Το πιπίλισμα της βασιλοπούλας από το δράκο.

(Μικρά Ασία)

Είχε ένα βασιλιά κι είχε μια και μοναχή κόρη. Σαν ήρθε σε νόμου ηλικία, θέλησε να τη στεφανώσει, όμως η κόρη δεν ήθελε κανένα. Είπε να της δώσει του βεζίρη τον υιόν, δεν ήθελε. Της είπε πολλούς, κανένας δεν της άρεσε. Στο τέλος είπε η κόρη στον πατέρα της να προστάξει να περάσει από μπρος από το παλάτι όλος ο κόσμος και σ' όποιον ρίξει το μήλο, εκείνον να της δώσει.
Βασιλικός ορισμός, οργή θεϊκή, να περάσει όλος ο κόσμος, μικροί, μεγάλοι, μπρος από το παλάτι.
Σαν πέρασε όλος ο κόσμος και εξής, πίσω-πίσω πέρασε κι ένας δράκος κι άρεσε στην κόρη.
Μη ξέροντας πως είναι δράκος, του έριξε το μήλο. Αμέσως ο βασιλιάς κάμνει γάμους, την παντρεύει με το δράκο.
Αφού πέρασαν πέντε-έξι μέρες, θέλησε ο δράκος να την πάρει και να φύγει στην κατοικία του. Έγινε κι η γνώμη της κόρης, το είπε στον πατέρα της, έδωσε την άδεια, σηκώνονται, φεύγουν.
Περπατούν πέντ' έξι μέρες, την πάει πάνω σ' ένα βουνό, σχίζει το βουνό, βάζει μέσα ο δράκος τη βασιλοπούλα, γίνεται ένας όφις και τυλίγεται πάνω της και πιπίλιζε το αίμα της. Την ημέρα έφευγε στο κυνήγι και το βράδυ της έδινε να τρώει μια πέρδικα και γινότανε πάλι όφις και την πιπίλιζε.
Η κόρη είχε μαζί της δυο περιστέρια και, σαν είδε αυτά τα φερσίματα, πιάνει και γράφει γράμμα και ιστοράει όλα στον πατέρα της και το δένει στο λαιμό του περιστεριού και το αφήνει και φεύγει.
Έρχεται το περιστέρι, πιάνει, ανοίγει, διαβάζει το γράμμα ο βασιλιάς κι έφριξε ο νους του. Αμέσως βγάζει διαλάλημα, όποιος είναι άξιος να πάει να γλιτώσει την κόρη του, να του τη δώσει γυναίκα και να του δώσει και το βασίλειο.
Είχε και μιά γριά κι είχε δέκα παιδιά κι ήταν κυνηγοί και καλά παλικάρια. Τη φωνάζει ο βασιλιάς και της λέει: «Δεν μπορούν τα παιδιά σου να γλιτώσουν την κόρη μου;» Του λέει η γριά: «Να μου κάμεις, βασιλιά μου, δέκα φορεσιές ρούχα» και τις παίρνει και φεύγει.
Πάει στο σπίτι της, κρεμά έξω από την πόρτα τη μια φορεσιά, έρχεται ο μεγάλος της γιος, τη ρωτά: «Τι είναι τούτα τα ρούχα;» Του λέει: «Αν μου πεις την παλικαριά σου, είναι δικά σου». Της λέει: «Εγώ ξέρω τα πάντα όλα».
Δίνει σ' εκείνον τη μια, κρεμά και την άλλη τη φορεσιά. Έρχεται κι ο δεύτερος, ρωτά κι εκείνος, λέει κι εκείνος την παλικαριά του, πως με τη ράβδο του σχίζει το βουνό. Δίνει και σ' εκείνον την άλλην, έρχεται κι ο τρίτος, λέει κι εκείνος την παλικαριά του, πως είναι επιτήδειος κλέφτης. Παίρνει κι εκείνος την άλλη, έρχεται κι ο τέταρτος, λέει πως πετροβολά τον κόσμο από τη μια μεριά στην άλλη. Έρχεται κι ο πέμπτος, λέει πως κάμνει δάσος να μη μπορεί να περνά μυρμήγκι. Ο άλλος κάμνει ψηλό βουνό, ο άλλος μπρος στεριά και πίσω θάλασσα. Ο άλλος λέει πως ρίχνει σαΐτα, φαίνεται για δε φαίνεται το πουλί, και το κτυπά. Ο άλλος λέει πως δίνει ψυχή στον πεθαμένο.
Τότε τους λέει η μάνα: «Να πάτε, παιδιά μου, να φέρετε του βασιλιά την κόρη και θα σας κάμει μεγάλες χαρές. Λένε αυτοί: «Μετά χαράς».
Σαν ξημέρωσε, σηκώνονται, πιάνουν το δρόμο. Τους λέει ο μεγάλος, που ήξερε τα πάντα όλα: «Σ' αυτό το βουνό είναι». Πάνε, σκίζει το βουνό ο δεύτερος, βρίσκουν την κόρη, κι ήταν ο όφις τυλιγμένος πάνω της. Εκείνος που 'τανε επιτήδειος κλέφτης, έπιασε σιγά-σιγά και ξετύλιξε την κόρη, χωρίς να νιώσει ο όφις. Πιάνει κι ο άλλος και εκσφεντονίζει το ένα του παπούτσι στη μιαν άκρη του κόσμου και το άλλο στην άλλην άκρη και παίρνουν δρόμο.
Σαν πήγαν παρακεί, λέει ο μεγάλος: «Ξύπνησε ο δράκος και πήγε να φέρει τα ποδήματά του και τα 'φερε, κι έπιασε τη στράτα». Κάμνει ο άλλος αμέσως το δάσος, έρχεται ο δράκος με τσάπες και μπαλτάδες και σου κάμνει το δάσος γης μαδιάμ. Σαν τον είδανε, κάμνει ο άλλος ανάμεσα το ψηλό το βουνό, πάει ο δράκος με τσάπες και κασμάδες, σκορπίζει το βουνό. Σαν φάνηκε, κάμνει ο άλλος μπρος στεριά και πίσω θάλασσα. Αρχίζει ο δράκος με τουλούμια και τρόμπες, αδειάζει τη θάλασσα. Αμέσως κάμνει ο άλλος τον ψηλό πύργο και μπαίνουν μέσα όλοι. Τότε έρχεται ο δράκος και χλιμιντρά από το θυμό του, τους λέγει: «Βρε σκυλιά, δείξτε μου τουλάχιστο το δαχτυλάκι της!» Λέει εκείνος που ήξερε τη σαΐτα: «Ας την ιδεί». Αυτός, που 'δε το δαχτυλάκι της, τη ρουφά και την καταπίνει. Εκείνη τη στιγμή ρίχνει ο άλλος τη σαΐτα, καρφώνει το δράκο κατακέφαλα. Κατεβαίνουνε, σκίζουν την κοιλιά του, βγάζουν την κόρη νεκρή. Έρχεται ο άλλος, ρίχτει τ' αθάνατο το νερό, την ανασταίνει, την παίρνουν, έρχονται στον πατέρα της. Χαρές κι αγαλλιάσεις ο βασιλιάς, κάμνει γάμους και χαρές, και τη δίνει στο μεγάλο και πέρασαν ζωή χαρισάμενη.
Μήτε εγώ ήμουν εκεί, μήτε εσείς να το πιστέψετε.

Καλλιόπη Μουσαίου-Μπουγιούκου, Παραμύθια του Λιβισιού και της Μάκρης, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1976, σ. 148-151.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.