Η ευχή της μάνας.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η Ξυλομαρία")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας παπάς με την παπαδιά του κι είχαν μια κόρη κι όλοι μαζί ζούσαν ευτυχισμένα. Κάποτε πέθανε η παπαδιά κι άφησε ένα ζευγάρι πασούμια αφόρετα. Λέει λοιπόν ο παπάς: «Παιδί μου, θα τα πάρω αυτά, κι οποιανής κάνουν, θα την πάρω γυναίκα μου».
Τα πήρε λοιπόν ο παπάς και γύριζε τα χωριά. Της μοιανής στενά, της αλληνής κοντά, της αλληνής μακριά, δεν εμπόρεσε να βρει το πόδι της παπαδιάς. Τα γύρισε πίσω σπίτι. Αφού γύρισε στο σπίτι, λέει η κόρη:
«Βρε, καλέ πατέρα μου, δεν αφήνεις να τα φορέσω εγώ, να θυμάμαι τη μητέρα μου;»
Τ' αφήνει λοιπόν και τα φορεί η κόρη. Μόλις τα φόρεσε, της ήρθαν ίσα. Λέει τότε ο παπάς: «Αφού σου κάνουν ίσα-ίσα, θα πάρω σένα γυναίκα». «Α, πατέρα, το παιδί σου θα πάρεις γυναίκα;» «Θα σε πάρω, όπως κι αν έχει το πράγμα». «Πατέρα, θα πάρεις το παιδί σου; είναι δυνατό ένα τέτοιο πράγμα να γίνει;» «Θα το κάνουμε να γίνει». Είδε η κοπέλλα τ' απροχώρητο, ότι δε γίνεται τίποτα ν' αποφύγει απ' αυτό. Του λέει λοιπόν: «Πατέρα, για να με πάρεις γυναίκα, ξέρεις τι θα κάμεις;» «Τι θα κάμω;» «Θα μου φτιάξεις μια φορεσιά, όπως είναι ο ουρανός μ' όλα τ' αστέρια».
Πάει λοιπόν, γύρισε τον κόσμον όλονε, βασανίστηκε, την έφτιαξε, την πήγε: «Τώρα λοιπόν, θα μου φτιάξεις άλλη μια φορεσιά, ό,τι έχει τη γης απάνω με τα λουλούδια, με τα βουνά της, με τις λίμνες της». Πάλι πήγε, βασανίστηκε και την έφτιαξε. Όταν της την πήγε, λέει: «Θα πας να μου φτιάξεις άλλη
μία με τη θάλασσα, τα βαπόρια, τα ψάρια κι ό,τι έχει μέσα». Γύρισε πάλι τον κόσμο, βασανίστηκε, της την έφερε: «Σου 'φερα κι αυτά, τι θα γίνει;» «Ακόμα ένα άλλο, πατέρα, θα μου φέρεις, ένα γαιδουροπέτσι». Το πήρε αυτός, το 'φτιάξε, το 'καμε φορεσιά, όπως του είπε και της το πήγε κι αυτό. Στο μεταξύ αυτή ετοιμαζόταν να φύγει, έφτιαξε κάτι κουλουράκια και παξιμαδάκια. Το βράδυ της λέει: «Τώρα, ετελείωσαν τα πράματα, ετοιμάσου να σε πάρω γυναίκα μου». «Καλά», του λέει, «αφού ήταν τυχερό έτσι, έτσι θα γίνει, αλλά να πάω μια στιγμή έξω, να έρθω πια, να τελειώσει».
