Η σαύρα (σαυράδα).

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια γριά και δεν είχε παιδιά και παρακαλούσε το Θεό να της δώσει. Κι εγέννησε μία σαυράδα, η οποία ανέβαινε εις το δώμα και γινότανε μια ωραία κοπέλα. Ο βασιλιάς, ο οποίος ήταν αντίκρυ στο σπίτι της γριάς, καθώς είδε την ωραία γυναίκα, θέλησε να τη νυμφευτεί. Και ήρθε στη γριά, και της είπε ότι θέλει να νυμφευτεί την κόρη της. Η δε γριά είπε ότι δεν έχει κόρη, παρά μια σαυράδα. Ο βασιλιάς απάντησε:
«Αυτήν τη σαυράδα θέλω να νυμφευτώ».
Η γριά τότε είπε: «να ρωτήσουμε και τη σαυράδα» και τη ρώτησαν αν θέλει να νυμφευτεί το βασιλέα. Εκείνη είπε: «Πώς θα νυμφευτώ, ενώ είμαι σαυράδα». Κι ο βασιλιάς απάντησε: «Τι σε μέλει;» «Καλά, ας νυμφευτώ», είπε εκείνη. Αφού όμως παντρεύτηκαν, δε γινόταν πλέον γυναίκα η σαυράδα. Τότε ο βασιλιάς απελπίστηκε και διέταξε τον καλύτερο βοσκό να σφάξει ένα αρνί για να χαρεί, γιατί ήταν λυπημένος όλη τη μέρα.
Κι αφού ήρθε στο βοσκό, έβαψε το πουκάμισο του με το αίμα του αρνιού και τον διέταξε να το πάει στη σαυράδα. Όταν το είδε εκείνη, κάθισε πάνω σ' ένα πετεινό καβάλα κι ήθελε να έρθει προς το βασιλέα. Στο δρόμο, συναντά όλες τις Μοίρες. Ανάμεσα σ' αυτές κι η Αγέλαστη Μοίρα. Και καθώς είδε τη σαυράδα επί πετεινού, εγέλασε. Κι οι άλλες της είπαν: «Τι θέλεις να δωρήσουμε στη σαυράδα και στον πετεινό;» Εκείνη είπε: «Ο μεν πετεινός, να γίνει ωραίο άλογο. Η σαυράδα να γελά και να τρέχουν ρόδα και τριαντάφυλλα. Κι όταν χτενίζεται, να τρέχουν μπριλάντια». Κι η σαυράδα έγινε ωραία κοπέλα και κάθισε στον πετεινό, ο οποίος έγινε ωραίο άλογο.
Κι ο βασιλιάς είπε: «Πού ήσουνα;» Η σαυράδα απάντησε: «Ήμουνα στης μητέρας μου». Ο βασιλιάς τότε: «Για σένα το έκαμα, διότι, ενώ πρώτα γινόσουν ωραία κοπέλα, όταν σε πήρα εγώ, δε γίνεσαι πια ωραία κοπέλα». Και την πήραν στο παλάτι και νυμφεύτηκαν. Κι έκαναν γέλια και χαρές και ξεφάντωσες πολλές.

Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.