Το παραμύθι της μισής κότας.

(Μέση Ανατολή)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας γέρος και μια γριούλα, σε φτωχική γειτονιά κι έβλεπαν γύρω τους τους άλλους να είναι ναι μεν φτωχοί, αλλά με τα παιδάκια τους και τα ζωντανά τους στην αυλή, φτωχοί αλλά ευτυχισμένοι. Και λέει η γριά στο γέρο: «Αχ, εμάς δεν μας αξίωσε ο θεός να έχουμε τίποτα, ούτε ακόμα μισή κότα να είχαμε». Μια μέρα, λες και οι ουρανοί ήταν ανοιχτοί, βρέθηκε μπροστά τους μισή κότα. Έκαναν σαν τρελοί και οι δύο. Την άρπαξαν στην αγκαλιά τους και την άλλη μέρα έκλειναν τα παντζούρια μην τους την ματιάξουν οι γείτονες.
Σε λίγες μέρες η μισή κότα άρχισε να κάνει δουλειές στο σπίτι. Ο γέρος και η γριά απόρησαν, δεν ήξεραν τι να κάνουν. Η μισή κότα άρχισε να τους μιλάει. Και μια μέρα τους λέει:
«Θέλω κι εγώ να πάω με τα κορίτσια της γειτονιάς στο ράψιμο». Τρελάθηκε η γριά, τι να κάνουνε, τη στείλανε. Μια μέρα η μισή κότα, λέει στις κοπέλες «Κορίτσια, θέλετε την Κυριακή να πάμε στον κήπο του βασιλιά που έχει και λιμνούλα, να κάνουμε μπάνιο και να κόψουμε φρούτα από τα δέντρα;» «Αδύνατον, της λένε οι κοπέλες, πώς θα μπούμε που έχει στρατιώτη φύλακα στην πόρτα;»
«Μην σαν νοιάζει. Αυτό αφήστε το πάνω μου» τους απαντά η μισή κότα. Κι έτσι την Κυριακή, ξεκίνησαν για τον κήπο του βασιλιά. Μόλις έφθασαν λέει στον φύλακα: «Στρατιώτη, στρατιώτη, τα πάνω σου να γυρίσουν κάτω και τα κάτω πάνω σου».Αναποδογύρισε ο στρατιώτης, μπήκε το κεφάλι στα πόδια και τα πόδια πήγαν στο κεφάλι του, κι έμεινε ακίνητος.
Έτσι μπήκαν μέσα, και η μισή κότα βγάζει την προβιά της και γίνεται μια ωραία κοπέλα, κάνει και αυτή μπάνιο μαζί με τα άλλα κορίτσια, κόψαν φρούτα, παίξανε κι ετοιμαστήκαν να φύγουνε. Ξανάβαλε η κοπέλα την προβιά της και μόλις φθάνουν στην πόρτα λέει: «Στρατιώτη, στρατιώτη, να ξαναγυρίσεις όπως ήσουνα!» Μέχρι να ξεζαλιστεί ο στρατιώτης να δει από πού έφυγαν εξαφανίστηκαν από το δρόμο οι κοπέλες με τη μισή κότα. Μετά από λίγο, βγήκε ο βασιλιάς στη βεράντα του και είδε τον κήπο του σε πανικό, τη λίμνη του βρώμικη. Φώναξε τον φύλακα. «Τι κατάσταση είναι αυτή;» Του λέει. «Αφέντη μου, ό,τι και να σου πω δεν θα το πιστέψεις.» Του τα ‘πε και ο βασιλιάς του απάντησε: «Πρόσεξε καλά, την επόμενη Κυριακή θα κρυφτώ να παρακολουθήσω. Αν μου έχεις πει ψέματα θα σε κρεμάσω». Τότε κρεμούσανε με το τίποτα.
Την επόμενη Κυριακή κρύβεται ο βασιλιάς πίσω από την κουρτίνα και πραγματικά βλέπει που επανάλαβαν οι κοπέλες το ίδιο να έρχονται με τη μισή κότα και την μισή κότα να βγάζει την προβιά της και να γίνεται μια πανέμορφη κοπέλα. Όταν έφυγαν, ο βασιλιάς που είχε παρακολουθήσει όλη τη σκηνή, ξετρελάθηκε με την κοπέλα και έστειλε να μάθουν πού έμενε στο χωριό και ποια ήταν. Επέστρεψαν οι ακόλουθοί του και του είπαν πως ένας γέρος και μια γριά έχουν αυτή τη μισή κότα. Την άλλη μέρα ξεκινά ο βασιλιάς με την ακολουθία του να πάει στο σπίτι των γέρων. Όταν έφθασε εκεί, είπε στη γριά και στον γέρο «Ήρθα να ζητήσω την κόρη σας». Οι γέροι οι καημένοι τρόμαξαν. «Εμείς δεν έχουμε κόρη, μόνο μισή κότα έχουμε». «Ναι, αυτήν θέλω!» «Να την ρωτήσουμε αν θέλει;» λέει ο γέρος και η γριά. Τη ρώτησαν και αυτή είπε: «Θέλω να με ζυγίσει με χρυσάφι και μετά να με πάρει.» Πόσο χρυσάφι να ζυγίζει η μισή κότα; Έλα όμως που έβαζε στη ζυγαριά και ζύγιζε, ζύγιζε και δεν τελείωνε, μέχρι που γέμισε ένα δωμάτιο με φλουριά. Και είπε στους δικούς της: «Τώρα έχετε να τρώτε πλούσια και ωραία και δεν θα σας λείπει τίποτα». Και έφυγε και ακολούθησε το βασιλιά.
