Το παραμύθι του Αγίου Νικολάου.

(Μοσχονήσια Μικράς Ασίας)

Μια φορά ήταν ένας βασιλιάς, λοιπόν δεν έκανε παιδιά η βασίλισσα και παρακαλούσε τον Άγιο Νικόλα κι έλεγε: «Άγιε μ' Νικόλα, δώσε μ' ένα παιδάκι, να 'ναι αγοράκι και να το βγάλω Νικολάκη και στην πανήγυρη ό,τι έξοδα χρειάζονται θα τα κάνει ο βασιλιάς».Τη λυπήθηκε ο Θεός από τα τόσα παρακάλια και τσ' έδωσε παιδί και το βάφτισε Νικολάκη, αλλά δεν ήταν τυχερό το παιδί στο μπαμπά τ' κι όλο καταστρεφόταν ο βασιλιάς. Ερχόταν η χάρη τ' Αγίου Νικόλα και ο βασιλιάς, που είχε το τάμα του, έκανε ό,τι χρειαζόταν. Το παιδί στο μεταξύ μεγάλωνε μια χαρά αλλά ο βασιλιάς χρόνο με το χρόνο καταστρεφόταν.
Είχε πουλήσει ακόμη και το παλάτι του ο βασιλιάς κι έμενε σ' ένα μικρό σπίτι για χατίρι του Νικολάκη. Έφτασε το παιδί δεκάξι - δεκαεφτά χρονών, αλλά ο βασιλιάς ήταν πάμπτωχος, από τους πολέμους και τα έξοδα που έκανε. Έφτασε η εορτή τ' Αγίου Νικόλα, που έπρεπε να κάνουν το τάμα τους και σκέπτονταν πώς να βρουν λεπτά. Σκέφτηκαν λοιπόν κι οι δυο (ο βασιλιάς κι η βασίλισσα), να πουλήσουν τον Νικολάκη, γιατί δεν είχαν πια τίποτε άλλο. Σου λέγει, όπου και να πάει, παιδί μας είναι, θα το βλέπουμε, φτάνει να μην πάθει κακό. Πίσω από το παιδί τους, κάθονταν κι έκλαιγαν πώς θα το αποχωριστούν.
Απάνω στην ώρα, πηγαίνει το παιδί και τους βρίσκει και κλαίνε. Τους ρωτά: «Μαμά, μπαμπά, τι έχετε και κλαίτε;» Κι απάντησε η μητέρα: «Παιδί μου, σ' έδωσε σε μας ο Άγιος Νικόλας και του τάξαμε να του κάνουμε την πανήγυρη κάθε χρόνο, τώρα επειδή δυστυχήσαμε και δεν μπορούμε να κάνουμε την πανήγυρη, θα σε πουλήσουμε ».Το παιδί τους λέγει: «Μη στενοχωριέστε, όπου και να πάγω, ξέρω τον πατέρα μου και τη μητέρα μου».
Πάει ο βασιλιάς στο βεζίρη και του λέγει: «Ήρθα να σου πω ευχάριστο για σένα, δυσάρεστο για μένα. Πουλώ τον Νικολάκη μου για χατίρι του Αϊ-Νικόλα, να κάνω την πανήγυρή τ'». Λέ' ο βεζίρης: «Πόσο τον πουλάς;» Λέ' ο βασιλιάς: «Εκατό χιλιάδες». Του δίνει τις εκατό χιλιάδες ο βεζίρης για να πάρει τον Νικολάκη. Τ' αγκάλιασαν, το φίλησαν οι γονείς του και το παίρνει ο βασιλιάς και το πάει στο βεζίρη. Το παιδί ήταν κοντά είκοσι χρονών.
