Η τυχερή.

(Ζάκυνθος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο Στούπας")

Μια φορά κι έναν καιρό είθε να 'ναι μια μάνα και είχε δυο θεγατέρες. Το λοιπόν η μια από δαύτες όση ομορφιά είχε, τόσο ήτουνα οκνή. Η άλλη ήτουνα άσκημη και προκομένη. Μια χρονιά λοιπό τσοι παραμονάδες του Χριστού εζυμώσανε χριστοψώματα, όπως ούλοι οι Χριστιανοί, και σ' ευτούνο το σπίτι. Και κείνο μόλις εψηθήκανε, επήγε κρυφά η όμορφη, που ήτανα γουλόζα, και τα 'φαε. Πάει η κακομοίρα η μάνα τση να βγάλει την κουλούρα, να την κόψουνε, και δεν ηύρηκε τίποτα. Που αρχίνησε να τραβομαλλιέται, τα 'βανε με τη θυγατέρα τση, που εχάλαε ο κόσμος. Φαρμάκι και αγκλεούρι τση το έβγαλε.

Οπού εκείνη τη στιγμή ετύχαινε να περνάει το βασιλόπουλο τση χώρας και άκουσε τσοι φωνές. Χτυπάει την πόρτα, λέει: «Πώς κάνετε έτσι;» Η γρία το λοιπό για να μπαλώσει τη θεγατέρα τση: «Ω», λέει, «βασιλέα μου», ετούτη η κοπέλα θα πεθάνει από την πολλή δουλειά. Ένα ζευγάρι σκαρτσούνια την ημέρα φινίρει. Και την ετρωόμουνα να μην κουράζεται. Είναι και τζιλίβα στο φαΐ τση». Τα 'λεγε ανάποδα, που εκατάπινε τα μελαχώνια τση. Το βασιλόπουλο το πίστεψε. «Μωρέ», λέει μέσα του,«ετούτη κάνει για με». Λέει λοιπό στη γρία: «Θέλω», λέει, «τη θεγατέρα σου γυναίκα μου». Λέει: «Ευχαρίστως, βασιλέα μου, ό,τι ορίζεις». Οπού πάλι λέει ο βασιλέας: «Με μια συμφωνία θα ντήνε πάρω όμως. Για ένα χρόνο θα κάτσει κλεισμένη στο παλάτι και κάθε μέρα θα μου πλέκει ένα ζευγάρι σκαρτσούνια κι έπειτα θα είναι ελεύθερη να κάνει ό,τι θέλει». Οπού η κοπέλα χωρίς να πολυσυλλοϊστεί, είπε: «Ναι». Και πραγματικώς την άλλη αυγή, έστελε ο βασιλέας τη βασιλική άμαξα και τηνε πήρε. Τση έστειλε φορέματα, χρυσάφια, βασιλικά πράματα.
Μόλις όμως, επάτησε το πόδι στο παλάτι, δίνει αμέσως μια και την έκλεισε την κακομοίρα στην κάμερα. Οπού εκείνη αρχίνησε να κλαίει. «Ω, συφορά, που μ' εύρηκε», έλεγε. Α! Ελησμόνησα να σου πω πως ο βασιλέας είπε πως, α δεν του βγάνει κάθε μέρα το ζευγάρι τα σκαρτσούνια, θα ντηνε σκότωνε.
Εκεί που έκλαιε, πετιέται από το παρεθύρι ένα πραματάκι τότσο, ένα παρλιακό, σα περγαλιό, ο όξω από δω χωρίς άλλο, και τση λέει: «Σώπα, μην κλαις κι εγώ είμαι εδώ για σένανε. Εγώ θα σου πλέκω τα σπαρτσούνια κάθε μέρα, με τη συμφωνία να μου βρεις, άμα που θα φινίρει ο χρόνος, τ' όνομά μου». Εκείνη η κακομοίρα εσυνήρθε. Σου λέει: «Τώρα εγλίτωσα». «Καλά», λέει, «έγνοια σου, θα το 'βρω τ' όνομά σου». Πού να πάει ο νου τση πως θα 'βγαινε η ψυχή τση, για να ντο πει. Ευτός ο όξω από δω κάθε βράδυ τση πήγαινε το ζευγάρι τα σπαρτσούνια έτοιμο τελειωμένο. «Το βρήκες πώς με λένε;» Εκείνη η κακομοίρα του 'λεγε αφαντάστιχα πότε Νίκο, πότε Γεώργη, πότε τίποτα. «Όχι, τση έλεγε εκείνος. Ακόμη δεν το 'βρήκες». Οπού κοντά να τελειώσει ο χρόνος, τση λέει ευτός ο τότσος: «αν δεν το 'βρεις τ' όνομά μου, θα σε φάω». Ω! Η κακομοίρα, έπεσε στα μαύρα πανιά. Βουνό έπεσε και τήνε πλάκωσε.
Οπού και παραμονάδες του Χριστού ο βασιλέας ένα βράδι επήε στην κάμερά τση. «Σώνει», λέει, «κυρά μου. Την είδα την προκομάρα σου. Αύριο θα σε βγάλω από δω μέσα, γιορτάδες που έρχονται, για να είμαστε μαζί». Η κακομοίρα εκείνη τα είχε χαϊμένα. «Όπως ορίζεις, βασιλέα μου», του λέει. Οπού εκεί που εκαθόντανε και ελέγανε πολλά και διάφορα, ο βασιλέας ξανάκακα αρχίνησε κάτι γέλοια! «Γιατί γελάς, βασιλέα μου», τον ερώτησε. «Ω», λέει, «κυρά μου, τώρα που ελέγαμε για το πλέξιμο, να σου πω μια ιστορία, που δε θα σου μείνει άντερο. Την αυγή, που πάω περίπατο στην οξοχή, βλέπω κάθε μέρα οπίσω από το φράχτη ένα πραματάκι τότσο, σαν περγαλιό, ανεραϊδικό πράμα, και όλο πλέκει και λέει: «Με λένε Μπόμπιρα, με λένε Μπάμπαλο, με λένε Μπουέμι! Δε βαστάω άλλο από τα γέλια, που το θυμάμαι». Οπού εκείνη εγίνηκε η καρδία τση περιβόλι. Δεν είπε τίποτα του βασιλέα. Σε λίγο την εχαιρέτησε κι έφυγε. Οπού πετιέται, μόλις έφυγε ο βασιλέας, από το παρεθύρι πάλε το πραγματάκι εκείνο. Λέει: «Ηύρηκες πώς με λένε;» «Αμή τι», λέει, «τόσο κουτή μ' έχεις; Επίτηδες το 'κανα για να περνάει η ώρα, να σε σταυρώνω. Να στο πω τώρα αμέσως πώς σε λένε;» Λέει εκείνο: «Ναι». «Σε λένε Μπόμπιρα, σε λένε Μπάμπαλο, σε λένε Μπουέμι!» Οπού ετότενες, χωρίς να βγάλει μιλιά, εχάθηκε από ομπροστά τση. Ε, και ησύχασε εκείνη. Επαντρεύτηκε το βασιλέα κι εζήσανε εκείνοι καλά κι εμείς καλύτερα. Αλλά θέλω να σου πω τι είναι η τύχη. Σύμφτωση να ιδεί το παρλιακό ο βασιλέας και να τση το πει.
 
Λαογραφία ΙΑ', 1934-1937, αρ. 49, σ. 518-520. Από τη Χαρίκλεια Πόνηδου, χρονών 42, αγράμματη, από το Γερακαρίο Ζακύνθου.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών. 
Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.