Η κρίση του δικαστή.

(Πόντος)

Ήταν ένας γέρος κι είχε τρία αγόρια. Κι είχαν ένα μαγαζί, υφασματοπωλείο. Τα δυο αγόρια δούλευαν στο μαγαζί. Ο μικρός πήγαινε στο σχολείο, σπούδαζε. Τα παιδιά τα δυο ήταν εργατικά. Μια μέρα ο πατέρας αρρώστησε και κατάλαβε πως θα πεθάνει. Φώναξε τα παιδιά του και τους είπε: «Παιδιά μου, θέλω να σας δω. Εγώ θα πεθάνω. Εσείς να κάνετε τη δουλειά σας καλά. Ο μικρός να σπουδάζει κι εσείς να έχετε το μαγαζί και να μην χαλάσετε την κάσα με τις λίρες». Και πέθανε ο πατέρας τους.
Τα παιδιά τα δυο πήγαιναν στο μαγαζί και κάνανε τη δουλειά καλά. Ο μικρός, κρυφά, φανερά, άνοιξε την κάσα, έφαγε τις λίρες. Πέρασε ένας χρόνος. Τα δυο παιδιά θα παίρνανε εμπόρευμα, να γεμίσουνε το μαγαζί. Κοιτάνε, η κάσα άδεια. Λέει ο μεγάλος αδερφός:
«Ποιος άνοιξε την κάσα; Ποιος έφαγε τις λίρες; Δεν τις πήραν ξένοι, κάποιος από εμάς τους τρεις τις έφαγε». Ο δεύτερος αδερφός λέει: «Αδερφέ, εγώ με σένα πάω κι έρχομαι στο μαγαζί». Κι ο μικρός λέει: «Εγώ δεν ξέρω τίποτα γι' αυτό». Τότε σηκώθηκε ο μεγάλος κι είπε: «Θα πάμε στο δικαστή!»
Σηκώθηκαν λοιπόν μια μέρα και ξεκίνησαν. Ο δικαστής ήταν τρεις ώρες μακριά. Καθώς πήγαιναν, πάει ένας αγωγιάτης και τους ρωτάει: «Πέρασε κανένα άλογο από εδώ; Είδατε κανένα άλογο;» Είπε ο μεγάλος: «Ήταν φορτωμένο μέλι;» Είπε κι ο αγωγιάτης: «Ναι». Τότε είπε ο μεγάλος: «Δεν το είδα». Συνέχισαν το δρόμο τους και πάει δεύτερος αγωγιάτης και τους ρωτάει: «Πέρασε κανένα άλογο από εδώ;» Λέει κι ο δεύτερος: «Καθόταν πάνω του μια γριά;» «Ναι», είπε ο αγωγιάτης. «Δεν το είδα», είπε κι ο δεύτερος. Πάει και τρίτος αγωγιάτης και τους ρωτάει: «Είδατε κανένα άλογο να έρχεται προς τα εδώ;» Είπε κι ο τρίτος αδερφός: «Είχε μόνο ένα μάτι;» «Ναι», είπε ο αγωγιάτης. «Δεν το είδα», είπε το τρίτο παιδί. Και τότε ο τρίτος αγωγιάτης μάλωσε με το τρίτο παιδί και του είπε: «Αφού δεν το είδες, πώς ξέρεις ότι έχει ένα μάτι;» Και τότε άκουσαν τις φωνές τα αδέρφια του, και ήρθαν κοντά κι οι άλλοι αγωγιάτες κι όλοι μαζί πήγαν στο δικαστή.
Μόλις έφτασαν στο δικαστή, τους ρώτησε αυτός: «Εσείς για ποιο λόγο ήρθατε;» Οι αγωγιάτες του είπαν: «Χάσαμε τα άλογά μας, και το ένα ήταν φορτωμένο μέλι, στο άλλο καθόταν μια γριά και το τρίτο είχε μόνο ένα μάτι. Αυτοί οι τρεις τα είδαν και τους ρωτήσαμε και το αρνήθηκαν». Τότε ο δικαστής ρώτησε τον μεγάλο: «Αφού δεν το είδες, πώς ήξερες ότι ήταν φορτωμένο μέλι;» Είπε κι ο μεγάλος: «Εγώ δεν είδα άλογο φορτωμένο με μέλι. Είδα μέλι χυμένο στο δρόμο, κι είπα, τρυπήθηκε ο τενεκές και χύθηκε το μέλι». Υστερα ρώτησε ο δικαστής τον δεύτερο αδερφό: «Αφού δεν είδες το άλογο, πώς ήξερες ότι πάνω του καθόταν μια γριά;» Είπε κι αυτός: «Πήγα στο πηγάδι κι ήταν ένα σημάδι από χέρι στη λάσπη και είπα, κάποια γριά θα κατέβηκε κι έβαλε το χέρι της στο τσαμούρι, για να σηκωθεί». Ρώτησε και τον μικρό ο δικαστής: «Εσύ δεν είδες το άλογο. Πώς ήξερες ότι είχε μόνο ένα μάτι;» Είπε κι εκείνος: «Εγώ δεν είδα το άλογο. Στο δρόμο που ερχόμασταν είχε σιτάρι, και στη μια πλευρά ήταν φαγωμένο κι είπα, από εδώ πέρασε ένα άλογο κι είχε ένα μάτι, κι όπου έβλεπε αυτό το μάτι, από κει πήγε κι έφαγε».