Σ' εκείνο το μέρος ήταν ένας βαθύπλουτος κι είχε μια κόρη και κοίταζε ποιο καλό παιδί θα βρει για να τη δώσει. Ο βεζίρης, που είχε κι αυτός δικό του γιο, σκεφτόταν να δώσει τον δικό του στην πλούσια. Ένα πρωί, φωνάζει και τα δυο παιδιά και τους λέγει: «Ακούτε, παιδιά, να σας πω, τώρα είσαστε παλικάρια, μπορείτε να φύγετε να πάτε για εμπόριο, θα σας δώσω από εκατό χιλιάδες και θα φύγετε. Όποιος γυρίσει πρώτος κι έχει περισσότερα λεφτά, σ' εκείνον θα δώσουμε την πλούσια κοπέλα». Αλλά ο βεζίρης έδωσε κρυφά περισσότερα λεφτά στο γιο του. Του βεζίρη ο γιος επειδή είχε πολλά λεφτά, έφυγε στο εξωτερικό με πλοία. Ο Νικολάκης έφυγε με τα πόδια. Βγήκε στην ερημιά, περπατούσε κι έφτασε σε μια βρύση και λέγει: «Δεν καθίζω σ' αυτήν τη βρύση, να πιω λίγο νεράκι και να φάγω και ψωμάκι και τυράκι και να βαδίσω;» Μόλις κάθισε, βλέπει έναν καλόγερα από μακριά να 'ρχεται και σκέφτηκε να περιμένει και τον καλόγερα για να φάγει κι εκείνος λίγο, γιατί φαντάστηκε ότι θα 'ταν πεινασμένος. Ο καλόγερας μόλις έφτασε κοντά στον Νικολάκη του λέγει: «Καλημέρα, τέκνον μου». «Καλώς τον πάτερ καλόγερα». Κάθισαν να φάνε. Ο καλόγερας είπε: «Έχω, παιδί μου, φαγητά» κι ανοίγει έναν τουρβά και του 'πε να φάει, γιατί αυτός ήταν χορτάτος. Έφαγε μ'ευχαρίστηση ο Νικολάκης. Άμα έφαγε ο Νικολάκης, ρώτησε: «Πού πας, πάτερ καλόγερα;» «Πάω να μαζέψω λεφτά για την πανήγυρη του Αϊ Νικόλα».
Και τότε ο Νικολάκης θυμήθηκε ότι για τη χάρη του Αγίου τον πουλήσαν κι αυτόν οι γονείς του και σκέφτηκε: «Ας δώσω κι εγώ από τα λεφτά μου» κι έβγαλε τριάντα χιλιάδες και του τις έδωσε. Τα πήρε ο καλόγερας κι έφυγε. Άρχισε πάλι ο Νικολάκης και περπατούσε μες στα δάση. Νύχτωσε, ξημέρωσε, βρέθηκε πάλι μπροστά σε μια βρύση. Κάθισε να φάει, βλέπει κι έρχεται πάλι ένας καλόγερας με γένια μακριά κι έναν τουρβά στην πλάτη του. «Έλα να φάμε από το ψωμάκι μου». «Εγώ, παιδί μου, έχω φαγητά» και βγάζει από τον τουρβά του τα καλύτερα φαγητά και φάγαν. Ρωτάει ο Νικολάκης: «Πού πας, πάτερ καλόγερα;» «Πάω να μαζέψω λεφτά για την πανήγυρη του Αϊ-Νικολα». Βγάζει ο Νικολάκης και δίνει άλλες τριάντα χιλιάδες. Ξεχώρισαν πάλι κι έφυγαν. Βάδιζε ο Νικολάκης, πού θα βρει πολιτεία να εργασθεί. Βλέπει ένα πηγάδι, πάει να βγάλει νερό και πάλι να σου ένας καλόγερας, και λέγει: «Ας περιμένω να 'ρθει κοντά». Του δίνει ο καλόγερας ένα μπακιράκι για να βγάλει νερό. Έφαγαν, ήπιαν κι όταν ρώτησε ο Νικολάκης, πάλι ο καλόγερας του είπε ότι πήγαινε να μαζέψει λεφτά για την πανήγυρη του Αϊ-Νικόλα. Δεν δέχτηκε όμως τα λεφτά που του πρόσφερε ο Νικολάκης και του λέγει: «Σ' είδα ότι είσαι καλό παιδί και θέλω να σε πάρω να δουλέψουμε μαζί, αλλά ό,τι σου λέγω, όχι δε θα λες». Τότε ξεκίνησαν και πάνε σε μια πολιτεία και κάναν μια παραγκούλα σε μιαν ακροθαλασσιά.
