Άτιτλο.

(Μύκονος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Τα φύλλα που ανασταίνουν")

Μια φορά ήτανε ένας έμπορας κι είχε τρία παιδιά, και τα τρία σερνικά. Τον ήφκενε ο πατέρας του κατάρα, αρχόντισσα να μην πάρει κανένας, παρά να πάρουνε φτωχές, κατατρεμένες. Ήτανε κοντά τωνε μιαν αρφανή πολύ φτωχή. Λέει ο πατέρας τωνε: «Να την πάρομε, καημένε, εφτήνη τη φτωχή, να μας λατρεύει». Είχαν τηνέ στο σπίτι τρία χρόνια.
Λέει λοιπόν ο πατέρας του:
«Γιε μου, να παντρευτείτε, γιατί εγώ θα 'ποθάνω». «Εσύ, πατέρα μου, δε θες αρχόντισσα, να πάρω τούτη που 'βαλες μες στο σπίτι, που 'ναι πολύ φτωχή». Δεν το καταδέχτη ο έμπορας. «Την ψυχοπαίδα μας θα πάρεις γυναίκα;» «Να την πάρω, πατέρα!» Αμέσως απεθαίνει ο πατέρας και παίρνει εφτούνος αυτή τη φτωχή κόρη.
Ο πιο μεγάλος επήρενε πιο αρχόντισσα. «Βρε», λέει, «δε θυμάσαι του πατέρα την ευχή, που μας ηλέγενε, να παίρνουμε όλο φτωχές;» «Ου, τώρα», λέει «κι εσύ! Την πήρα που την πήρα!» Ο μικρός εγύρευε φτωχή, να πάει με του πατέρα του την ευχή. Επήαινε και τη βρήκενε και την παίρνει. Στο δρόμο που πααίνανε, του πόθανε.
Άρχισε λοιπόν τις φωνές: «Πατέρα, πατέρα, δεν ερουβάρισε η ευκή που μου 'δωσες, να γλιτώσ' η γυναίκα μου!» Αμέσως, πετιέται από το ντουβάρι ένα θερίο κι είχενε στο στόμα του ένα τριαντάφυλλο και της το πάει στη μύτη της και σε λίγο ανεστήνεται. Τρέχει το παιδί κι αρπά το τριαντάφυλλο από του φιδιού τη γλώσσα. Φαντάσου, όντας ανεστήθηκε τι χαρά που την είχενε. Επήρενε τη γυναίκα και το τριαντάφυλλο κι επήγαινε ν' ανεστήσει τον πατέρα του.
Σαν έπιανε στον Aï-Λουκά, ήτανε κλειστά. Ο νέος, κουρασμένος και πικραμένος, έκατσεν απόξω και περίμενε ν' ανοίξει ο Άγιος Λουκάς. Έπεσε κι εκοιμήθηκε πάνω στα γόνατα τση. Ντελόγκου περνάει ένα μουλάρι κι εκάθουνταν απάνω ένας πασάς και την κοίταζε καλά-καλά. «Ε» λέει, «πασά, τι με κοιτάζεις;» Λέει: «Μου αρέσεις πολύ. Κατέβα», λέει, «να κάτσω εγώ». Τον εβγάνει από τα γόνατά της αγάλια-αγάλια, και τον 'κουμπά στα χώματα και παίρνει τον πασά και φεύγει.
Ξυπνά ο νέος και δεν τη βρίσκει, και κλαίει και σκοτώνεται. «Βρε, για όνομα του Θεού, πού πήγεν η γυναίκα μου;» Πιάνει λοιπόν και κατεβαίν' στη χώρα και μπαίνει σ' έναν καφενέ. Κι αγνάντια ήτανε μια πορτοπούλα και τη βλέπει κι εκαθούντανε. Άμα τον εβλέπει, πέφτει κι εξαπλώνεται. Τση λέει ο πασάς: «Τι έχεις;» Λέει: «Να πιάσετε κείνονε, να τον εσκοτώσετε κι όποτε με βλέπει, μου κάνει το μάτι». Αμέσως ήβαλενε στρατιώτες να τον συλλάβουν.
Ένας του φίλος τ', αγαπημένος, τ' ακούσενε κι επήγαινε. Του είπενε: «Φίλε», λέει, «θα σε σκοτώσ'!» «Ε», λέει, «τι να κάμω; βασιλικός ορισμός και τα σκυλιά δεμένα!» Βγάνει το τριαντάφυλλο και το δίνει του φίλου του: «Φίλε, μόνα με σκοτώσουνε, βάλε το τριαντάφυλλο στη μύτη μου, που αμέσως θ' ανεστηθώ». Καλά του τα 'πενε, καλά και τα κάμανε. Αμέσως που τον εσκοτώσενε, επήαινε στον τάφο του και του 'βαλε το τριαντάφυλλο κι ανεστήθηκε.
Τι να κάμει το παιδί; Εσκώθηκεν, ήφυγεν από την πόλη της κι έγινε ένας πόλεμος κι επήεν ο νέος, αγνώριστος, κι επολέμησε και γύρισε κερδεσμένος. Του λέει ο πασάς: «Τι θες, παιδί μου, να σου κάμω;» «Θα κάμομε», λέει, «ένα χαρτί κι ό,τι σου πω θα κάμεις». Λέει: «Ναι». «Εφτήν την κούρβα που έχεις, θέλω να μ' την αποκεφαλίσεις!» Ε, τι ήθελε να κάμει, που είχανε χαρτί καμωμένο; Αμέσως την αποκεφαλίσανε. Φεύγει κι αυτός και πάει στο μοναστήρι και γίνεται καλόγερος και δεν ήθελε πια να τ' απαντήξει γυναίκα...
Μήτε εγώ ήμουνα κει μητ' εσύ να το πιστέψεις.
L. Roussel, Contes de Mycono, Léopol 1929, σ. 128-129, αρ. 65.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.