Ο Σταχτογιάννης (Ο Σταχτομπιμπιλιάρης).

(Λάρισα)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πατέρας και μια μητέρα και είχαν τρία παιδιά, τα δύο ήταν γερά, αλλά το τρίτο ήταν σακάτικο στα πόδια και τα 'βάζε στη στάχτη στο τζάκι, και γι' αυτό τον έλεγαν σταχτομπιμπιλιάρη.
Έξω από το χωριό είχαν έναν αυλαγά και κάθε βράδυ κατέβαιναν τρία αγριάλογα κι έτρωγαν το στάρι το φυτρωμένο. Μια μέρα λέει ο μεγαλύτερος ο γιος στον πατέρα του:
«Εγώ, πατέρα, το βράδυ θα πάρω μια τριχιά και θα πάου να φυλάξου». Στη μέση απ'τουν αυλαγά ήταν και μια γκουρτσιά (αχλαδιά), πήγε το παιδί, ανέβηκε πάνου στη γκουρτσιά και φύλαξε, και τη νύχτα ήρθαν τ' αγριάλογα, ένα ψαρίτικο (άσπρο), ένα ντορίτικο (κόκκινο) και ένα καράτικο (μαύρο), αλλά το παιδί φοβήθηκε και δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα. Πήγε στο σπίτι το πρωί και τον ρώτησ' ο πατέρας τ': «Τι έφκιασες παιδάκι μ';» «Δεν μπόρεσα να φκιάσω τίποτα», απαντάει το παιδί. Λέει τότε ο δεύτερος: «Θα πάω κι εγώ πατέρα το βράδυ», πήγε κι αυτός αλλά δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα όπως κι ο πρώτος.
Την άλλη μέρα λέει κι ο σταχτομπιμπιλιάρης: «Θα πάου κι 'γώ πατέρα το βράδυ», τον είπαν τότε τ'αδέρφια του: «Άι, δεν μπόρσαμε μεις, και θα μπορέσεις εσύ;» Ο πατέρας όμως είπε: «Ας πάει κι αυτός».
Πήρε την τριχιά ο σταχτομπιμπιλιάρης κι ανέφκε πάνου στη γκουρτσιά. Ήρθαν τ'αγριάλογα, τ' άφσε πλησίασαν στη γκουρτσιά κι έφκιασε μια θλια μεγάλη στην τριχιά κι την έριξε και τα 'πιάσε και τα τρία μαζί, κατέβηκε κάτου και πήρε το καμτίίκι και τα 'τρεξε πολλές ώρες μέσα στον αυλαγά. Κουράστηκαν τ'άλογα κι είπαν: «Τι θες να σε δώσουμε να μας αφήκ'ς να φύγουμε;», ο σταχτομπιμπιλιάρης είπε: «Θέλω να σας πάου στο χωριό», αλλά αυτά είπαν: «Όχι, θα σε δώσουμε μια τρίχα απ' το κεφάλι μας και ό,τι ώρα μας χρειαστείς να κάψεις την τρίχα και μεις θα'ρχόμαστε έτοιμα, σηλωμένα, μπροστά στην πόρτα σου».
Τ' απόλσει κι ο σταχτομπιμπιλιάρης τ' άλογα, πήρε τις τρίχες, τσ' έβαλε στην τσέπη του, πήρε την τριχιά και πήγε σπίτι του. Τον ρώτηξε ο πατέρας και τ' αδέρφια του: «Τι έφτιαξες σταχτομπιμπιλιάρη;» και κείνος δεν μαρτύρησε κι είπε: «Δεν μπορέσατε σεις και θα μπορούσα εγώ;» και πήγε κι έβαλε τα πόδια του πάλι μέσα στη στάχτη στο τζάκι.
Εκείνες τις ημέρες ο βασιλιάς διέταξε όποιος περάσει τα εμπόδια που αυτός είχε βάλει, θα τον κάνει γαμπρό στην κόρη του. Και πήγαν κόσμος πολύς να δουν και πήγαν κι ο πατέρας με τ' αδέρφια του σταχτομπιμπιλιάρη, και τον είπαν να πάει κι αυτός αλλά εκείνος είπε: «Δεν έχω εγώ καμμιά δουλειά να 'ρθω». Άφησε όμως κι έφυγαν αυτοί όλοι και ύστερα αυτός έκαψε την τρίχα την ψαρίτικη κι ήρθε το ψαρίτικο τ' άλογο, σηλωμένο με χρυσή σέλα, χρυσό χαλινό και χρυσή φορεσιά για τον σταχτομπιμπιλιάρη. Σηκώθηκε τότε απ'τη στάχτη, πλύθηκε, ντύθηκε, φόρεσε τη χρυσή τη στολή και πήγε κι αυτός να λάβει μέρος στον διαγωνισμό. Πέρασε όλο το ιππικό που ήταν, κι αυτός τελευταίος πάει να περάσει τα εμπόδια, δίνει μια καμτσικιά τ' άλογο κι άλλα τόσα μέτρα απ'τα εμπόδια πήγε, αλλά εξαφανίστηκε αμέσως κι ο κόσμος τον έχασε.
Μετά αυτός ξεντύθηκε, απόλσει τ' άλογο και πήγε κι έβαλε πάλι τα πόδια του μέσα στη στάχτη. Ήρθαν στο σπίτι ο πατέρας, η μάνα και τ' αδέρφια του και τον είπαν: «Σταχτομπιμπιλιάρη δεν ήσουν να δεις έναν άνθρωπο στα ολόχρυσα ντυμένον που πήδησε άλλο τόσο απ'τα εμπόδια, αλλά τον έχασαν, πω, πω! Τι άνθρωπος ήταν!»
Ο βασιλιάς όμως, την άλλη μέρα, άλλα τόσα μέτρα έβαλε εμπόδιο. Πάλι μαζεύτηκε κόσμος, πήγαν οι δικοί του, αλλά αυτός δεν πήγε μαζί τους, αλλά όταν έφυγαν αυτοί όλοι ξανά, έκαψε την τρίχα την ντορίτικη κι ήρθε το ντορίτικο τ' άλογο με χρυσή σέλα, χρυσό χαλινό και φορεσιά για τον σταχτομπιμπιλιάρη, ο οποίος ετοιμάστηκε και πήγε. Πέρασαν πάλι όλοι και στο τέλος αυτός, πάλι, με μια καμτσικιά πέρασε άλλα τόσα μέτρα απ'τα εμπόδια, αλλά δεν τον έπιασαν.
Τον βασιλιά όμως τον έπιασε μανία και βάζει αγώνισμα πιο μεγάλο, αλλά έβαλε και φρουρά να τον πιάσουν. Πήγαν πάλι όλος ο κόσμος και ο σταχτομπιμπιλιάρης καίει την τρίχα την καράτικη και παρουσιάστηκε το καράτικο τ' άλογο με τη χρυσή σέλα και αφού ετοιμάστηκε πήγε. Μόλις τελείωσαν οι άλλοι, τελευταίος αυτός δίνει μια καμτσικιά τ' άλογο και περνά άλλο τόσο απ' τα εμπόδια, αλλά τον έπιασαν αυτή τη φορά. Τον πήγαν στο παλάτι, κοιτάν', ο Σταχτομπιμπιλιάρης! Κι έγινε γαμπρός του βασιλιά και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Παραλλαγή που διηγήθηκε η Δήμητρα Γρίβα, ετών 65, από το χωριό Μελία της Λάρισας, το 1959.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.