Λέγει μετά ο καλόγερας: «Νικολάκη, εδώ είναι ένας βασιλιάς κι έχει μια κόρη, δεκαπέντε χρόνια άρρωστη από λέπρα σε κρεβάτι, πάρε αυτά τα μπουκαλάκια και πήγαινε έξω από το παλάτι να φωνάξεις εδώ γιατρός, καλός γιατρός! ξέρω κάθε ασθένεια να γιατρεύω, ό,τι ασθένεια παλαιά και να 'ναι!'» Πήγε απ' έξω ο Νικολάκης, φώναξε. Τ' άκουσε η βασιλοπούλα, εκεί που ήτανε πλαγιασμένη και φώναξε τη μητέρα της και ζήτησε να της φέρει το γιατρό. Ο Νικολάκης όμως, μόλις την είδε σ' αυτά τα χάλια, είπε: «Έχω ανώτερο γιατρό, θα πάω να συνενοηθώ μαζί του και μετά θά 'ρθω να την πάρω». Πήγε λοιπόν στον καλόγερα και του λέει: «Η βασιλοπούλα είναι όλο πληγές και μυρίζει άσχημα». Ο καλόγερας είπε: «Πήγαινε και δώσε το λόγο σου ότι θα την κάνουμε καλά. Να τη βάλουν σ' ένα αμάξι και να τη φέρουν εδώ». Αλλά ο Νικολάκης έλεγε με το μυαλό του: «Πώς θα μπορέσει αυτός ο καλόγερας να κάνει αυτό το βρώμικο πράμα καλά;» Δε μπορούσε όμως να πει και όχι, οπότε σηκώθηκε και πήγε στο παλάτι. Χτυπά την πόρτα, μπαίνει μέσα και βλέπει το βασιλιά και τη βασίλισσα, τους χαιρετά και τους λέγει: «Μ' έστειλε το αφεντικό μου να πάρω τη βασιλοπούλα, να τη γιατρέψει». Τότε του λέει ο βασιλιάς: «Παιδί μου, αν μπορέσετε να γιατρέψετε τη βασιλοπούλα, ό,τι ζητήσετε από χρήματα θα σας τα δώσουμε». Κλάψανε ο βασιλιάς κι η βασίλισσα, πώς να το δώσουνε αυτό το κορμί το σάπιο. Φέρνουνε ένα αμάξι, τη βάζουνε σ' ένα σεντόνι μέσα και μετά μέσα στο αμάξι. Απ' όπου την πιάνανε, πονούσε η βασιλοπούλα και φώναζε. Την πήγε λοιπόν ο Νικολάκης στον καλόγερα. Την κατεβάζουν, τη βάζουν μέσα στην παραγκούλα και διώξαν τ' αμάξι κι έφυγε. Τότε λέει ο καλόγερας: «Νικολάκη, πλύσου, φόρεσε και μιαν άσπρη μπλούζα κι έλα να πιάσουμε τη δουλειά μας, να γιατρέψουμε την κοπέλα».
Ο Νικολάκης όμως μέσα του δεν πίστευε ότι θα μπορέσουν να γιατρέψουν την κοπέλα. Ο καλόγερας φωνάζει ένα παιδί και του λέει να πάει να μαζέψει λίγα κεραμίδια. Μόλις τα έφερε, λέει στον Νικολάκη: «Έλα τώρα να πιάσεις τη δουλειά σου». Την κοπέλα την είχαν ξαπλώσει πάνω σε δύο σανίδια κι από τις πληγές της έτρεχε πύον. Λέει λοιπόν ο καλόγερας: «Νικολάκη, πάρε ένα κεραμίδι και να τρίβεις τα σάπια κρέατα μέχρι που να φύγουν και να μείνουν σκέτα κόκαλα». Μόλις άρχισε ο Νικολάκης με μεγάλη λύπη του να τρίβει την κοπέλα, αυτή πέθανε. Το παιδί σκεφτότανε πώς θα πάει στο βασιλιά να πει ότι πέθανε. Ο καλόγερας όμως έλεγε: «Τη δουλειά σου εσύ, καθάρισε το σώμα της, να μην έχει τίποτα επάνω σάπιο». Μόλις την καθάρισε, του λέει ο καλόγερας να σηκωθεί να πάει στο βασιλιά, να ζητήσει να κάψουν έναν άσπρο σκύλο στο φούρνο και να του δώσουν τη στάχτη. Ο βασιλάς έκανε ευτύς ό,τι του είπε. Παίρνει τη στάχτη σ' ένα δοχείο ο Νικολάκης και πηγαίνει στον καλόγερα, που δεν ανησυχούσε καθόλου. Του λέει: «Πιάσε να πλυθείς και να καθίσεις να φας γιατί έχεις δουλειά». Όμως εκείνος, όσο έβλεπε τα κόκαλα της κοπέλας, δεν μπορούσε να βάλει μπουκιά στο στόμα του.
