Η κότα που έκανε χρυσά αυγά.

(Κρήτη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Τα τρία αδέρφια, το μαγικό πουλί και η κλέφτρα βασιλοπούλα)

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε δυο αδέρφια, το ένα πλούσιο και τ' άλλο φτωχό. Μια μέρα ο φτωχός επήγε να βρει την τύχη του. Πήγαινε, πήγαινε, ώσπου μπήκε σε ένα δάσος που δεν είχε ούτε αρχή ούτε τέλος. Όταν νύχτωσε βλέπει πολύ μακριά ένα φως και όταν ήφταξε κοντά θωρεί έναν μεγάλο πύργο και μια γυναίκα να ανάβει το φούρνο και, όση ώρα άναβαν τα ξύλα στο φούρνο, είχε δίπλα τη σκάφη και έπλενε ρούχα. Μόλις εσίμωσε κοντά και τον είδε, του λέει:
«Ξέρω ποιος είσαι και τι ζητάς. Εγώ είμαι η τύχη του αδερφού σου και εσένα είναι στην απάνω μεριά του πύργου και κοιμάται. Αν μπορέσεις όμως τώρα που κοιμάται να πάρεις μια κότα, που την έχει σ' ένα χρυσό κλουβί, θα σωθείς, γιατί κάνει ένα χρυσό αυγό κάθε μέρα».
Κατάφερε να βγει και να την πάρει χωρίς να την ξυπνήσει, ευχαρίστησε τη μοίρα του αδερφού ντου και έφυγε για το σπίτι του, που είχε τρία αγόρια πολύ μικρά. Από αυτή την ημέρα άρχισε καινούρια ζωή, ήμαθε γράμματα στα παιδιά ντου, τους έχτισε σπίτι και τονέ ζήλευε κι ο πλούσιος ακόμα αδερφός του. Ήτανε όμως άτυχος, γιατί πέθανε γρήγορα και παντρεύτηκε η γυναίκα του ένα σκληρό και κακό άνθρωπο, που τυραννούσε τα παιδιά και τη γυναίκα του. Ήσφαξε ακόμα και την κότα που έκανε το χρυσό αυγό. Η κακομοίρα η γυναίκα την καθάρισε, την έψησε και την είχε στη ντουλάπα το μεσημέρι έτοιμη. Όντεν ήρθε ο πρώτος γιος τση έφαγε την γκεφαλή τση κότας, ο δεύτερος την καρδιά κι ο τρίτος το σκώτι. Όντεν ήφταξε ο άντρας τση και δεν τα βρήκε τα τρία, την γκεφαλή, το σκώτι και την καρδιά, ήδιωξε από το σπίτι τα παιδιά. Εφύγανε λοιπόν αυτά, κι όταν εφτάξανε σ' έναν τόπο που χωρίζανε τρία μονοπάτια και καθίσανε για να φάνε, είπε ο μεγάλος πως ένιωθε πως ήτανε σοφός,
κι ο δεύτερος που 'φαε την καρδιά καρδιογνώστης, ο τρίτος όμως δεν είχε πάθει τίποτα. Όταν εφάγανε, εχωρίσανε και πήρε ο καθένας το δρόμο ντου. Οι δυο όμως εξανασμίξανε και πιάνανε πολλά λεφτά, γιατί πήγαιναν όλοι και τους ρωτάγανε, σαν να ήτανε μέντιουμ, ο τρίτος, που πήρε τον άλλο δρόμο και νυχτώθηκε σ' ένα δάσος, κάθισε σ' ένα δέντρο για να ξεκουραστεί, αλλά τον πήρε ο ύπνος και κοιμήθηκε.