Ο παπάς φοβόταν μη φύγει. Λέει: «Θα 'ρθώ κι εγώ έξω». Η κοπέλα του λέει: «Πατέρα, αστειεύεσαι, άσε με να βγω έξω. Άφησε και την πόρτα ανοιχτή, αφού φοβάσαι κι εγώ θα έρθω γρήγορα μέσα». Αυτή, βγαίνοντας απ' έξω από την πόρτα, είχε ένα σκοινί και δένει τη μπετούγια. Την έδεσε τη μπετούγια, μπαίνει μέσα στο γαιδουροπέτσι που είχε βάλει και τις φορεσιές και τα κουλουράκια και κρύβεται. Ο παπάς έψαξε, δεν τη βρήκε. Φεύγει αυτή από τον τόπο της, πάει σ' ένα μέρος και στέκεται σε μια βρύση. Εκεί πείνασε, κάθισε να φάει. Ένα βασιλόπουλο πήγαινε στο κυνήγι κι εκαθόταν σ' αυτή τη βρύση κι έβρεχε το παξιμάδι του κι έτρωγε. Κάνει έτσι το βασιλόπουλο και βλέπει την κοπέλα μέσα στο πετσί. «Τι είσαι εσύ;» λέει. Αυτή, άφησε τα ονόματα και λέει: «Πέτσι, πέτσι, πέτσι». Της λέει πάλι: «Τι είσαι εσύ;» «Πέτσι, πέτσι, πέτσι». «Πες μου, για θα σε σκοτώσω». Και της δείχνει το πιστόλι. Εκείνη έκανε: «Πέτσι, πέτσι, πέτσι», για να δείξει ότι δεν είναι άγριο ζώο. Τη βλέπει λοιπόν, με ψωμί στα χέρια κι έτρωγε και της λέει: «Θα σε πάρω σπίτι μου για να ταίζεις τις κότες». Πήγε, την παίρνει και την πάει στο σπίτι κι από τότε έκανε δουλειές.
Όταν ήρθε το Νέο Έτος κι ήσαν στην εκκλησία όλοι, σηκώνεται, ντύνεται τη μία φορεσιά, πάει την ώρα της δοξολογίας. Με το που μπήκε, άστραψε η εκκλησιά. Την είδε το βασιλόπουλο, εθαμπώθηκε και την αγάπησε. Προτού τελειώσει η δοξολογία, έφυγε το πέτσι-πέτσι και χώθηκε μες στο πετσί, χωρίς να τη δει κανένας. Όταν γυρίσανε όλοι από την εκκλησιά, κάνανε συζήτηση για την όμορφη κοπέλλα, ποια να είναι.
Ήρθε του Ευαγγελισμού, φορά την άλλη φορεσιά, πάει κρυφά στην εκκλησιά και γυρνά δίχως να τη δει κανείς. Το Πάσχα πήγε πάλι στην εκκλησιά, την είδε το βασιλόπουλο, μόλις έγινε η δοξολογία, προτού πιάσει το χορό, πήγε το βασιλόπουλο κοντά της και, με τρόπο, της φορεί στο χέρι το δαχτυλίδι του. Σε μια στιγμή όμως, φεύγει πάλι η όμορφη κοπέλα. Τώρα το βασιλόπουλο έχει δυο καημούς κι ούτε να φάει θέλει ούτε να κοιμηθεί ούτε να μείνει μέσα στο σπίτι. Λέει λοιπόν: «Μητέρα, θα μου κάμεις λίγα παξιμάδια, θα μου ετοιμάσεις να πάω κυνήγι, θέλω να ξεσκάσω, δεν ξέρω πού πάει αυτή η κοπέλα κι έδωσα και το δαχτυλίδι μου».
Εκεί που καθόταν κι έσκυψε να ζυμώσει, πάει το πέτσι-πέτσι, δήθεν πως έβγαλε τις κότες. Πάει λοιπόν κρυφά κι έβαλε το δαχτυλίδι μες στο προζύμι.
Τα 'πλάσε η βασίλισσα, τα 'ριξε μέσα στο φούρνο, τ' άφησε. Την άλλη μέρα, είπε της μάνας του το βασιλόπουλο κι έβαλε στην τσάντα του μερικά παξιμάδια και πάει κυνήγι. Στη βρύση που πήγε, βγάζει το μαχαίρι του να κόψει το παξιμάδι, εκεί κάνει κρτς και κόβει και το δαχτυλίδι. Σηκώνεται αμέσως και πάει πίσω. Λέει η μητέρα του: «Πώς ήρθες τόσο νωρίς;» Λέει: «Εχτές που εζύμωνες, θα μου πεις ποιος ήρθε στο σπίτι». Δεν της είπε της μάνας του πως βρήκε το δαχτυλίδι. Εκείνη να ορκίζεται πως δεν ήρθε κανείς, «μόνο με το πέτσι-πέτσι ήμουνα και ζύμωνα». Αυτός τέλος το πίστεψε πια και πάει στο πέτσι- πέτσι, που ήταν κάτω στο κοτέτσι. Λέει: «Πες μου πώς σε λένε, γιατί εσύ είσαι βασιλοπούλα, δεν είσαι για το κοτέτσι». Εκείνη χτυπιόταν, τέλος την πιάνει και σκίζει το πετσί. Αφού το 'σκίσε το πετσί, βγήκε η ωραία κοπέλα. Την πήρε το βασιλόπουλο γυναίκα.