Του λέει ο καλόγερας: «Πάρε τη στάχτη και ρίξε μέσα τα κόκαλα».
Έριχνε λοιπόν στάχτη και, όπου έριχνε, γινότανε κρέας, έτσι έγινε το σώμα της κοπέλας, αλλά ψυχή δεν είχε κι έλεγε με το νου του ο Νικολάκης: «Τι θα το κάνει τώρα αυτό το σώμα, πώς θα το πάμε στο βασιλιά». Τότε ο καλόγερας προσευχήθηκε στον Θεό, τη σταύρωσε και της έβαλε ψυχή. Μετά τη βοήθησε και τη σήκωσε όρθια. Ο Νικολάκης γέλασε, χάρηκε κι αγκάλιασε τον καλόγερα και τον φιλούσε και του έλεγε: «Πάτερ καλόγερα, Θεός είσαι και βάζεις ψυχή στους ανθρώπους;» Και λέει ο καλόγερας: «Πήγαινε στο βασιλιά, να πεις να έρθει ένα αμάξι, να πάρει τη βασιλοπούλα, να έρθει μαζί και μια δούλα για να την πάει στο λουτρό και μετά θα την πάρουν στο παλάτι».
Τρέχει λοιπόν ο Νικολάκης και με μεγάλη χαρά λέει στο βασιλιά: «Η κόρη σας έγινε καλά, μόνο θέλω ένα αμάξι και μια δούλα για να πάν' στο λουτρό και μετά να 'ρθουν στο παλάτι». Τον ρωτά ο βασιλιάς τι είναι ο κόπος των. Ο Νικολάκης όμως απαντά ότι θα συνεννοηθεί με τ' αφεντικό και θα πάγει να του πει. Πήγαν, πήραν τη βασιλοπούλα και την πήγαν στο λουτρό, μετά την πήγαν στο παλάτι. Άμα χτύπησαν την πόρτα και μπήκαν μέσα, ο βασιλιάς κι η βασίλισσα μείναν αναίσθητοι από τη χαρά τους. Όλη η πολιτεία πανηγύριζε τη γιατρειά της βασιλοπούλας. Ο Νικολάκης πάει τρεχάλα να ρωτήσει τον καλόγερα τι πληρωμή θέλει. «Θέλω να μου κάμει ένα καράβι όλο μαλαματένιο». Τότε τρέχει ο Νικολάκης και το λέγει στο βασιλιά κι αυτός παράγγειλε ένα καράβι μαλαματένιο στους κουγιουμτζήδες.
