Άτιτλο.

(Καππαδοκία. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Οι δυο ταξιδιώτες")

Ήταν δύο νομάτοι. Τούτοι οι δυο τους έγιναν σύντροφοι. Ο ένας τους λέει: «Ας λέμε πάντοτε ψέματα, έτσι θα κερδίζουμε λεφτά». Ο άλλος λέει: «Ας λέμε πάντοτε την αλήθεια και ο Θεός θα ανταμείψει τη δουλειά μας». Ο ψεύτης άνθρωπος λέει: «Ας ρωτήσουμε έναν παπά για να δούμε τι θα μας πει' αν έχεις εσύ δίκιο, θα δώσω όλα μου τα ρούχα σε σένα, αλλά αν έχω εγώ δίκιο, τότε εσύ θα δώσεις όλα σου τα ρούχα σε μένα». Ενώ μιλούσαν, εμφανίζεται από μακριά ένας παπάς. Τον ρωτούν: «Ψέματα να λέμε ή αλήθεια;». Ο παπάς τους λέει:
«Να λέτε ψέματα». Ο άνθρωπος που ήθελε την αλήθεια δεν τον πίστεψε. Περπατούν λίγο ακόμα, και κατόπιν έρχεται στο δρόμο τους ένας άλλος παπάς, κάπως πιο γερασμένος. Τον ρωτούν ξανά: «Ψέματα είναι καλό να λες ή αλήθεια;». Ο παπάς τους λέει: «Είναι καλό να λες ψέματα». Δυο φορές αυτός που ήθελε την αλήθεια χάνει. Έπρεπε να δώσει στον σύντροφο του όλα του τα ρούχα. Λέει: «Να ρωτήσουμε κι άλλον έναν' εάν κι εκείνος πει ότι είναι καλό να λέει κανείς ψέματα, θα σου τα δώσω». Έρχεται κι άλλος ένας παπάς, ακόμα πιο γερασμένος, και λέει και τούτος: «Είναι καλό να λέτε ψέματα». Και τότε αυτός που ήθελε την αλήθεια δίνει όλα τα ρούχα του, ως και το πουκάμισο του. Απομένει γυμνός. Κλαίει πικρά πικρά. Σκέφτεται. Ενώ σκεφτόταν, έρχεται στο νου του: «Να πάω στο μύλο». Μπαίνει στο μύλο' κάθεται. Με το που κάθεται, ακούει κάποιες πικρές φωνές. Φοβάται. Δεν σαλεύει από τον τόπο του. Ακούει διαβόλους να διηγούνται στο αφεντικό τους τι κακίες είχαν κάνει. Ένας από αυτούς λέει στο αφεντικό τους: «Εγώ σήμερα ξεγέλασα την κόρη του βασιλιά' αύριο τέτοια ώρα θα τη φέρουμε εδώ να την κάνουμε νύφη». Ο αφέντης τους τον ρωτάει: «Πώς μπορεί να γίνει καλά; Πώς μπορεί να ξαναβρεί τα λογικά της;» Και ο διάβολος λέει: «Στον κήπο τους υπάρχει ένα χορτάρι' εάν το φάει, θα γίνει καλά». Μετά κοιμούνται. Πριν σηκωθούν, ο άνθρωπος πηγαίνει νωρίς στο σπίτι του βασιλιά. Λέει: «Θα κάνω καλά την κόρη σου, εάν μου δώσεις μια χούφτα παράδες». Και ο βασιλιάς λέει: «Εάν μπορέσεις να κάνεις καλά την κόρη μου, θα σου τη δώσω γυναίκα». Ο άνθρωπος αμέσως την κάνει καλά. Παντρεύεται το κορίτσι' γίνεται γαμπρός του βασιλιά.
Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα ψέματα, έγινε ζητιάνος. Ρωτά τον άλλον: «Πώς κι έγινες πλούσιος; Πες το μου για να γίνω κι εγώ». Αυτός του λέει: «Πήγαινε στο μύλο, περίμενε μια νύχτα και μάθε, έτσι θα γίνεις κι εσύ πλούσιος όπως εγώ». Το βράδυ της επόμενης, πηγαίνει και ξαπλώνει μέσα στο μύλο. Ενώ βρίσκεται εκεί, συνεδριάζουν οι διάβολοι. Ο αφέντης τους ρωτάει: «Πού είναι ο γάμος που θα κάναμε; Πού είναι αυτή;» και οι άλλοι λένε: «Ενώ μιλούσαμε εκεί επάνω ήταν ένας άνθρωπος και τα άκουσε όλα' πήγε, γιάτρεψε την κόρη του βασιλιά' και αφού είναι έτσι, ας κοιτάξουμε επάνω για να δούμε ποιος είναι αυτός». Όλοι πηγαίνουν επάνω' κοιτάζουν και βλέπουν ότι εκεί βρίσκεται ένας άνθρωπος, ο ζητιάνος. Τον δέρνουν πολύ λέγοντας: «Εσύ έκανες τον σύντροφο σου ζητιάνο' ήρθες τώρα να κάνεις κι εμάς;» Τον χτυπούν τόσο, μέχρι να πεθάνει. Όποιος λέει ψέματα, αυτά παθαίνει. Καληνύχτα. Να ευχαριστήσει κι εσένα, να ευχαριστήσει κι εμένα.

Journal of Hellenic Studies 30, 1910, σ. 128-129. Παραλλαγή από τη Σίλλη. Το κείμενο αποδίδεται εδώ στην κοινή νεοελληνική.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.