Επέρνανε ο καιρός και μιαν ημέρα είπενε ο βασιλιάς του Πολυροβυθά να πάνε στο βασίλειο απού κάθεται, να δούνε και τη μάνα ντου, να ρίξει κι αυτός μιαν αμαθιά στα χωράφια ντου, να δει ίντα κάνανε οι νεσπέρηδες απού τα καματεύγανε.
Ο Πολυροβυθάς, όντο τόκουσε, επήε το αίμα ντου στσι πατούχες του, μα δεν εμπόριε να πει όχι του βασιλιά και του λέει να ετοιμαστούνε και όντε θέλουνε να ξεκινήσουνε να πάνε.
Ο βασιλιάς ήρχιξενε μέγα και φοβερές ετοιμασίες και μια ταχινή εξεκινήσανε. Ήπηρε βασιλική συνοδεία και στρατός με μουζικές και ιππικό και όλες στσι βάγες τση βασιλοπούλας.
Ο Πολυροβυθάς τως ήπενε: «Εγώ δα πηγαίνω πλια ομπρός με το άλογό μου, γιατί θέλω να επιθεωρήσω τα πράμματα».
Επηγαίνανε, επηγαίνανε και ευρεθήκανε σ' ένα μέγα και φοβερό κάμπο, απού εβόσκανε χιλιάδες βούγια και μουσκάργια. Ο Πολυροβυθάς απού πήγαινε ομπρός φωνιάζει τω βουκόλω και τώσε λέει: «Θωρείτε κειονέ τ' ασκέρι, απού 'ρχεται από κειε πέρα;» «Ναι, του λένε». «Ε, ο βασιλιάς είναι με την ακολουθία ντου, μόνο ανέ σας ερωτήξει τίνος είναι τανέ τα βούγια, να του πείτε, του Πολυροβυθά, γιατί κακομοίρηδες πάει η κεφαλή σας». «Ο Θιός να σε ξεμιστεύγει απού μας τόπες, ντα που 'θελα το κόψει μας ο νους μας τέθοιο πράμμα κι ήθελα πάμε σα τ' αποθαμένου τα ρούχα οι κακομοίρηδες, είπαν οι βοσκοί τω βουγιώ».
Σε λιγάκι φτάνει η συνοδεία και ο βασιλιάς και ρωτά τσι βουκόλους: «τίνος είναι τανά τα βούγια;» «Του Πολυροβυθά, βασιλέα μου». «Μπράβο, κόρη μου, με τον άντρα που πήρες, κι εδιάταξε απού τον ενθουσιασμό ντου, να παίξουνε οι μουζικές».
Ο Πολυροβυθάς επροχώριενε πάλι ομπρός και θωρεί ένα κάμπο μέγα και φοβερό γεμάτο πρόβατα και φωνιάζει τω βοσκώ και τώσε λέει: «Θωρείτε κειονέ τ' ασκέρι απού 'ρχεται από πάνω; Ο βασιλιάς είναι με την ακολουθία ντου, μονό ανέ σας ερωτήξει τίνος είναι τανέ τα ωζά, να πείτε του Πολυροβυθά, γιατί κακομοίρηδες πάει η κεφαλή σας». «Ο Θιός να σου δίδει την υγειά σου κι ως μας εγλίτωσες, ετσά να σε γλιτώνει και σένα ο Θιός απού τσι αδικές και τσι κακές ώρες, είπανε οι βοσκοί».
Σε λιγάκι ήφταξε και ο βασιλιάς και εθάμαζε την ομορφιά και τα πάχητα των ωζώ και ρωτά τσι βοσκούς: «Τίνος είναι τα ωζά;» «Του Πολυροβυθά, βασιλιέα μου πολυχρονισμένε».
Ο βασιλιάς εκουζουλάθηκε απού τη χαρά ντου κι εντάκαρε τσι μουζικές και τα τραγούδια και τσι ζητοκραύγασες.
Ο Πολυροβυθάς επροχώριενε πάλι ομπρός και παντήχνει του ένας άλλος κάμπος γεμάτος πουλόρνιθα, πάπιες, κούβες χιλιάδες.
Και φωνιάζει κειωνά που τα βλέπανε και τώσε λέει: «Θωρείτε τ' ασκέρι απού 'ρχεται από πάνω; Ο βασιλιάς και η συνοδεία ντου είναι, μόνο ανέ σας ερωτήξει τίνος είναι τανέ τα πουλόρνιθα, να του πείτε του Πολυροβυθά, γιατί κακομοίρηδες πάει η κεφαλή σας».
