Ο Ασελάνης, ο Καπλάνης και το Ορφανό.

(Πελοπόννησος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η άπιστη αδερφή")

Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε δύο αδέρφια, και ήσαντε πολύ φτωχά. Και μια μέρα λέει ο αδερφός της αδερφής του: «Θα φύγουμε από δω». Φύγανε και πήγανε σε ένα μέρος μακρινό. Εκεί βρήκανε ένα σπίτι που είχε όλα τα καλά. Φάγανε καλά και κοιμηθήκανε. Το πρωί πήρε το ντουφέκι του ο αδερφός και πήγε για κυνήγι. Εκεί που κυνηγούσε βρήκε μια σκύλα, που την ελέγανε Ασελάνα, και γεννούσε. «Μη με σκοτώσεις, γιε μου, και θα σου δώσω το καλύτερο κουτάβι μου». Την άφησε, γέννησε αυτή και πήρε το καλύτερο κουτάβι.
Προχώρησε πιο πέρα και βρήκε άλλη σκύλα, που τη λέγανε Καπλάνα, και κυνηγούσε, κι εκείνη τη στιγμή γεννούσε και του λέει:
«Κυνηγέ μου, μη με σκοτώσεις και θα σου δώσω το καλύτερο κουτάβι μου». Κάθισε ο κυνηγός και πήρε και αυτό το κουτάβι. Προχώρησε πιο πέρα και βρήκε μια άλλη σκύλα που τη λέγανε Ορφανή και γεννούσε κι αυτή και του λέει: «Μη με σκοτώσεις, κυνηγέ μου, και θα σου δώσω το καλύτερο κουτάβι μου». Κάθισε, πήρε κι αυτό και τα πήγε σπίτι του. Και το πρώτο το έβγαλε Ασελάνη, το δεύτερο Καπλάνη και το τρίτο Ορφανό.
Κάθε μέρα πήγαινε αυτός για κυνήγι και τα κουτάβια τ' άφηνε στο σπίτι. Την τρίτη μέρα λέει η αδερφή του: «Ας κατέβω στο κατώι, να δω γιατί είναι κλειστό». Κατέβηκε κάτω και ξεκλείδωσε και βλέπει ένα θηρίο δεμένο με αλυσίδα. Μόλις το είδε αυτή, φοβήθηκε και έκαμε να φύγει. Τότε αυτό της λέει: «Μη φοβάσαι, έλα να με λύσεις». Του λέει: «Έχω σκυλιά και θα σε ξεσκίσουν». Και αυτό της λέει: «Πες τους ότι σου έπεσε το δαχτυλίδι στο πηγάδι, να μπουν να στο βγάλουν». Όπως τους είπε τα σκυλιά εκάμανε και βρέθηκαν στο πηγάδι. Τότε αυτή τρέχει και λύνει το θεριό, που είχε μορφή ανθρώπου και γαϊδάρου, αλλά δεν ήτανε ούτε άνθρωπος, ούτε γάιδαρος, και αυτό παίρνει μια πλάκα και τη βάνει πάνω στο πηγάδι και έκλεισε μέσα τα σκυλιά. «Τώρα θα πάω να φάω τον αδερφό σου», της είπε, «και μετά θα σε κάνω γυναίκα μου».
Και το θεριό, καθώς ερχότανε ο αδερφός της, πήγε να τον φάει. Αυτός, μόλις το είδε από μακριά, ανέβηκε πάνω σε μια λεύκα και άρχισε να φωνάζει τα σκυλιά: «Ασελάνη, Καπλάνη και Ορφανό!», φρυ, φρυ, σφύριζε και ξαναφώναζε: «Ασελάνη, Καπλάνη και Ορφανό!». Τα κουτάβια τ' άκουγαν και ζουρλιστήκανε μες στο πηγάδι, κάπως έκανε το ορφανό κουτάβι και σηκώνει λίγο την πλάκα και βγάζει το κεφάλι του έξω από την πλάκα και της δίνει μια και την πέταξε, τρέξανε γρήγορα που τους φώναζε ο αφεντικός τους, έφτασαν κοντά και ξέσκισαν το θεριό και γλίτωσαν το αφεντικό τους. «Γιατί αργήσατε;» τους είπε ο κυνηγός. «Μας είπε η αδερφή σου πως της έπεσε το δαχτυλίδι στο πηγάδι και μας είπε να το βγάλουμε», του είπαν. Βγάνει τα παρασήκωτα και τα πήγε στο σπίτι του και λέει στην αδερφή του: «Βάλε ένα τηγάνι με λάδι να τα τηγανίσουμε», αλλά εκείνος, καθώς το λάδι έκαιγε, της το 'ριξε στα μάτια και τη στράβωσε.
