Η τύχη της Λωλομαρίας.

(Μεσσηνία)

Μια φορά ήτανε δυο γριές γεροντοκόρες και ζούσαν σε μιαν έρημο, που 'χαν ένα καλυβάκι. Τη μία, τη μικρότερη -ήταν εκατόν πέντε ετών-, τη λέγανε Μαρία και την άλλη, τη μεγαλύτερη, Ελενιώ. Μια μέρα, που η Ελενιώ έλειπε για χόρτα, η Λωλομαρία έβαλε φωτιά κι έκαψε τα ρούχα κι έσπασε τα πιάτα. Όταν πήγε στο σπίτι η Ελενιώ, της λέει: «Πού είναι, μωρή Μαρία, τα ρούχα μας;» «Κάου, κάου, μωρή Λενιώ», της απαντά. «Μωρή, που 'ναι τα πιάτα μας;» «Τάτσι, τάτσι. Μωρή, σου λέω, τα 'σπασα όλα, όλα και τα 'κανα πολλά». Αφού είδε έτσι η Ελενιώ, ήθελε να τη διώξει και σκέφτηκε και της λέει μια μέρα:
«Μωρή Μαρία, θέλεις να σε παντρέψω;» «Αμ πώς δε θέλω, μωρή Λενιώ. Σήκω να μου βρεις γαμπρό. Εγώ είμαι μικρούλα ακόμα».
«Θα σου δώσω», της έλεγε, «το βασιλιά, αλλά πρώτα πρέπει να γίνεις όμορφη». «Αχ! πώς να γίνω», έλεγε η Λωλομαρία, κι άρχισε επί σαράντα μερόνυχτα να πιπιλάει το μικρό της δαχτυλάκι κι αυτό είχε γίνει τόσο όμορφο και τρυφερό. Ήταν και ροδοκόκκινο, που όταν το 'βλεπες, νόμιζες πως ήταν δέκα οκτώ χρονώ κοπέλας. Σηκώνεται τότε η Ελενιώ, που δεν την ήθελε και τη φθονούσε, και πάει στο βασιλιά και του λέει: «Βασιλιά μου, έχω μια πεντάμορφη κόρη που σε αγαπάει πολύ, είναι όμορφη και κάτασπρη, γιατί ο ήλιος δεν την έχει δει από τότε που γεννήθηκε». Ο βασιλιάς αμέσως παίρνει τ' άλογό του και πάει για την Πεντάμορφη. Πάει όμως μπροστά η γριά και λέει της Λωλομαρίας να κρυφτεί μέσα στο σπίτι και μόνον από μία τρυπούλα να βγάζει το όμορφο δαχτυλάκι της. Ήρθε λοιπόν ο βασιλιάς και ζητά να δει την κόρη. Κι η γριά του λέει πως δε μπορεί να βγει όξω, γιατί ο ήλιος δεν την έχει δει, «αλλά μόνο το δαχτυλάκι της θα δεις, μεγάλε βασιλιά μου».
Ο βασιλιάς έκανε έτσι κι επίστεψε πως ήταν εξαιρετική η κοπέλα σαν είδε το ωραίο δαχτυλάκι της. Ζήτησε να την παντρευτεί. Κι η γριά του λέει: «Θα 'ρθεις νύχτα να την πάρεις για να μην τη δει ο ήλιος». Αφού κανόνισαν ποια νύχτα θα την πάρει, η Ελενιώ έγδυσε τη Λωλομαρία και της έδεσε τα κρέατα με σπάγγο για να τεντώσει το δέρμα της και το κορμί της έγινε όλο κόμπους. Τη νύχτα έφτασε η βασιλική άμαξα κι όταν χτύπησε η πόρτα, σβήνουν αμέσως το λυχνάρι, κι αφού την έντυσε με τα ρούχα της, την ανεβάζει στην άμαξα και φεύγει με το βασιλιά. Έφτασαν στο παλάτι κι ο γάμος έγινε στα σκοτεινά, αλλά αυτό δεν τον ένοιαζε το βασιλιά, γιατί το πρωί ήξερε πως θα είχε έναν άγγελο, που θα τον θαύμαζε όλος ο κόσμος.
Όταν πέσανε να κοιμηθούνε, πάει ο βασιλιάς να την αγκαλιάσει, κι αυτή από τους κόμπους πονούσε κι έβαζε τις φωνές: «Ωχ! ωχ!», έκανε κάθε τόσο που την αγκάλιαζε και τη φιλούσε. Σαν την αγκάλιασε μια στιγμή σφιχτά, η Λωλομαρία βάζει τις φωνές κι ο βασιλιάς την αρπάζει και την πετάει από το παράθυρο. Πέφτει αναίσθητη μες στις τριανταφυλλιές κι οι νεράιδες που περνούν από κει, περασμένα μεσάνυχτα, τη λυπήθηκαν και λέει η μία: «Σου εύχομαι να γίνεις δεκα οκτώ χρονώ κοπέλα». Η άλλη λέει: «Εύχομαι να γίνεις άσπρη σαν τα τριαντάφυλλα, που 'ναι τριγύρω σου». Κι η τρίτη λέει: «Εύχομαι να κάνεις μάτια, φρύδια και μαλλιά κατάμαυρα, σαν την αποψινή νύχτα». Έφυγαν οι νεράιδες και ξημέρωσε, όταν ο βασιλιάς βγαίνει κάτω να δει τι έγινε αυτή που πέταξε τη νύχτα και σαν βλέπει ένα πεντάμορφο κορίτσι να κοιμάται μέσα στα τριαντάφυλλα, έτριβε τα μάτια του. Τρέχει αμέσως και την παίρνει στην αγκαλιά του χωρίς να την ξυπνήσει και τη βάζει στο βασιλικό κρεβάτι και την καμάρωνε. Ξύπνησε αυτή και ρωτάει που βρίσκεται, κι ο βασιλιάς της λέει: «Είσαι βασίλισσα».
Μια μέρα, πάει η Ελενιώ στο παλάτι, να τη δει, κι όταν την είδε τόσο όμορφη, της λέει: «Πώς ομόρφηνες;» Η βασίλισσα, για να την εκδικηθεί για ό,τι της είχε κάνει, της λέει: «Πήγα στον κουρέα και μ' έγδαρε με το ξυράφι». Πάει κι η Ελένη σ' έναν κουρέα και με το στανιό, θέλοντας και μη, τον ανάγκασε να τη γδάρει. Πήρε το ξυράφι κι έλεγε: «Πονάς γριά;» «Γδάρε, γιε μου, γδάρε, τι 'ναι πόνος μπρος στα κάλλη;» Όταν έφτασε το γδάρσιμο ως το λαιμό, ο κουρέας της λέει: «Να γδάρω, γριά;» «Θες γδάρε, θες μη γδάρεις», είπε και ξεψύχησε η κακή γριά. Έτσι λοιπόν, η Λωλομαρία έζησε καλά με το βασιλιά κι εμείς καλύτερα.
Παραλλαγή που συλλέχτηκε από την Ελένη Χατζησάβα το 1968 στη Μεσσηνία.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.