Άτιτλο.

(Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η γλώσσα των βατράχων")

Ήσανε μια φορά δυο αδέρφια, το 'να φρόνιμο, τ' άλλο σα λωλό λίγο, και κινήσανε να πάνε να βρούνε δουλειά για να ζήσουν. Στο δρόμο που παγαίνανε, φθάσανε το βράδυ-βράδυ σ' ένα ποτάμι. Εκεί λέει ο λωλός: «Αδερφέ, 'γώ θα καθίσω δω να μάθω τη γλώσσα των μποκακάδω (των βατράχων)», και εκάθισε. Ο αδερφός του σάμπως εθύμωσε και του λέει: «Σήκω να πάμε στη δουλειά μας, τι θα κάνεις εδώ, θα ψοφήσεις από την πείνα;» Τίποτα ο λωλός: «Θα καθίσω δω να μάθω τη γλώσσα των μποκακάδω». Έτσ' ο φρόνιμος αναγκάσθη και τον άφησε και έφυγε" εκείνος εκάθισε ένα χρόνο, δύο, όσο έμαθε τη γλώσσα.

Υστερα από τόσον καιρό εγύρισε και ο αδερφός του από τα ξένα και τον ηύρε εκεί ακόμα και του λέει: «Εδώ είσαι ακόμα;» «Εδώ», λέει εκείνος». «Αμ, πώς ζεις;» «Άι, με τον ένανε, με τον άλλονε...» «Σήκω, λοιπόν, να φύγομε τώρα». «Άι στο καλό», λέει εκείνος, «και άφσε με μένα». Έφυγε λοιπόν ο αδερφός του και έμεινε κείνος. Υστερα από ολίγες ημέρες εσηκώθη να πάει και κείνος στον τόπο του. Στο δρόμο που πάγαινε, πέρασε και από την πόλη, που ήτανε ο βασιλιάς. Εκεί έμαθε πως δεν μπορεί η βασιλοπούλα' έχει πόσον καιρό, και κάτι έχει μέσα της και δεν μπαρά την κάνε καλά οι γιατροί. Σαν να ακούεται κάπου-κάπου μια σιγαλή, σιγαλή φωνή, σα φωνή μπακακά. Καθώς άκσε έτσι κείνος, αμέσως επήγε στο παλάτι και εζήταγε να μπει μέσα, αλλά δεν τον αφήνανε. Εκεί άκσε ο βασιλιάς τη λογομαχία και λέει: «Τι τρέχει;» «Να», είπαν εκείνοι που φυλάγανε κει, «ένας παλιάνθρωπος θέλει να 'ρθει μέσα να ιδεί τη βασιλοπούλα, λέει πως είναι και αυτός γιατρός». «Αφήστε τον άνθρωπο», λέει ο βασιλιάς.
Τον αφήσανε λοιπόν και μπήκε. Πήγε στη βασιλοπούλα, εκάθισε κοντά στο κρεβάτι της και την ερώταγε τι έχει. Του είπε: «Τι να 'χω. Εδώ στην κοιλιά μου κάτι έχω και δεν μπορώ να ανασάνω" κάποτε- κάποτε ακούω σαν να φωνάζει κάτι τι μέσα μου, σα να είναι μποκακάς». Αμέσως ζυγώνει στη βασιλοπούλα και αρχινάει τη γλώσσα των μποκακάδω, κι, κι, κι. Κι, κι, κι, κι εκείνοι από μέσα. «Τι κάνετε;» τωνε λέει. «Τι να κάνομε», λέει η μάνα των μποκακάδω, «καλά είμαστε, και πολύ καλά. Έχω και δώδεκα παιδιά και το 'χουμε ζεύκι (φαγοπότι)». Τότε λέει: «Φκιάστε μια σκορδολιά». Τη φκιάνε, του την πάνε και δίνει της βασιλοπούλας και πίνει δύο, τρία χουλιάρια (κουτάλια). Πέρασε λίγη ώρα, ρωτάει: «Τι κάνετε;» «Τι να κάνομε», λέει η μάνα των μποκακάδω, «άλλη φορά μας εδίνανε καλά φαγητά και τρώγαμε. Σήμερα όμως δεν ξέρω τι φαί μας δώσανε, και μου ψοφήσανε έξι παιδιά». Άμα άκσε έτσι, δίνει άλλη σκορδολιά της βασιλοπούλας. Πέρασε λίγη ώρα, ρωτάει: «Τι κάνετε;» «Τι να κάνομε», λέει η μάνα, «πεθάνανε όλα τα παιδιά και κοντεύω να πεθάνω κι εγώ». Άλλη σκορδολιά και τους ετελείωσε όλους. Υστερα της δίνει κι ένα καθάρσιο και τους έβγανε και έγινε καλά. Τότε ο βασιλιάς δεν ήξερε πλια τι να του κάνει. Τον έκανε πλούσιο τέλος πάντων και πάει δουλειά του. Έζησε κείνος καλά και μεις καλύτερα.

Μιχάηλ Λελέκος, Επιδόρπιον Α', Αθήνα 1888, σ. 248-250.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.