Το ίδιο εγίνηκε και στα πουλόρνιθα κι ύστερα επαντήξανε κάμπους με μπαμπάκια σπαρμένους, με σπαρτά, με όσπρια και σε όλα επαράγγερνε πια μπρος ο Πολυροβυθάς κι ελέγανε πως ήτανε δικά ντου.
Στα τελευταία εφτάξανε σ' ένα μέγα και φοβερό παλάτι και είπε στσι δούλους και στσι δούλες ο Πολυροβυθάς να πούνε πως είναι δικό ντου το παλάτι και να περιποιηθούνε όσο μπορούνε πια καλά το βασιλιά και την ακολουθία ντου. Απού τσι δούλους και τσι δούλες ήμαθε ο Πολυροβυθάς πως το παλάτι ήτανε 'νους δράκου και όλα τα υπάρχοντα που τώσε παντήξανε, και πως ήτανε ένα σκληρόκαρδο τέρατο και με το ψύλλου πήδημα τσ' ήτρωγε κι ύστερα επήγαινε και ήπαιρνε άλλους και τσ' ήφερνε να του δουλεύγουνε και πάλι τα ίδια μας.
«Ε, παρακαλείτε το Θεό να μας εβοηθήξει όλω μας, γιατί χωρίς να φταίω κι εγώ κι οι αθρώποι απού δα νάρθουνε δα μας εφάει».
Σε λιγάκι ήφταξε ο βασιλιάς και όλο το προσωπικό του παλαθιού επαρουσιάστηκε στην υπερεσία του Πολυροβυθά να τσι 'ποδεχτεί. Ο βασιλιάς και όλοι ενθουσιασμένοι ρίχτηκαν αμέσως στο γλέντι και στα φαητά, μόνο ο Πολυροβυθάς επήαινε στο δρόμο απού του 'πανε πως έρχεται ο δράκος και το ενήμενε να του εξηγηθεί.
Όντεν εμούχλιανε να το δράκο ίσαμε τέσσερα μέτρα στο ύψος κι ήρχουντανε. Ο Πολυροβυθάς εσηκώθηκε και του 'πενε ίντα του σύμβηκε, απού την αρχή απού βρήκε το ροβύθι και πώς χωρίς να το θέλει ήπηρε στο λαιμό ντου τοσουσάς αθρώπους και τσι λυπάται... κι άλλα πολλά.
Ο δράκος του λέει να πας να κάνεις τον αφέντη τω πραμάτω μου και τα μεσάνυχτα να κάτσεις από κάτω στη καμινάδα και θα σου πω δώδεκα κουβέντες κι ανέ μου δώσεις σωστή απάντηση δα σου πομείνουνε τα καλά μου.
Ο δράκος επήε αλλού και δεν επαρουσιάστηκε καθόλου κι ο Πολυροβυθάς εγύρισε και ήλαβε μέρος στη διασκέδαση. Συχνά ο βασιλιάς του 'λεγε: «Πώς ήκατσες, γαμπρέ μου, τοσεσάς ημέρες στο βασίλειο μου κι είχε νου, ν' ανεμίζεις τοσανά υπάρχοντα αμοναχά;»
Τα μεσάνυχτα ήφυγε ο Πολυροβυθάς απού την παρέα και πήε στη καμινάδα κι ενήμενε το δράκο να του πει τα ερωτήματα. Απού την κούραση όμως και τη στενοχώρια τον ήπηρε ο ύπνος κι εκοιμήθηκε κειά.
Σε λιγάκι φτάνει ο δράκος και του φωνιάζει: «Πολυροβυθά, γροικάς με;» Αντιπητός του Πολυροβυθά, επάντησε ο Χριστός: «Γροικώ σε, λέγε».
«Ένα», λέει ο δράκος.
«Ένας είναι ο Θεός», απαντά ο Χριστός.
«Δυο», λέει ο δράκος.
«Δίκερο είναι το βούι κι ένας είναι ο Θεός».
«Τρία», λέει ο δράκος.
«Τρισυπόστατος Σταυρός, δίκερο είναι το βούι κι ένας είναι ο Θεός», απαντά πάλι η Χάρι ντου.
«Τέσσερα», λέει ο δράκος.
«Τεσσαρορόη η αελιά, τρισυπόστατος Σταυρός, δίκερο είναι το βούι κι ένας είναι ο Θεός».
«Πέντε», λέει ο δράκος.
