Η ψαροκεφαλή.

(Ρόδος)

Είχε χλε μια γργιάν κι είχε μια κόρη, κι αυτή η γριά ήταν φτωχή κι επεθύμαν να φάει του βούρου την γκεφάλην με το ζεστό ψωμί. Εγύριζεν κι εζήταν για κι έθρεφεν την κόρην, ήταν πολύ ωραία. Επάγαινε στα σπίτια κι εδίναν την την κεφάλην του βούρου, το ζεστό ψωμίν έν το 'βρίσκε, επάηνεν σ' άλλον, εδίναν την το ζεστό ψωμίν, την κεφάλην εν την έβρισκε. Χρόνια τυρανούνταν γκαι τα δύο δεν τα 'βρίσκε. Πάει λοιπό σ' ένα σπίτιν, εδίναν την το έναν, το άλλο και «δεν τα θέλω, να μου δώσετε ό,τι θέλει η καρδιά μου: «Θέλω κεφάλην του βούρου και ζεστό». Λέει η κυρία στη δούλα:
«Πήγαινε στο τουλάπι». Πάει η δούλα στο τουλάπι, βγάζει και πιάνει ζεστό, ήβρε και γκεφάλην του βούρου, έδωσέν τη. Η γρηά πιον να πετάει που τη χαράν της, έδινεν τόσες ευχές, «κόρη μου, ο Θεός να σε φυλάει»' έτρεξέν το σπίτιν της. Λέ: «Κόρη μου, έφερα γκεφάλην του βούρου και ζεστό ψωμίν, έλα να φάμε». Η κόρη λέ: «Εμ πεινώ τωραδά». Επήρεν απομονήν να πεινάσει κι η κόρη. Εφήκεν ταμ πάνω σ' έναμ μέρος φανερόμ, πάει ο κάττης, τρώει τα. Ερκεται η μάνα, λέ: «Εν την ήβρα, που ήτα;» Λέ: «Σδα ήτα, λέ, ο κάττης θα την επήρε». «Ο κάττης την επήρε;» Πιάνει την στο ξύλον, εφήκέν την στην υστερηνώρα. Λέ: «Νά φύης που το σπίτιμ μου, τόσα χρόνια τυρανιούμαι να βρώ την γκεφάλην του βούρου με το ζεστόν γκαι να τη φήκεις να τη φάει ο κάττης, να φύεις, να φύεις». Επαρακάλγιεν την, τίποτα. Βγάλλει την όξω, κλειδώνει τη.
Έπιασεν η κόρη ένα δρόμον παράτιεν έν έξαιρεν που επάηννε, γιατί η μάνα της έλεεν, τη λέ: «Να φύεις γιατί θα σε σκοτώσω, να μη σε δω καθόλου στο χωργκιό». Έπιασεν η κοπέλα μια στράτα, με κείνην (δ) εν έξαιρεμ που θε να πάει, επερπάτη, επερπάτην, έβγκαλέν την η στράτα σ' έναμ περβόλι που'χεν ένα παλάτι βασιλικό. Επήεν, εστάθημ όξω που την πόρταν, εχτύπαν την πόρταν, αννοίξαν την οι δούλες. Θωρούν τηλ λέ: «Τι θες εδά;» Βράδυαζε. «Εμ με βάλλετε μέσα να πομείνω το βράδυ που 'μαι ξένη. Λέ: «Να το πούμε του βασιλιά». Πάει, λέ: «Έχει μιαν κοπέλαν και κάθεται πόξω και κλαίει κι είπε μας να τη βάλουμε μέσα ωσά ξημερωθεί και άβρηγον να φύει που το πρωί». Λέει ο βασιλιάς, λέ: «Πήτε να 'ρτει μέσα». Μπαίνει μέσα, εβάλαν τη σε μια γκάμαρη, εβάλαν την έφαε, ύστερα επήεν το βασιλόπουλον να τη δει. Το βασιλόπουλον ήταν εμε λέφτερον και μοναχό. Ως είδεν την κοπέλαν, άρεσέν τον, ήταμ πολλά όμορφη κόρη. Λέει την: «Εδώ πούρθες εν έχει να φύεις έπειτα, να σε πάρω γυναίκα μου». Έμεινεν η κοπέλα, ετοίμασά ντα, μετά δγυο μέρες εγένητο γάμος, επαντρεύτην τη. Η κοπέλα πιον εγίνη βασίλισσα.
