Και τα πέντε-πέντε-πέντε.

(Άνδρος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Οι τρεις κλώστρες")

Μια φορά ήτανε μια γριά και είχε μία κόρη, που ήτανε φαγάνα και τεμπέλα. Η γριά πήγαινε και ξενοδούλευε και ξενόπλενε κι ήφερνε το βράδι φαΐ και ητρώανε.
Ένα Σάββατο η μάνα ηγόρασε πέντε ψωμιά, τα πήγε σπίτι κι ήφυε για τη δουλειά της. Η κόρη, που ήτανε στο σπίτι, τα τρώει και τα πέντε.
Ο βασιλέας σ' αυτό το μέρος είχενε πολλά ντράβαλα κι ήλεγεν ότι κανένας άνθρωπος δεν ήτανε ευχαριστημένος. Κάτι θα 'χει ο καθένας. Ο βασιλέας βγήκε μια νύχτα και περπατούσε απ' όξω από τα σπίτια, να δει αν όλοι έχουνε βάσανα ή μόνο αυτός έχει το δικό του. Σαν πέρασε από το σπίτι της γριάς, ήτανε μόλις γύρισεν η γριά από το ξενοδούλεμα και βρήκε την κόρη της, που είχε φάει τα πέντε ψωμιά.
«Και τα πέντε-πέντε-πέντε;» τη ρωτούσε. «Και τα πέντε-πέντε-πέντε», της λέει.
Ο βασιλέας στάθηκε κι άκουε το «πέντε-πέντε», που το λέανε ολοένα, μάνα και κόρη, κάνοντας ταραχή μεγάλη. Σε λίγο, χτυπάει την πόρτα, για να δει τι συμβαίνει. «Καλησπέρα σας», τους λέει, «Tt τρέχει, τι φωνάζετε;» Η γριά, έξυπνη γριά, του λέει: «Ήφηκα την κόρη μου μονάχη κι από την προκοπή της ήνεσε πέντε αδράχτια νέμμα». «Πέντε αδράχτια ήνεσεν; Αν ήνεσεν πέντε αδράχτια, εγώ θα την πάρω γυναίκα», της λέει. «Βασιλιά, φτωχοί είμαστε, όχι όμως και να μου κουράζεται έτσι πολύ. Γι' αυτό κάναμε τον καυγά». Λέει τότε ο βασιλέας ότι θα στείλει τόσες οκάδες μπαμπάκι, για να το νέσουν και να το υφάνουν πανί. Το ήθελε να ντύσει το στρατό. Πρέπει όμως, στις τόσες του μηνός, να το έχουν γινομένο πανί. «Μπράβο», λέει η γριά «θα είναι έτοιμο».
Φεύγει ο βασιλέας κι αρχίζει η γριά να μοιράζει το μπαμπάκι σε μπόλικα σπίτια, άλλα το γνέθανε κι άλλα το φαίνανε. Της κόρης της είχενε ένα σακκούλι γεμάτο σούγλι, δεμένο στο λαιμό της κι ηρούφανε, που και που ήγνεθε καμιά κλωστή. Στις τόσες μέρες το πανί ήτανε έτοιμο και το μηνύσανε στο βασιλιά. Ο βασιλιάς τότε πήρενε την κόρη γυναίκα του.
Προτού βλοήσουνε, η γριά είπενε και της φέρανε πολλά καρύδια κι ηράψενε ένα στρώμα και, στρώνοντας το νυφικό κρεβάτι, έβανε αυτό κάτω-κάτω. Σαν μετά το γάμο ήρθεν η ώρα το ζευγάρι να κοιμηθεί, η κόρη έκανε να γυρίσει στο κρεβάτι και τα καρύδια κάνανε «κρουρ...κρουρ...κρουρ...». Ο βασιλέας ρωτάει: «Τι πράματα είν' αυτά;» Αυτή του λέει:
«Νέσε-νέσε, 'φανε-'φανε, δες τα κοκκαλάκια μου πώς πάνε!» Τότες ο βασιλέας σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήρε πολυθρόνες μαλακές, της πήρε δούλες και υπηρέτες και την 'περετήσανε σαν βασίλισσα στο παλάτι.
Μήτε 'γώ ήμουνα κει, μήτε να το πιστέψεις. Αλλά δίκιο έχουνε σα λένε: «Οπου ακαμάτα και λωλή, έχει την τύχη την καλή».

Ανδριακό Ημερολόγιο Ε', 1930

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. 
Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.