«Πενταδάχτυλη 'ναι η χέρα, τεσσαρορόη η αελιά, τρισυπόστατος Σταυρός, δίκερο είναι το βούι κι ένας είναι ο Θεός».
«Έξε», λέει ο δράκος.
«Έξ άστρα 'χει η πηλιά, πενταδάχτυλη 'ναι η χέρα, τεσσαρορόη η αελιά, τρισυπόστατος Σταυρός, δίκερο είναι το βούι κι ένας είναι ο Θεός».
«Εφτά», λέει ο δράκος.
«Εφταπάρθενος χορός γίνεται στον ουρανό, έξ άστρα 'χει η πηλιά, πενταδάχτυλη 'ναι η χέρα, τεσσαρορόη η αελιά, τρισυπόστατος Σταυρός, δίκερο είναι το βούι κι ένας είναι ο Θεός».
«Οχτώ», λέει ο δράκος.
«Το χταπόδι στο γιαλό, εφταπάρθενος χορός γίνεται στον ουρανό, έξ άστρα 'χει η πηλιά, πενταδάχτυλη 'ναι η χέρα, τεσσαρορόη η αελιά, τρισυπόστατος Σταυρός, δίκερο είναι το βούι κι ένας είναι ο Θεός».
«Εννιά», λέει ο δράκος.
«Εννιαμήνι το κοράσο, το χταπόδι στο γιαλό, εφταπάρθενος χορός γίνεται στον ουρανό, έξ άστρα 'χει η πηλιά, πενταδάχτυλη 'ναι η χέρα, τεσσαρορόη η αελιά, τρισυπόστατος Σταυρός, δίκερο είναι το βούι κι ένας είναι ο Θεός».
«Δέκα», λέει ο δράκος.
«Δεκαμήνι το πουλάρι, εννιαμήνι το κοράσο, το χταπόδι στο γιαλό, εφταπάρθενος χορός γίνεται στον ουρανό, έξ άστρα 'χει η πηλιά, πενταδάχτυλη 'ναι η χέρα, τεσσαρορόη η αελιά, τρισυπόστατος Σταυρός, δίκερο είναι το βούι κι ένας είναι ο Θεός».
«Έντεκα» λέει ο δράκος.
«Εντεκαμήνι το μουσκάρι, δεκαμήνι το πουλάρι, εννιαμήνι το κοράσο, το χταπόδι στο γιαλό, εφταπάρθενος χορός γίνεται στον ουρανό, έξ άστρα 'χει η πηλιά, πενταδάχτυλη 'ναι η χέρα, τεσσαρορόη η αελιά, τρισυπόστατος Σταυρός, δίκερο είναι το βούι κι ένας είναι ο Θεός».
«Δώδεκα» λέει ο δράκος.
«Δώδεκα μήνες έχει ο χρόνος, Εντεκαμήνι το μουσκάρι, δεκαμήνι το πουλάρι, εννιαμήνι το κοράσο, το χταπόδι στο γιαλό, εφταπάρθενος χορός γίνεται στον ουρανό, έξ άστρα 'χει η πηλιά, πενταδάχτυλη 'ναι η χέρα, τεσσαρορόη η αελιά, τρισυπόστατος Σταυρός, δίκερο είναι το βούι κι ένας είναι ο Θεός, Θεοκατάρατε», του λέει ο Χριστός και γίνεται ο δράκος ένας βόλος αλάτσι.
Ο Πολυροβυθάς εκοιμούντανε στη καθέγλα ντου όλη τη νύχτα και το πρωί απού είδενε το φως εξύπνησε και είπε, όφου ίντα 'παθα και ο δράκος δα νέχει δα φαωμένους τσι μισούς απού τσι κακομοίρηδες απού 'φερα παδέ.
Βγαίνει όξω και γροικά τα γλένδια και τσι χορούς κι εσυνεχίζανε και ρωτά τσι δούλους απού κατέχανε το νεραζό και του λένε όλα του τα 'πες σωστά, γιατί εμείς παρακολουθήσαμε και τον είδαμε και ήβγανε αφρό απού το στόμα όσο του τάλεγες καλά.
Ο Πολυροβυθάς εκατάλαβε πως άλλος ήτανε απού επάντανε και ήκαμε το σταυρό ντου κι είπε και στσι δούλους, πως αυτός εκοιμούντανε και ο Χριστός τσ' ήσωσε.
Ο Πολυροβυθάς εγίνηκε κυρίαρχος στα καλά του δράκου κι επεράσανε καλά κι εμείς καλύτερα.
Άνω Αρχάνες Κρήτης.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.