Η μάνα εγύριζεν γκόμα να 'βρει του βούρου την γκεφάλην και το ζεστό ψωμί. Γύρισε-γύρισε, για την κόρην εν την έμελλε, έτυχεν να ξεπέσει στο παλάτι. Εχτύπα, εχτύπα, μπροβάλλει η κόρη, είδε την. Εμ εχάρη, έμ ελυπήθη. Λέει: «-ήδ- ακόμα οδά που 'ρτεν να την δώσω γρόσκλια (γροσάκια), να μην εδιακονά». Έστειλε τις δούλες, λέει: «Ν' ανοίξετε τη γυναίκα, βάρτε τη μέσα και φέρτε τημ νάτες σπίτιαν». Ανοιξαν, επιάσαν την που το χέριν, ενεβάσαν την πάνω. «Καλώς τη μαννούλα μου, πού έξαιρες κι ήρτες;» «Τι, 'σύ 'σαι; Να μου δώσεις του βούρου την γκεφάλην γκαι το ζεστό ψωμί». Έτυχεν να την έχει βάλλει εμπρός της του πουλιού το γάλα. Λέει τη, λέ: «Να, φάε τώρα κι ύστερα να 'βρούμε γκεφάλην του βούρου». Λέ: «Εγώ δεν θέλω τίποτα, θέλω την ίδιαν του βούρου την γκεφάλην, κείνη δα που 'φαεν ο κάττης». Πιάνει ένα σακκούλιν, ο Θεός εξαίρει τι την έβαλε, πιάνει ένα άλλο, γεμώνει το γρόσκλια. Δίνει της τα, λέει την: «Νά, πάρτα, να ζήεις καλά». Λέ: «Χτύπα τα στην γκεφάλην σου, εγώ θέλω του βούρου την γκεφάλη». Αφταδά που το πρωί ως το βράδι, να τημ παίρνει που 'δώ, να τημ παίρνει που 'κεί - «χτύπα τα στην γκεφάλην σου, την γκεφάλην του βούρου θέλω». Επάηνε που 'δώ, τα ίδια. Επάηνε που 'κεί, τα ίδια. Η κόρη λέ: «Μ' αφτή 'ναι πουλύ κακό ντέρτι. Πάηνε στο μέρος σου και να την έβρω, να σε την εστείλω». Εφτέβκεν: «Την γκεφάλην του βούρου θέλω», λέ: «Χάτε να σε την δώσω, εμένα εμπρός», βάλλει την εμπροστά, να κατέβει τη σκάλα, την εβγάλει όξω. Λέ: «Αδδέ μου δώσεις την γκεφάλην του βούρου μου, θε να σε σκοτώσω».
Πούτη (πήγε να) τα κατέβη δυο-τρία σκαλιά, εσκέφτην να τη δώκει μια ξαπλωτιάν, να την εσκοτώσει. Ως εκατέβη, δυο-τρία σκαλιά, έδωσέν της μιαμ από τη σκάλα, εσκότωσέν την. Κατεβαίνει κάτω, πιάνει τη σκοτωμένη και διορίζει τις δούλες ν' ανοίξουν ένα λάκκο κοντά στην αρτάνα (πόρτα), χώννει τη. «Δόξα σοι ο Θεός, εγλύτωσα από αυτό το ντέρτι, να τη δίνω τόσα γρόσια και να με κάμνει ρεζίλι. Καλά την έκαμα κι εγώ εκειδά.»