Ο αδερφός της πήρε τα σκυλιά και έφυγε μακριά. Προχώρησε, προχώρησε και πάει σε μια βρύση κι έκατσε με τα σκυλιά, να πιουν νερό και να ξεκουραστούν. Εκεί ήτανε ένα θεριό που έτρωγε ένα κορίτσι τη μέρα, για να αφήνει να παίρνουν νερό. Τώρα ήτανε η σειρά της βασιλοπούλας. Ήρθε η βασιλοπούλα κλαμένη και, μόλις τον είδε, τρόμαξε και του είπε: «Φύγε, ξένε, δεν ξέρεις πως εδώ κάθεται ένα θεριό και δεν μας αφήνει να πάρουμε νερό, αν δεν φάει ένα κορίτσι την ημέρα; Σήμερα είναι η σειρά μου, φύγε, ξένε». Αυτός όμως δεν το κουνούσε και της λέει: «Μη φοβάσαι και έλα να με ψειρίσεις». Πήγε αυτή και τον ψείριζε και καθώς τον ψείριζε άκουσαν ένα μουγκρητό και αμέσως φάνηκε να έρχεται το φοβερό θεριό καταπάνω τους. «Σταμάτα λοιπόν να κλαις», λέει στη βασιλοπούλα ο κυνηγός κι αμέσως πήρε το ντουφέκι του και φώναξε τα σκυλιά του. Τα δάκρυά της, καθώς τον ψείριζε, είχαν πέσει στα μάγουλά του και τον έκαιγαν.
Τραυμάτισε το θεριό και τα σκυλιά ορμήσανε και το κομματιάσανε. Αυτή ευχαρίστησε τον κυνηγό, γέμισε τη στάμνα της και πήγε στο παλάτι. Τότε χαρές που είχανε, μόλις την είδανε και γύρισε πίσω! Της είπαν, πώς γλίτωσε; Και τους διηγήθηκε την ιστορία της. Ότι συνάντησε έναν κυνηγό και τον ψείρισε και αυτός με τα σκυλιά του κομματιάσανε το θεριό. Τότε ο βασιλιάς λέει: «Όταν δεις το σωτήρα σου και σωτήρα μας, θα τον γνωρίσεις;» «Ναι», λέει η βασιλοπούλα. Τότε ο βασιλιάς διέταξε να έρθουν όλοι οι κάτοικοι της περιοχής και όλου του τόπου, με τα σκυλιά τους και τα γατιά τους.
Ο κυνηγός δεν είχε φύγει μακριά, αλλά είχε πάει σε μια γριά. Η γριά πήγε από το εξοχικό της, το μετόχι της, στο παλάτι, όπως είχε διατάξει ο βασιλιάς. Εκεί που έτρωγαν, ο βασιλιάς είδε τη γριά να κρύβει μια φέτα ψωμί και ένα μεγάλο μεζέ, πάει κοντά της και τη ρωτάει: «Γερόντισσα, γιατί πήρες τη φέτα το ψωμί και το κρέας;» Και αυτή του λέει: «Έχω ένα γατάκι στο σπίτι μου». «Να πας να το φέρεις, γερόντισσα», της λέει ο βασιλιάς και της δίνει και δύο υπηρέτες του να τη συνοδέψουνε και να φέρουνε το γατάκι. Αλλά όταν πήγαν, είδαν άνθρωπο στο σπίτι και τον πήρανε μαζί με τα σκυλιά και πήγανε μπροστά στη βασιλοπούλα. Αυτή τον αναγνώρισε και λέει στον πατέρα της: «Αυτός είναι ο σωτήρας μου, πατέρα». Και όλοι τότε, όσοι ήτανε μαζεμένοι, φώναζαν: «Ο σωτήρας μας, ο σωτήρας μας!» Τότε ο βασιλιάς λέει: «Παιδιά, είναι άξιος για την κόρη μου». Και έτσι έδωκε τη βασιλοπούλα και έκαναν τους γάμους τους.
Η αδερφή του τότε μισόστραβη τα έκιοσε (τελείωσε) όλα όσα ήσαντε στο σπίτι και βγήκε και διακόνευε. Πήγε και στο παλάτι του βασιλιά, που 'χε ο βασιλιάς χαρές και πάντρευε την κόρη του, κάποια στιγμή όμως δεν της έδιναν σημασία και βρέθηκε κοντά στο γαμπρό, το σωτήρα της βασιλοπούλας, και είδε πως ήτανε ο αδερφός της, τον γνώρισε και τον αγκάλιασε και τον χάιδευε και του λέει: «Έλα να σε ψειρίσω». Και κει που ψείριζε, του έβαλε πεθαμένου κόκαλο και αμέσως πέθανε αυτός. Τον κήδεψαν με χρυσή κάσα. Τα σκυλιά τα είχαν βάλει σε ένα δωμάτιο και τα είχανε κλειδώσει.
Στις τρεις μέρες κάπως έκαμε το ορφανό κουτάβι και ανοίγει την πόρτα του δωματίου και πήγανε στο μνήμα του αφεντικού τους και ξέχωσαν το σώμα του και το ορφανό κουτάβι έβαλε το πόδι του στο αυτί του και έβγαλε το κόκαλο απ' του πεθαμένου το σώμα και κείνος σηκώθηκε, υγιής και καλός. Πήρε τα σκυλιά του και πήγε στο κυνήγι. Όταν τον είδε ο βασιλιάς τα 'χασε. Τότε ο κυνηγός του είπε με τη σειρά πώς έγιναν τα πράγματα. Ο βασιλιάς αμέσως διέταξε και έπιασαν την αδερφή του κυνηγού, άναψαν φωτιά και τη σούβλισαν και έζησαν έπειτα καλά κι εμείς καλύτερα.
Παραλλαγή που κατέγραψε ο Κων/νος Τασσόπουλος, στα Καλύβια Ηλείας. Αφηγήτρια η Κωνστάντω Κοτσίρη, ετών 61.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.