Ο Νικολάκης έκανε παρέα στο βασιλιά, στη βασίλισσα και στη βασιλοπούλα, που τον αγαπούσε πολύ, το βράδυ όμως πάλι γύριζε στην καλύβα στον καλόγερα. Μέσα σε δέκα μέρες το καράβι ήταν έτοιμο στην προκυμαία και το παραδώσαν στον Νικολάκη. Το βράδυ του είπε ο καλόγερας ότι θα φύγουν και να πάει να χαιρετίσει το βασιλιά. Πάει κι αυτός, τους αποχαιρετά. Έκλαιγαν όλοι που θα έφευγε ο Νικολάκης. Μπήκαν λοιπόν στο καράβι, έλυσαν παλαμάρι και φύγαν. Η φουρτούνα ήταν μεγάλη και κινδυνεύσαν να πνιγούν. Ο καλόγερας στεκόταν στο τιμόνι, ο Νικολάκης φοβόταν μη βουλιάξει το καράβι και το χάσει. Πάν' κι αράξαν σ' ένα βουνό ακατοίκητο, που ήταν όλο βράχια και λέει ο καλόγερας: «Νικολάκη, πήγαινε να κουβαλήσεις λίγες πέτρες για σαβούρα και να φύγουμε». Αφού κουβάλησε τις πέτρες, έφυγαν κι από κει και πήγαν σε μια μεγάλη πολιτεία κι αράξαν.
Ο Νικολάκης ήταν κουρελιασμένος. Του λέει ο καλόγερας: «Πάρε μια πέτρα απ' αυτές που κουβάλησες κι έβγα να πας να ψωνίσεις». Λέει με το νου του ο Νικολάκης: «Άκου τι λέει ο καλόγερας, να πάρω την πέτρα να πάγω να ψωνίσω». Αλλά τις πέτρες τις είχε ευλογήσει ο γέρος κι είχαν γίνει διαμάντια. Όταν πήρε την πέτρα και βγήκε έξω, τρέχαν κατόπι τ' κι Έλληνες κι Εβραίοι κι άλλοι και τον ρωτούσαν: «Πόσο πουλάς την πέτρα;» Τότε πονηρεύτηκε ο Νικολάκης και την πούλησε πεντακόσιες χιλιάδες. Πηγαίνει σ' ένα ραφτάδικο και παίρνει το καλύτερο κοστούμι και παίρνει κι ένα ρολόγι, καπέλο, μπαστουνάκι κι άλλα. Αφού ντύθηκε καλά, πάει σ' ένα εστιατόριο να φάει. Μόλις τον είδαν τα γκαρσόνια, πέσαν στο κατόπι του και τον πήγαν εκεί που τρώγαν οι πλούσιοι. Διέταξε λοιπόν πολλά φαγητά και του τα πήγαν στο τραπέζι του. Εκεί που κάθισε, φαινόταν και το περιβόλι του καταστήματος. Βλέπει λοιπόν μέσα στο περιβόλι το γιο του βεζίρη και πότιζε τα λουλούδια. Στενοχωρέθηκε μόλις τον είδε σ' αυτή τη θέση. Λέγει λοιπόν στα γκαρσόνια: «Πείτε σ' αυτό το παλικάρι ν' ανέβει επάνω». Τρέξαν τα γκαρσόνια και τον φωνάξαν. Ανέβηκε πάνω το βεζιρόπαιδο, αλλά δε γνώρισε το Νικολάκη, που του λέει: «Εσύ θα πεινάς, κάθισε να φας». Κάθισε κι έφαγε με την ψυχή του το βεζιρόπαιδο. Ο Νικολάκης φόραγε κι ένα ωραίο δαχτυλίδι που έβγαζε και σφραγίδες. Του λέει λοιπόν: «Δέχεσαι να σου δώσω εκατό λίρες και να δοκιμάσω τη σφραγίδα στο μπράτσο σου, να δω πώς είναι;» Πιάνει λοιπόν τις λίρες το βεζιρόπουλο και πηγαίνει ίσια στο καράβι για να φύγει για την πατρίδα του.
Ο Νικολάκης γύρισε στο καράβι κι όταν τον είδε έτσι χάρηκε ο καλόγερας. Του λέει: «Τώρα φεύγουμε, πάμε για την πατρίδα». Έφυγαν κι ο καλόγερας ήταν πάντα στο τιμόνι με τη φουρτούνα. Του βεζίρη ο γιος έφτασε πιο μπροστά και πήγε στο σπίτι του. Ο βασιλιάς κι η βασίλισσα κλαίγανε και λέγανε ότι χάσανε πια το παιδί τους κι ότι δεν θα το ξαναδούν.