Με καμμιάν εικοσαριάν ημέρες, εξετσίνησε μια κιτρίτσα, λέ: «Έχετε τον νου σας, μην την γκάμετε τίποτα». Επότιζάν την ημέρα με την ημέραν, έβγανε πήχες-πήχες νάνο. Σα γίναν τρεις μήνες, εγένη μια κιτριά που σκέπασε τον κόσμο. Ο βασιλιάς το καλόν του, κάθισιν ήταν πό κάτω πό την κιτριά, να βάλλει το μαξιλλάριν του, το μοσκίταν του, και να πάει ποκάτω να καθίσει.
Μιαν ημέρα, κειά που κοιμούταν κάτω που την κιτριά, λέει στη βασίλισσα, λέ: «Έλα να με ψειρίσεις». Αυτή εν έθελεν, λέ: «Κάτσε δα εσύ κι εγώ καλά κάθουμαι». Ελυπούτα που θυμούταν τη μάνα της, λέ: «Όχι, να 'ρτεις». Τι να κάμει, επάε. Τσά που τον εψείριζεν, απλώνει έναν γκλαδίν και βάλλει το αγκάθι του μες στο μάτι της. Εσύρτη πάρα κει. Πάλι απλώνει έναν γκλαδίν, εκέντησέν τη. Αυτή εποψιάστη, λέ, φαρμακιά της μάνας μου, να σηκωθώ, να πάω πάρα κει. Λέει στο βασιλιά. Λέει: «Πού να πάεις», δεν την έφηνε. Εκένταν την το κλαδί, επάενεν το παρά κει, δεν είχε ησυχία. Επήρεν την το παράπονο, επέφταν τα δάκρυά πάνω στο βασιλιά, λέει της, λέ: «Τι ανησυχία έχεις. Λέ: «Κατιτίς εθυμήθηκα», λέ: «Θα με πεις γρήγορα». Τρομάζει κι αυτή, λέ, «εθυμήθηκα τη φροκαλιάν τ' αναγκαίου μας κι επήρεν με το κλάμα. Τσα που 'χουν τα γένεια σου, περιμοιάζουν σαν τη φροκαλιάν τ' αναγκαίου», λέει του. «Αν δε σηκωθείς πάνω, να με δείξεις τ'αναγκαίου και τη φροκαλιά, θά σ'αποκεφαλίσω. Αν ταιριάζουν, καλά, αδδίνον να σε πάρω το κεφάλι σου», που να τον πάρει; Κλάψε, δάρσου, βασίλισσα. Λέ, «εμπρός, λέ: «Εν ενθυμούμαι», «θα σε αποκεφαλίσω», λέει ο βασιλιάς.
Μπαίνει εμπρός και κείνος που πίσω. Επάενε που δω, επάενε που κει, τίποτα. Το δρόμον να βρεις. Πέρασε που δω, πέρσαε που κει, βγήκε στα χειλογιάλγια (χειλογιάλια), έπιασε τη στράταν, επορπάτειε, εκείνος που πίσω. Αφτός λέ: «Ας τη 'φήκω κομμάτι να δούμε, που θα περάσει' αυτή της έκαμνε πως εθώρηγε δώ και κεί. Επαράτειε χειλογιάλγια, χειλογιάλγια, θωρεί ένα πράμα στη θάλασσα, κάβουρας σα θερίον, έρκεται κοντά, λέ: «Τι έχεις και κλαίεις; Πε με, πε με, εγώ είμαι η τύχη σου». Είπεν τον την ιστορία. Πιάνει ο κάουρας1, βγάζει μιαν μάτσαν γκλειδιά, λέει: «Να, πάρ'τα και πάηνε, βάστα το δρόμο, γκαι θα παρουσιαστεί ένα παλάτιμ, που να μην έχει άλλο στον γκόσμο. Στες σαρανταμιά κάμαρες ειν' το αναγκαίον γκαι δείξε της τη. Δίνω σε διορίαν να καθίσετε σαράντα μέρες, ύστερα να 'ρτεις να με φέρεις τα κλειδιά. Αν δεν έρτεις, θα 'ρτω να σε φάω».