Τότε τους είπε ο δικαστής: «Πηγαίνετε στη δουλειά σας. Αυτοί δεν είδαν τα άλογα. Πηγαίνετε να ψάξετε για τα άλογά σας». Εκείνοι έφυγαν και παρέμειναν τα τρία παιδιά που πήγαν να ρωτήσουν το δικαστή ποιος πήρε την κάσα με τις λίρες. Ο δικαστής είπε στο δούλο του: «Βάλ' τους στο καλό δωμάτιο και μετά πήγαινε στον τσοπάνη, να σου δώσει ένα αρνί, και ψήσ' το στο φούρνο».
Έδωσε ο τσοπάνος το αρνί και το μεσημέρι τους έβαλε ο δικαστής να φάνε και είπε στο δούλο του: «Στάσου κοντά στην πόρτα, να ακούσουμε τι λένε αυτά τα τρία παιδιά». Καθώς έτρωγαν τα τρία αδέρφια, λέει ο μεγάλος: «Αυτό το κρέας, αδέρφια, δε μυρίζει σκύλο;» Κι ο δεύτερος αδερφός είπε: «Και το ψωμί, πεθαμένον δε μυρίζει;» Κι ο μικρός είπε: «Κι ο δικαστής είναι μπάσταρδος. Ο πατέρας του δεν ήταν στεφανωμένος με τη μάνα του!»
Ο δούλος ό,τι άκουσε πήγε και το είπε στο δικαστή. Ο δικαστής έστειλε τότε το δούλο του να πάει να φωνάξει τον τσοπάνη. Σε λίγο ήρθε ο τσοπάνης κι ο δικαστής τον ρώτησε: «Τι αρνί μου έστειλες;» Είπε κι εκείνος: «Αρνί, πρόβατο. Μια δυο φορές βύζαξε τη σκύλα — είχε ένα θηλυκό σκυλί ο τσοπάνης - γέννησε αυτή και πήγε το αρνί και βύζαξε».
Ο δικαστής δεν είπε τίποτ' άλλο. Έστειλε κι έφεραν το φούρναρη και του είπε: «Τι αλεύρι ζύμωσες; Από πού είναι το ψωμί που μας έστειλες;» Είπε τότε κι ο φούρναρης: «Θερίσαμε στάχυα από το νεκροταφείο και μ' αυτά κάναμε ψωμί». Ο δικαστής δεν μπόρεσε να πει τίποτα. Σηκώθηκε και πήγε στη μάνα του. «Μάνα, πες μου με ποιον με έκανες. Ό,τι θέλει ας είναι, μόνο πες μου την αλήθεια». «Μωρέ, παιδί μου, τόσα χρόνια πέρασαν και δεν είπες τίποτα γι' αυτό, και τώρα τι είναι και ρωτάς τέτοια πράγματα;» «Όχι, μάνα, πες μου». «Παιδί μου, ο πατέρας σου πέθανε πολύ νέος. Με αγάπησε ένας κι είπε θα με πάρει. Εγώ τον πίστεψα κι έτσι γεννήθηκες». «Ας μου έλεγες την αλήθεια κι ας έκανες ό,τι ήθελες, μάνα!»
Τώρα ο δικαστής λέει στα παιδιά: «Εσείς γιατί ήρθατε εδώ;» Αυτοί του λένε: «Η κάσα μας είχε λίρες και κάποιος από μας τις έφαγε. Θέλουμε να μάθουμε ποιος τις έφαγε». Και είπε κι ο δικαστής: «Αυτό είναι εύκολο. Θα σας πω ένα παραμύθι και θα το βρούμε». Κι άρχισε να λέει το παραμύθι του:
«Ήταν σ' ένα χωριό δυο γείτονες" κοντά-κοντά τα σπίτια τους. Ήταν πολύ αγαπημένοι κι ο ένας είχε ένα αγόρι κι ο άλλος ένα κορίτσι. Τα μωρά παίζανε κάθε μέρα μαζί. Όταν μεγάλωσαν τα παιδιά και έγιναν δεκαέξι, δεκαεφτά χρονών, τα αρραβώνιασαν. Μια μέρα είπε ο πατέρας του κοριτσιού στον πατέρα του αγοριού: «Συμπέθερε, ας ξενιτευτούμε, να μαζέψουμε κάμποσους παράδες, να κάνουμε το γάμο». Και φύγανε. Πήγανε στην Τραπεζούντα, στη Ρωσία (εκεί ξενιτεύονταν). Μείνανε εκεί δυο χρόνια. Ο πατέρας του κοριτσιού μάζεψε κάμποσα χρήματα. Του αγοριού δεν μπόρεσε. Όπως πήγε, έτσι γύρισε. Ο πατέρας του κοριτσιού, επειδή μάζεψε χρήματα, φέρθηκε ψυχρά στον πατέρα του παιδιού. Ο πατέρας του παιδιού το κατάλαβε κι ήταν στεναχωρημένος. Μια μέρα του λέει ο γιος του: «Πατέρα, γιατί είσαι στεναχωρημένος;» Λέει κι αυτός: «Παιδί μου, αυτός ο συμπέθερος δεν θα μας το δώσει το κορίτσι». «Δεν θα το δώσει; Ας μην το δώσει. Δεν χάθηκαν τα κορίτσια από τον κόσμο. Θα πάρουμε άλλη», είπε τότε ο γιος του. «Παιδί μου, εγώ για σένα στεναχωριέμαι. Φοβάμαι πως την αγαπάς και θα πάθεις τίποτα. Για μένα δεν είναι τίποτα!»