Το πρωί, που ξύπνησε, βλέπει εκατό λίρες στο μαξιλάρι ντου, τότες ακατάλαβε πως επειδή είχε φάει το σκώτι τσι έβρισκε, έτσι λοιπόν ευχαριστημένος ήφυγε, για να συναντήσει καμιά πολιτεία. Περπάτησε ακόμα δυο μέρες και ύστερα ήφταξε σε μια πολιτεία. Όντεν εμπήκε μέσα, είδε μια γριούλα και τηνέ ρώτηξε αν θα έβρισκε μέρος για να κοιμάται. Του λέει ότι έχει αυτή τόπο και να πάει, που είναι φτωχιά, και θα τον περιποιείται για να βγάλει το ψωμί τση. Πήγε λοιπόν αυτός και έμεινε μαζί τση. Μια μέρα κρατούσε μια φωτογραφία και ρωτούσε ποια ήταν αυτή. Όταν την είδε η γριά, του είπε να την πετάξει, γιατί ήταν μια βασιλοπούλα που έγινε αιτία και σκοτώθηκαν πολλά βασιλιόπουλα, γιατί την εζητούσαν σε γάμο και τους έλεγε ένα αίνιγμα που κανείς δεν εμπόρειε να το βρει. Αν δεν το 'βρισκε, τονέ σκότωναν.
Αλλά επειδή ήταν πολύ όμορφη, αποφάσισε κι αυτός να πάει να τη βρει. Πάει λοιπόν και του λέει ένα αίνιγμα: «Ποιο είναι εκείνο το δέντρο που κάνει μαύρο και άσπρο καρπό». Αυτός το 'λυσε κι είπε πως ήταν το εικοσιτετράωρο, και η μέρα ο άσπρος καρπός και η νύχτα ο μαύρος. Έτσι αναγκάστηκε η βασιλοπούλα να τονέ πάρει, αλλά να καθίσουν σε εξοχή. Έχτισε κι αυτός ένα παλάτι ωραίο, αφού βέβαια κάθε μέρα έβρισκε στο μαξιλάρι ντου τσι λίρες, και καθίσανε οι δυο ντους, μαζί με μια παραμάνα που την ανέθρεψε από μικρή. Όντεν έμαθε όμως το μυστικό του με το σκώτι της κότας, του 'δωσε ένα φάρμακο για να ξεράσει το σκώτι, κι ένα άλλο για να υπνωθεί. Έτσι τον κατάφερε να τον υπνώσει και να κάνει εμετό, χωρίς να καταλάβει τίποτα. Τον έσυραν έπειτα σ' ένα γκρεμό και τον έριξαν. Μετά πένθησε και πήγε στου πατέρα τση λέγοντας πως πέθανε (ο άντρας της) και πως τον έθαψε. Ο άντρας της όμως, που αυτή ενόμιζε πως πέθανε, δεν είχε πάθει τίποτε, γιατί όντεν εξεζαλίστηκε, πήγε πιο πέρα και θωρεί μια συκιά. Αυτός έκοψε ένα σύκο για να το φάει, που επείναγε, και αμέσως έγινε γάιδαρος. Κι ήκλαιγε ο κακομοίρης για το πάθημά ντου. Μα πηγαίνοντας πιο πέρα, κόβει άλλο σύκο από άλλη συκιά κι έγινε πάλι όπως πρώτα.Αφού λοιπόν εβρήκε το κόλπο, επήρε δυο καλάθια από τα δυο λογιώ σύκα και τα πουλούσε στο παλάτι του βασιλιά. Κατέβηκε η βασιλοπούλα και τση δίνει ένα, για να δοκιμάσει, και την κάνει γαϊδούρα. Μετά την καβαλίκεψε και τριγυρνούσε εδώ κι εκεί. Όντεν εχάσανε τη βασιλοπούλα από το παλάτι επήγε ο βασιλιάς για ν' αρωτήσει τσι δυο μάγους είντα γίνηκε η κόρη ντου. Είχε μάθει όμως κι ο άντρας τση ότι τα αδέρφια ντου ήτανε σ'αυτή την πολιτεία κι επήγε να τα δει. Κι έτυχε να πηγαίνει και ο βασιλιάς την ίδια μέρα και τότε έμαθε την αλήθεια και τση έδωσε ένα σύκο και το 'φαε και γίνηκε πάλι βασιλοπούλα και τότε την εκρέμασαν, για να την τιμωρήσουν, και έμεινε αυτός με τα αδέρφια ντου και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Παραλλαγή που κατέγραψε η Ευλαβία Τζώνη το 1960 στην Κρήτη.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.