Κατά τις τέσσερις η ώρα που ξημέρωνε, φτάνει το καράβι και το άραξε στην προκυμαία ο καλόγερας. Έλαμψε όλος ο κόσμος και ρωτούσαν ποιός ξένος ήρθε κι έφερε ένα τέτοιο καράβι. Ο βεζίρης ήταν πονηρός, είδε που δεν ήρθε ο Νικολάκης, κι έτρεξε να ετοιμάσει τις αραβώνες με την πλούσια κοπέλα. Όταν ξημέρωσε η μέρα, λέει ο καλόγερας στο παιδί: «Πήγαινε στον πατέρα σου και στη μητέρα σου να τους δεις, αλλά να γυρίσεις πάλι στο καράβι». Οι γονείς του πέσαν επάνω του και κλαίγαν και δεν ήθελαν να τον αφήσουν από τα χέρια τους. Έτρεξε όλος ο κόσμος να δει τον Νικολάκη, έτρεξε κι ο πλούσιος να του προτείνει να τον κάμει γαμπρό. Ο Νικολάκης όμως δεν έδωσε το λόγο του, γιατί θέλησε πρώτα να συμβουλευτεί τον καλόγερα. Κι εκείνος του είπε: «Πήγαινε, παιδί μου, με την ευχή μου, να ετοιμάσεις τους γάμους σου, να πάρεις τους γονείς σου και το βράδυ απόψε να γίνει ο γάμος, γιατί εγώ θέλω πια να φύγω». Του είπε ακόμη να πάει στο καράβι να του πει κάτι μετά το γάμο. Έγιναν λοιπόν όλα καθώς έπρεπε και το παιδί γύρισε πίσω στο καράβι. Του λέει τότε ο καλόγερας: «Πιάσε τις πέτρες που ήταν διαμάντια και βγάλε τις έξω. Να τις μοιράσεις σε δύο μέρη, γιατί μαζί τα κερδίσαμε, μαζί θα τα μοιραστούμε».
Ο Νικολάκης μ' ευχαρίστηση τα μοίρασε. Του λέει μετά ο καλόγερας: «Να μοιράσουμε τώρα και το καράβι στα δύο». Όμως ο Νικολάκης του απάντησε: «Πάρ' το εσύ κι ας μην το χαλάσουμε, εμένα μου φτάνουν αυτά που μου 'δωκες». Μέχρι να συζητήσουν όμως, το καράβι είχε γίνει δυο κομάτια. Κατόπιν λέει ο καλόγερας: «Νικολάκη, θα μοιραστούμε και την κοπέλα, γιατί μαζί την κερδίσαμε».
Ο Νικολάκης όμως του λέει: «Όχι, πάρ' την εσύ, δεν θέλω να δω να τη σκοτώσεις». Ώσπου να τελειώσουν, ο καλόγερας είχε σχίσει την κοπέλα στα δύο. Μόλις την έσχισε, εβγήκε από τα εντόσθια της ένα φίδι, που το σκότωσε, μετά την ένωσε πάλι και του λέγει: «Νικολάκη, το φίδι αυτό θα έβγαινε το βράδυ και θα σ' έπνιγε. Από σήμερα η κοπέλα είναι δική σου». Κατόπιν ο καλόγερας είπε στον Νικολάκη να πάρει ό,τι του ανήκε από το καράβι. Με τη χάρη του, αυτό ήταν πάλι ενωμένο και μέσα ήταν όλες οι πέτρες. Τότε ο γέρος αγκάλιασε τον Νικολάκη και του λέγει: «Παιδί μου, επειδή ο πατέρας σου θυσίασε όλο του το βασίλειο για τον Aï-Νικόλα, κι εσένα τον ίδιο, γι' αυτό κι εγώ, που είμαι ο Άγιος, σε βοήθησα να γίνεις πλούσιος. Σου τα χαρίζω όλα και να γίνεις ευτυχισμένος».
Τότε έγινε ένας αέρας και χάθηκε από μπροστά από τον Νικολάκη.
Παραλλαγή από τα Μοσχονήσια. Καταγραφή της Σοφίας Κωνσταντοπούλου, που το άκουσε από τη γιαγιά της.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.