Άτιτλο.

(Μύκονος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο αντρειωμένος Γιάννης")

Ήταν ένας βασιλές και δεν έκανε παιδί και πήρε τ' άλογο και πήγαινε στην οξοχή και βρίσκει μια βρύση. Κοντά στη βρύση μια μηλιά κι από πάνω από τη βρύση ήτανε μια απογραφή κι έγραφε: «Όποιος καθαρίσει τη μηλιά, σ' ένα χρόνο να πάρ' από τον καρπό τς, να φάει η βασίλισσα να γκαστρωθεί, να κάμ' αρσενικό παιδί. Αλλά να μην το δει μήτε η μάνα μήτε ο πατέρας ως τα δεκαοκτώ χρόνια». Επήεν ο βασιλές στο παλάτι και πήρενε τροφή και μιαν αξίνη κι επήαινε στη μηλιά κι εσταματήσενε κι έσκαβε τη μηλιά.
Στο χρόνο απάνω ήκαμε τον καρπό και τον επήρενε και πήαινε στη βασίλισσα. Λέει:
«Φάε, βασίλισσα, από τούτο το μήλο». Τρώει η βασίλισσα το μήλο και παράφτας εγγαστρώθη. Ήρθε ο καιρός κι εγέννησε η βασίλισσα αρσενικό παιδί. Παράφτας η μαμή το πήρενε και το δώκενε σε παραμάνα, δίχως να το δει ο βασιλιάς μηδέ η βασίλισσα. Ο βασιλές επάαινε κάθε μέρα από κάτω από το παλάτι κι ερώτανε: «Τι κάνει το παιδί;» Η παραμάνα του 'λενε: «Καλά είναι».
Ήρθε το παιδί κι έγινε δεκαεφτά χρονώ. Ένα μεσημέρι εκοιμούνταν η παραμάνα και το παιδί εκρεμάστηνε από την πορτοπούλα και ήβγαινε κι ετραβήξενε στο ρουμάνι. Ο βασιλιάς αρωτά: «Ε, καλά το παιδί;» «Βασιλέ μου, εκοιμούμουνε κι εξύπνησα κι έχασα το παιδί από μες απ' το παλάτι». Ο βασιλές βγάνει στρατό για να βρούνε το γιο του. Δεν εμπορούσαν να τονε βρούνε. Εφτός τραβά το ρουμάνι και βρίσκει ένα γέρο ίσαμε εκατό χρονώ κι ήτανε οι μπαντέρες του και σκέπαζαν τα μάτια του.
Το παιδί πιάνει ένα ψαλίδι και του τις κόβει και του λέει: «Πού πας, παιδί μου, από δω; Που εδώ δε λαλεί μήτε πουλί πετάμενο. Κι εδώ που πας, το λέει η καρδιά σου;» Λέει: «Το λέει». «Κάμε μου τη χάρη, φέρε μου κείνο το μπαστούνι». Επήγε το παιδί κι έπιασε το μπαστούνι και το πήαινε ομπρός στο γέρο. Το μπαστούνι ήτανε πεντακόσιες οκάδες βαρύ. Του λέει ο γέρος: «Πήαινε, παιδί μου, κι εσύ εφτού που πας, θα κυριέψς τον κόσμο».
Εσηκώθη το παιδί κι έφυγε και βρίσκει ένα παλάτι κι απάνω στο παλάτι ήτανε μια νέα κι είχενε σαράντα αδέρφια δράκοι. Και του λέει η νέα: «Πού ευρέθηκες, παιδί μ', εδώ;» Λέει: «Με το νου μου». Λέει: «Μα εδώ που ήρθες, έχω σαράντα αδέρφια κι είναι δράκοι κι όταν σε βρούν εδώ, θα σε φάνε». «Δε φοβούμαι», λέει, «κερά μου, μηδέ τ' αδέρφια σου κι όσοι κι αν λάχουνε». «Καλά», λέει.
Με την πολλή ώρα ερχότανε τ' αδέρφια της και κατεβαίνει κάτω και τους λέει: «Τι θέλετ' εδώ;» Λέν': «Ερχόμαστε στο παλάτι μας. Αμέ συ, τι θες;» «Εγώ είμαι καλύτερος από λόγου σας κι ό,τι ώρα θέτε, θα σας αποδείξω το». Οι δράκοι εφοβηθήκανε και του λένε: «Τι θες αφέντη;» «Ήρθα να πάρω την αδερφή σας και να κουβαλείτε τα εισοδήματα σε μένα». «Με τις χαρές, εφέντη». Παντρεύεται και παίρνει την αδερφή τωνε.
Ο πατέρας τα μάθαινε και του κακοφάνηκε πως δεν εφανερώθηκε στον πατέρα του κι έβγαλε στρατό να τονέ χαλάσει. Το στρατό που έβγαλε σε μιαν ώρα κι είχεν ο νέος σκοτωμένο. Ετότε ο πατέρας του εφοβήθη και του μηνά: «Παιδί μου, συχώρεσέ με κι έλα εδώ να σε διώ». Παράφτας επήρε τη γυναίκα του και τους σαράντα δράκους και πάει και μπαίνει μες στην πολιτεία του πατέρα του, που έτρεμεν η πολιτεία. Ο πατέρας του εφοβήθη και πήγαινε στο γιο του και τον εχαιρέτησε. «Γιατί, πατέρα, έστειλες στρατό για να με χαλάσεις; Δε γνωρίζεις, εγώ όταν θελήσω χαλώ τον κόσμο;» «Συχώρεσέ με, παιδί μου». Ετότε παράφτας ο βασιλές βγάνει την κορώνα του και τονε καθίζει βασιλέ. Ετότε εζήσανε καλά.
Louis Roussel, Contes de Mycono, Léopol 1929, σ. 28-30, αρ. 14.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.