Ο πατέρας της όμως δεν εσταμάτησε εκεί, έλεγε πως θα τη βρει, να την εκδικηθεί και πάει και γίνεται ζητιάνος για να εκδικηθεί την κόρη του. Όταν ήταν πολύ πτωχοί, τους λυπόταν η βασίλισσα κι έβγαινε η ίδια να τους δώσει βοήθημα, μην τους δώσουν λίγο. Μόλις την αντίκρυσε, την εγνώρισε πως είναι η κόρη του κι αυτή ότι είναι ο πατέρας της. «Άνοιξε το σακούλι», του είπε. Πήρε το σακούλι κι άρχισε να ρίχνει στάρι. Αυτός όμως, μόλις την είδε, το 'κλείσε και χύθηκε το στάρι. Τότε πήγαν οι υπηρέτες να του δώσουν άλλο. «Άφησέ το», του λένε, «μην το μαζεύεις χαι νυχτώσεις». «Όχι», λέει, «θέλω την πρώτη διακονιά που μου δίνουν, να τη μαζέψω». Έτσι ενύχτωσε και λέει στους υπηρέτες: «Θα μείνω απόψε εδώ και το πρωί θα φύγω». Τη νύχτα όμως σηκώνεται και πάει στην κάμαρα που κοιμόντουσαν οι βασιλείς με την οικογένειά τους. Κι έσφαξε και τα τρία τα παιδιά τους κι έβαλε το μαχαίρι κάτω από της βασίλισσας το μαξιλάρι κι έγινε άφαντος. Σηκώνονται το πρωί, βρίσκουν και τα τρία παιδιά σφαγμένα και το μαχαίρι κάτω από της βασίλισσας το μαξιλάρι. Της λέει λοιπόν ο βασιλιάς: «Αφού είναι κάτω από το μαξιλάρι σου, τα σκότωσες εσύ». Εκείνη δεν ήθελε να μαρτυρήσει τον πατέρα της. Ο βασιλιάς την αγαπούσε και δεν μπορούσε να τη σκοτώσει, την έδωσε λοιπόν στους υπηρέτες του και τους ζήτησε ένα ποτήρι αίμα για δείγμα.
Την παίρνουν αυτοί, παίρνουν και τα σφαγμένα παιδιά και την αφήνουν σ' ένα δάσος για να τη φάνε τα θηρία. Της κόψαν και το μικρό της δάχτυλο και το πήγαν του βασιλιά. Εκεί στο δάσος που την αφήσαν κι όπως ήταν άγριο το μέρος, αυτή καθόταν κι έκλαιγε την τύχη της, την τυραννία που της έκανε ο πατέρας της. Και παρακαλούσε να φάει πρώτα αυτήν, αν πάει κανένα θηρίο, να μη δει άλλη λαχτάρα, να τραβούν τα παιδιά της να τα ξεσκίσουνε. Εκεί που κοιτούσε κι έκλαιγε μόνη της, βλέπει μπρος της κι άνοιγε ένας ωραίος δρόμος φαρδύς. Σκεπτόταν τι θα γίνει και βλέπει ένα γεροντάκι να την πλησιάζει. Τη χαιρέτησε, της λέει: «Τι έχεις, γιατί κλαις;» Λέει: «Με ρωτάς, παππού, δε βλέπεις την κατάστασή μου, πού βρίσκομαι, που ο πατέρας μου μού 'καμε αυτήν τη συμφορά;» Της δίνει τρεις βεργούλες τότε ο γέροντας. Της λέει: «Να, χτύπα τες κάτω». Χτύπησε αυτή, βγήκε ένα ωραίο νερό. Της λέει: «Πλύνε τα παιδιά σου». Τά 'πλυνε αυτή, ζωντάνεψαν, έπλυνε και το δάχτυλο της κι έγινε καλά. Της δίνει άλλη μία, της λέει: «Χτύπα χάμω μ' αυτήν και θα γίνει ένας ωραίος πύργος». Γίνεται ο πύργος, της λέει: «Πάρε τα παιδιά σου κι έμπα μέσα. Πάρε και την τρίτη βεργούλα και χτύπησε και θα επιπλωθεί το σπίτι αυτό και θα μπουν όλα, οι τοίχοι, τα δέντρα, τα έπιπλα». Μπαίνει μέσα, υπηρέτες, υπηρέτριες, περιβόλια, πλούτη. Κάθισε εκεί ευτυχισμένη με τα παιδιά της.
