Ο κασιδιάρης.

(Σαρακατσάνικο παραμύθι. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Ο Σταχτιάρης")

Ήταν ένας κασιδιάρης, έκοβε ξύλα στο λόγγο και φόρτωνε τα γομάρια. Τα πήγαινε στο παζάρι και τα πουλούσε. Πήγαινε κάθε μέρα κι έκοβε ξύλα. Μια μέρα βρίσκει δυο λιοντάρια στο λόγγο και πάλευαν. Τα λεοντάρια λένε του κασιδιάρη: «Για έμπα ανάμεσα να μας ξεχωρίσεις!» Μπήκε ανάμεσα ο κασιδιάρης και τα ξεχώρισε τα λεοντάρια.

Τα λεοντάρια τον έφτυσαν στο στόμα και τα δυο και ό,τι έλεγε, γινόταν. Πήγαινε στο λόγγο: «Κοπείτε, ξύλα, και φορτωθείτε!», έλεγε και κόβονταν και φορτώνονταν μοναχά τους. Μια μέρα πέρασε στο παλάτι του βασιλιά, από κάτω στη στράτα. Η βασιλοπούλα βγήκε στο παραθύρι απάνω και του τράβηξε (έριξε) ένα μήλο μες στο κεφάλι και τον βάρεσε στο κεφάλι. Ο κασιδιάρης την έβρισε. Με το βρίσιμο που της έκανε, εγκαστρώθηκε η βασιλοπούλα. Λέγει ο βασιλιάς (είδε τη βασιλοπούλα γκαστρωμένη): «Μωρέ», λέει ο βασιλιάς, «ποιος γκάστρωσε τη βασιλοπούλα; Θα μάσω τον κόσμον όλο κάτω από το παλάτι, να ιδούμε ποιος την εγκάστρωσε». Και τους έμασε όλους αποκάτω από το παλάτι και πετά το μήλο από το παραθύρι. Πάει στον κασιδιάρη. «Μωρέ, με τον κασιδιάρη τέτοιωσε κι εγκαστρώθηκε!» λέγει ο βασιλιάς, «βάρκα δίχως καραβοκύρη, να τους βάλουμε μέσα και τους δυο, να πνιγούν στο πέλαγος!» Πάει, πάει πολύ πέρα στο πέλαγος και δεν έκρινε ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Γυρίζει η βασιλοπούλα και του λέγει: «Καλά, μωρέ κασιδιάρη, πώς μ' έβρισες και με γκάστρωσες στο παλάτι;» «Δεν ξέρεις εσύ' ό,τι λέγω εγώ γίνεται». «Δε λες να γένουν τα μαλλιά σου, που είσαι κασιδιάρης!» «Βγείτε, μαλλιά!» Φοπ, φούντωσαν τα μαλλιά του. «Και να πεις της βάρκας να γυρίσει πίσω!» «Γύρισε, βάρκα, πίσω!» «Να πάμε στην άκρη του πελάγου, να φτιάξουμε σπίτια!» «Κάθονται και δε γίνονται!» «Πες εδώ να γίνουν ανώτερα από του βασιλέα τα παλάτια!» «Πες μια βάρκα μαλαματένια, να πάει πέρα στην άκρη, να έρθει ο βασιλιάς με τη δωδεκάδα του, να έρθουν (όλοι) εδώθε!» Πάει η βάρκα μοναχή της και τους έφερε στο παλάτι. Τους έβαλε η βασιλοπούλα κι έκατσαν όλοι πέρα. Η βασιλοπούλα λέει στον κασιδιάρη: «Ένα παγούρι να περιπατεί μοναχό του και να έρχεται γύρω!» Εκεί κοντά έφαγαν κι έπιαν' άμα απόφαγαν κι έπιαν, του λέγει η βασιλοπούλα: «Να του πεις του παγουριού, να πάει στο βρακί του βασιλιά!» Σηκώθηκαν αυτοί να φύγουν. Βγαίνει η βασιλοπούλα και χαλεύει το παγούρι. Τηρούσαν ο ένας τον άλλον κι έλεγαν: «Δεν πήραμε κανένα παγούρι». Είπε η βασιλοπούλα του βασιλιά: «Το 'χεις μέσα στο βρακί». Τηράει ο βασιλιάς: «Οπούθε πάει εδώ μέσα;» «Μα, πούθε ήρθε ο κασιδιάρης και μ' εγκάστρωσε στο παλάτι;» «Εσύ είσαι τσούπρα μου;» «Εγώ είμαι».
Carsten Höeg, Οι Σαρακατσάνοι, Β', Κοπεγχάγη-Παρίσι 1926, σ. 23-25 (Αγγελοπούλου, Σαρακατσάνικα παραμύθια, Ίδρυμα Α. Χατζημιχάλη, Άγρα 2002, σ. 31-34). Παραμύθι που αφηγήθηκε ο Κ. Καραγιώργος, 30 ετών.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.