Πιάνει τα κλειδιά, επήρεν άνεση, λέει του: «Κάμε να μη βραδιαστούμε». Σε δυο-τρεις ώρες, εφάνην ένα μπαλάτιν, και που 'ταν βασιλιάς, δεν το 'δε μποτέ του. Λέ: «Αφτή, για να με πει τέτοιο λόο (λόγο), έχει τον τόπο του, αμερού τι φροκαλιά θα 'ναι και μοιάζει τα γένεια μου». Μπαίνουν μέσα, ήταν με το διαμάντι σουβαντισμένο, τι μπαξέδες ήταν εκείνους. Ο βασιλιάς λέ: «Γλήουρα τη σκούνα». Ένοιεν, τη μιαν κάμαρη, έννοιεν την άλλην, ενέβαινεν, εκατέβαινεν ο βασιλιάς, στις σαρανταμία κάμαρες ανοίγουν, εμπαίνουμ μέσα, εστέκοντα μια σκουπίτσα, μα τι εξίζαν του βασιλιά τα γένεια. Λέ: «Ορίστε».
Λέει την ο βασιλιάς, λέει: «Έχεις δίκαιον να πεις εφτήν την γκουβέντα, τώρα εν έχει να φύγουμε πουδά, εκείνον ας το έχουν οι δούλοι, να κάθουνται». Εψιακώθησαν τα χείλη της. Ο βασιλιάς λέ: «Εδώ είναι εγκαλύτερα», επέτα που τη χαρά του. Εκείνη έπεσε στο κρεβάτι, μ' έτρωε, μ' έπινε (μηδέ). Λέει την: «Τι έχεις;» «Και έτσι χαμένη είμαι και έτσι χαμένη». «Μην φοβάσαι' τι έχεις;» Εκείνη τα ίδια. «Και έτσι χαμένη είμαι και έτσι χαμένη». «Γιατί είσαι χαμένη;» Λέει: «'πό την τύχη μου».
Σαράντα ημέρες φτηδά ήταν η κουβέντα της. Εξημέρωσεν η σαρανταμία, λέ: «Σήμερα θα με φάει ο κάουρας». Λέει του, λέ: «Συ θα παντρευτείς - εγώ σήμερα πεθαίνω, θέλεις κάθεσαι, θέλεις φύε έξω». Έφτασεν το μεσημέρι, λέ: «Χάτε στο περβόλι», λέ: «Νάσσε συ, μ' έφαε γκείνη με όξω έβγαινε (μα βγες έξω)». Ήβγκεν ο βασιλιάς, κι εσεργιάνιζε στον περβόλι, εκείνη εκαθόταν πάνω στ' ανώι. Κειδά να ο κάουρας, εκόνιζεν τα δόντια του κι επάηνε. Τσιδά που πάηνε, χαμαί στη σάλα μέσα είχαν λινάρι ξαμμένο να το κλώσουν, εμπλέξαν τα χαλγιά του στα λινάρια και δεν εμπόρειε να ξεμπλέξει. Λέει: «Μου φτάνουν τα ντέρτια μου κι ήβρα και σένα». Πιλπάται το λινάρι και λέει, λέ: «τι βάσανα έχεις κάουρα; πιο πολλά έχεις εσύ από μένα;» «Με συ, τι βάσανα έχεις;» «Εμένα ξαίνουν με, κλώθουν με, τόσα βάσανα υποφέρω, με συ τι;» Γροικάται ο κάουρας, πέφτει, ψοφά. Κατεβαίνει, πάει να σκύψει, να δει, θωρεί το που ψόφησε, κι έκουσέν τα ούλα που είπε. Επόμεινεν νοικοκυρά στο παλάτιν κι έτρωαν κι έπιναν γκαι μας εμ μας εδίνα.

Αφηγήτρια: Μαργιτούλλα Χατζηφώτη (τριάντα ετών). Προέλευση: Ρόδος. Συλλογέας: Χ. Παπαχριστοδούλου.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.