Ο βασιλιάς, από τον πολύ καιρό που πέρασε, λέει: «Βρε παιδιά, δεν πάμε ως εκεί που αφήσατε αυτήν τη γυναίκα, να δούμε τι έγινε». Και πήραν τα όπλα τους και πήγαν για κυνήγι. Όταν πλησίασαν εκεί, οι άνθρωποι είδαν το μέρος διαφορετικό. Λέει ο βασιλιάς: «Πού την αφήσατε, δε θυμόσαστε;» Λέει πως «δε θυμόμαστε». «Ήταν αυτός ο δρόμος;» «Όχι, ένα έρημο δάσος». «Ας πάμε κοντά, να χτυπήσουμε την πόρτα, να μας ανοίξουνε». Πάει λοιπόν ο βασιλιάς, χτυπάει την πόρτα, η πόρτα μίλαγε. Φώναξε λοιπόν στη βασίλισσα ότι «Ήρθαν τρεις άντρες να μας δούνε». Λέει η βασίλισσα: «Αν είν' καλοί, αφήστε τους κι αν είν' κακοί, γκρεμίστε τους». Πάει ο βασιλιάς, τον πετά κάτω. Μόλις παν οι τρεις άλλοι, χτυπάν την πόρτα, αμέσως η πόρτα άνοιξε και μπήκαν μέσα. Τέλος, πήραν και τον βασιλιά να πάνε. Μόλις κάθισαν, το μικρό παιδί είπε στο κουτάλι του, στο μαχαίρι του, στο πηρούνι του, να μπουν στη τσέπη του βασιλιά. Όταν άρχισαν να τρώνε, το παιδί φωνάζει: «Το κουτάλι μου, το πηρούνι μου, το μαχαίρι μου». Οι υπηρέτες του δίναν άλλα, μα εκείνο ήθελε τα δικά του κι εφώναζε: «Κουτάλι μου, πηρούνι μου, μαχαίρι μου, πού είσαι;» «Στου βασιλιά την τσέπη». «Α», του λένε τότε όλοι, «ήρθες λοιπόν να μας κλέψεις;»
Το βράδι στρώσανε να κοιμηθούν. Πάει η βασίλισσα, του στρώνει τη διπλανή κρεβατοκάμαρα από τη δική της. Μόλις έπεσαν, το μικρότερο παρακαλούσε τη μητέρα του να του πει ένα παραμύθι. Εκείνη δεν ήθελε αλλά τέλος το ρώτησε, ποιο παραμύθι ήθελε να του πει. Λέει το παιδί: «Το πέτσι, πέτσι, είναι ωραίο παραμύθι». Κι αρχίζει αυτή και λέει όλη την ιστορία της, και την εκδίκηση του πατέρα της και ότι η ευχή της μάνας της την εβοήθησε στη δυστυχία.
Ο βασιλιάς στη διπλανή κάμαρα τ' άκουσε, κατάλαβε τι είχε γίνει κι εφίλιωσε με τη βασίλισσα και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Παραλλαγή που συλλέχτηκε από την Άννα Αγκανταβάνη το 1960 στον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.