Μετά από κάμποσο καιρό ήρθε στο χωριό ένας πλούσιος κι έψαχνε να πάρει πλούσιο κορίτσι. Και του λέει το χωριό: «Εμείς εδώ είμαστε όλοι φτωχοί. Πήγαινε σε κείνο το σπίτι να ζητήσεις κορίτσι». Πήγε εκείνος και τη ζήτησε. Σε μια βδομάδα θα έκαναν το γάμο. Μια μέρα πήρε εκείνη το λαγήνι και πήγε στο πηγάδι. Εκεί ήταν ο παλιός αρραβωνιαστικός της και της είπε: «Από μικρά παιδιά ήμαστε αρραβωνιασμένοι, κι επειδή ο πατέρας σου μάζεψε χρήματα, δεν καταδέχτηκε να με κάνει γαμπρό. Να παντρευτείς, να χαίρεσαι. Μόνο, όταν θα γίνεις νύφη και θα μπείτε με το γαμπρό στο δωμάτιο, και θα πίνετε σερμπέτι, να κάνεις ένα 'αχ' για μένα». Έφτασε η μέρα του γάμου. Μπήκαν στο δωμάτιο. Πήρε ο γαμπρός το ποτήρι και το έδωσε στη νύφη. Πήρε αυτή το ποτήρι, κι έκανε 'αχ', πίνοντας. Ο γαμπρός έπιασε το ποτήρι και της είπε: «Γιατί έκανες 'αχ';» Κι αυτή είπε: «Θα αποχωριστώ τον πατέρα και τη μάνα μου κι έκανα 'αχ'. Πολύ δύσκολο μου είναι». «Όχι, πες μου την αλήθεια», είπε εκείνος. Ό,τι κι αν είπε η νύφη δεν έγινε πιστευτό. Αυτό κράτησε μέχρι τα ξημερώματα. Το κορίτσι κουράστηκε. «Θα του πω την αλήθεια κι ό,τι βράξει ας κατεβάσει», είπε η νύφη από μέσα της κι άρχισε να λέει: «Αφού πείσμωσες τόσο, θα σου πω την αλήθεια. Εγώ από μικρό παιδί ήμουν αρραβωνιασμένη με το γείτονα, κι ο πατέρας μου, επειδή μάζεψε πολλά χρήματα στην ξενιτιά, δεν καταδέχτηκε να με δώσει στον παλιό αρραβωνιαστικό μου, επειδή είναι φτωχός. Μια μέρα με συνάντησε ο παλιός αρραβωνιαστικός μου στο πηγάδι και μου είπε να κάνω 'αχ' όταν πιω το σερμπέτι, κι εγώ το έκανα τώρα».
Τότε ο γαμπρός την πήρε από το χέρι και την πήγε στον παλιό της αρραβωνιαστικό και του είπε: «Αυτή είναι δική σου. Πάρ' την! Το 'αχ' για σένα το έκανε». Κι ο γαμπρός έφυγε.
Τώρα ο δικαστής ρωτά τον μεγάλο αδερφό: «Εσύ, αν ήσουν στη θέση του πατέρα του κοριτσιού, σε ποιον θα την έδινες; Στον φτωχό ή στον άρχοντα;» Κι εκείνος είπε: «Τα πλούτη καλά είναι, αλλά έπρεπε να τη δώσει στον πρώτο αρραβωνιαστικό». Έπειτα ο δικαστής ρώτησε τον δεύτερο. Ο δεύτερος είπε ό,τι είπε κι ο μεγάλος. Έπειτα ρώτησε τον μικρό. Κι εκείνος είπε: «Ούτε στον πλούσιο ούτε στον φτωχό θα την έδινα. Θα την έπαιρνα εγώ!» Κι ο δικαστής τότε είπε: «Αυτός έφαγε την κάσα με τις λίρες!»

Αρχείον Πόντου ΚΣΤ', 1964, 58-65. Παραλλαγή από την Τραπεζούντα. Αφηγήτρια η Ανθή Ποσινακίδου. Το δημοσιευμένο στην ποντιακή διάλεκτο κείμενο αποδίδεται εδώ στην κοινή νεοελληνική.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.