Η όρνιθα κι ο Οβριός.

(Θράκη. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Τα τρία αδέρφια και το μαγικό πουλί")

Μια φορά κι ένα καιρό ήτανε ένας φτωχός, είχε γυναίκα και τρία παιδιά, που μόλις αποζούσε' μια νύχτα, κει που κοιμούντανε, βλέπ' όνειρο πως η τύχη τ' κάθεται σ' ένα δέντρο και να πάγ' να την πάρ'. Θα θελήσ' να τον δώσ' φλουριά, μα κείνος να πει πως μόνε την όρνιθα θέλ'.
Την άλλ' μέρα ο φτωχός πάγ' στο μέρος που νυπνιάσθηκε και βλέπ' ξαπλωμέν' την τύχη τ' κάτ' απ' το δέντρο. Η τύχη τ' θέλ' να τον δώσ' φλουριά, αυτός γυρεύ' την όρνιθα. Στο δρόμο που πήγαινε λέγ': «Τι έκαμα ν'αφήσω τα φλουριά και να πάρω την όρνιθα...» Η όρνιθα γεννάγ' ένα αβγό, ένας Οβριός τον ρωτάγ':
«Πόσο τ' αβγό; Να σε δώσω δυο φλουριά, με το δίνς;» «Πάρ' το».
Την άλλ' μέρα η όρνιθα γεννάγ' πάλε αβγό, να κι ο Οβριός: «Να σε δώσω τέσσερα φλουριά, με το δίνς;» Η όρνιθα γεννούσε κάθε μέρα από 'να αβγό κι ο Οβριός κάθε φορά έδινε κι από δυο φλουριά περισσότερα. Ο φτωχός απ' την όρνιθα έγινε πλούσιος, έκαμε σπίτια, χωράφια, αμπέλια και ζούσε πλουσιοπάροχα. Υστερα από καιρό λέγ' στη γυναίκα τ': «Γυναίκα, 'γώ θα πάγω στο χατζηλίκ', συ να προσέχς καλά τα παιδιά και την όρνιθα». «Έννοια σ', άντρα».
Ο άντρας φεύγει, κάμνει μήνες και χρόνια, ο Οβριός δεν άφνε ήσυχη τη γυναίκα, ήθελε να την πείσ' να σφάξ' την όρνιθα. «Πώς να τη σφάξω, σαν έλθ' ο άντρας μ' και το πούνε τα παιδιά;» Ο Οβριός, είχε δεν είχε, την πλάνεψε να σφάξνε την όρνιθα και την είπε: «Πρόσεξε καλά, που θα τηνέ βράσεις, τα παιδιά να μη φάνε τίποτε απ' την όρνιθα». Ο Οβριός το βράδ' είχε σκοπό να σφάξ' τα τρία παιδιά και να φάγ' τα σκώτια.
Η όρνιθα έβρασε. Τα παιδιά λένε: «Ας φάμε της όρνιθας τα σκώτια» και τα 'φαγαν. Το μεγαλύτερο, πο' φαγε την καρδιά, έγινε καρδιογνώστς και λέγ' στ'αδέλφια τ': «Απόψε ο Οβριός θα μας σκοτώσ', μόνε να φύγμε». Το βράδυ έρχεται ο Οβριός, γυρεύ' να φάγ' τα σκώτια, τα σκώτια λείπνε, μανιασμένος σκώνεται και φεύγ'. Τα παιδιά πήγαν, πήγαν, μέρες πορπάτσαν, έφθασαν σε μια πολιτεία που θα 'καμναν βασιλέα κείνονε που στο κεφάλ' τ' θα κάθουνταν ο αετός. Ο κόσμος ήτανε μαζωμένος, στάθκαν και τα παιδιά εκεί, απόλσανε τον αετό κι ο αετός παγαίν' και κάθεται στου μεγάλου παιδιού το κεφάλ', το έκαμαν βασιλέα και τ' αδέλφια τ' έβαλε σε μεγάλες θέσες.
Ο πατέρας του βασιλέα γύρσε απ'το χατζηλίκ', πάγ' στο σπίτ' τ', ρωτάγ' τη γυναίκα τ': «Πού είναι τα παιδιά; Πού είν' η όρνιθα;» «Τα παιδιά πέθαναν κι η όρνιθα ψόφσε». Λυπημένος να χάσ' τα τρία τα παιδιά, να ψοφήσ' κι η όρνιθα, δεν μπόρεσε να μείν' κι έφγε. Πηγαίνοντας, πήγε στην πολιτεία που ήτανε τα παιδιά τ'. Ο βασιλές, που ήτανε καρδιογνώστς, λέγ' στ' αδέλφια τ': «Σήμερα θα έλθ' ο πατέρας μας», κι ήτανε ολόχαροι. Έδωσε προσταγή στους δούλους πως θα έλθ' ένας ξένος, να τον λούσνε και να τον δώσνε να βάλ' καλά ρούχα. Ήλθ' ο ξένος, τον λουτρίσανε, τον αλλάξανε και τον πήγανε στο βασιλέ, που είχε στο πλάι τ' τ' αδέλφια τ'. Κείν' την ώρα ο βασιλές έριξε καταγής ένα χρυσό μήλο, για να κάν' πως σκύβ' να το πάρ', για να προσηκωθεί τον πατέρα τ'. Ο πατέρας τς δεν τους γνώρσε. Πού να φαντασθεί πως τα παιδιά τ' ζούσανε κι ο μεγάλος τ' γιος έγινε βασιλές κι οι μικρότεροι συμβουλάτοροι του βασιλέα. Αφού τον έδωσαν κι έφαγε, τον ρώτσε ο βασιλές από πού έρχεται και διγήθκε απ'την αρχή ως το τέλος όλ' την ιστορία τ'. Τα παιδιά τ' δεν μπόρεσαν να κρατηθούνε, ρίχνουνται στην αγκαλιά τ' και κλαίνε απ' τη χαρά τς. Ο πατέρας τς έμεινε στο παλάτ' και ζούνε όλοι καλά κι αγαπημέν' ως τα τώρα.

Θρακικά 17, 1942, σ. 146-147. Παραλλαγή από τη Τζετώ.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.