Όταν έφθασαν στο παλάτι, της είπε ο βασιλιάς: «Τώρα βγάλε την προβιά σου, να σε δω!» «Κα, κα, κα» του απαντούσε, όπως κάνουν οι κότες. «Βρε κοπέλα μου, μίλα…» «Κα, κα, κα» αυτή. Την άλλη μέρα τα ίδια. Ούτε προβιά έβγαζε, ούτε μιλούσε. Κράτησε αυτό μέρες, κουράστηκε ο βασιλιάς, την άφησε σε ένα σπιτάκι εκεί κοντά και παντρεύεται μια άλλη γυναίκα.
Η άλλη, μετά από λίγες μέρες, από περιέργεια, κάνει ένα γλυκό και λέει στην υπηρέτριά της: «Πάρτο και πήγαινε να δεις και να μου πεις πώς είναι αυτή η μισή κότα». Ξεκίνησε η υπηρέτρια, πήγε, χτύπησε την πόρτα, της άνοιξε μια πανέμορφη κοπέλα. Της λέει «Αυτό σου στέλνει η κυρά μου δώρο». «Κάθισε, της λέει, να σου κάνω κι εγώ ένα δώρο να το πας στην κυρά σου». Και έβαλε σε ένα ταψί καταΐφι και τα διάφορα, άναψε τον φούρνο, πήρε το ταψί στο χέρι της, μπήκε η ίδια στον φούρνο μέσα με το ταψί και βγήκε. «Πάρτο» της λέει «το καταΐφι στην κυρά σου, δώρο από μένα.»
Όταν έφθασε η υπηρέτρια στο παλάτι με το καταΐφι, την ρωτάει κατευθείας η κυρά της. «Τι να σου πω κυρά μου, τι ομορφιά ήταν αυτή, τι γυναίκα ήταν αυτή, και αυτό το γλυκό μου το ‘φτιαξε η ίδια», εξηγώντας της με ποιο τρόπο μπήκε στο φούρνο και βγήκε. Και η κυρά της λέει «Σιγά και τι είναι! Κι εγώ θα το κάνω». Και μπήκε στον φούρνο και δεν ξαναβγήκε. Στενοχωρέθηκε ο βασιλιάς, πήγε στην μισή κότα και της είπε «Τι μου ‘κανες, μου σκότωσες τη γυναίκα». Αυτή είχε βάλει την προβιά της «κα, κα, κα,κα,κα, κα,» ούτε του απαντούσε.
Πέρασε λίγος καιρός, ξαναπαντρεύεται ο βασιλιάς με άλλη. Περίεργη και η δεύτερη, πήρε ένα μεταξωτό φόρεμα και το στέλνει δώρο με την υπηρέτρια να δει πως ήταν η μισή κότα. Έφθασε εκεί η υπηρεσία, έδωσε το φόρεμα και της λέει η ωραία κοπέλα: «Κάθισε να σου κάνω κι εγώ ένα δώρο για την κυρά σου. Τυλίγεται με ένα σεντόνι άσπρο, βράζει την μουλουχία (σούπα της Ανατολής) και ρίχνει πάνω της τη σούπα καφτερή και το ρύζι αποπάνω και γίνεται το σεντόνι ένα βελούδο πράσινο στο χρώμα της μουλουχίας με μαργαριτάρια κεντημένο από το ρύζι. Το τύλιξε και το στέλνει δώρο στη δεύτερη γυναίκα. Όταν έφθασε η υπηρέτρια της λέει: «Τι να σου πω κυρά μου!» Και τα διηγείται όλα. Οπότε λέει «Σιγά κι εγώ θα το κάνω αυτό!» Μόλις έριξε την μουλουχία όλη πάνω της, κάηκε. Τρελάθηκε πάλι ο βασιλιάς που του πέθανε και η δεύτερη γυναίκα, πήγε να την βρει, αυτή πάλι έκανε «κα, κα, κα» και δεν του μιλούσε.
Απελπίστηκε, σε λίγο όμως πήρε τρίτη γυναίκα. Και η τρίτη, πάλι περίεργη, στέλνει την υπηρέτρια με δώρο. Αυτή τη φορά η πανέμορφη κοπέλα παίρνει ένα ύφασμα, βάζει το τελάρο, και μετά παίρνει το ύφασμα με το τελάρο, το βάζει πάνω σε ένα παλούκι, κάθεται κι αυτή επάνω κι άρχισε να κουνιέται μέχρι που κεντήθηκε όλο το ύφασμα, το ‘βγαλε, το ‘κανε πακέτο και το ‘δωσε στην υπηρέτρια να το πάει στην κυρά της. Τα διηγήθηκε πάλι η υπηρέτρια στην τρίτη κυρά οπότε και αυτή λέει: «Τι είναι; Κι εγώ θα το κάνω!»  Ετοίμασε το ύφασμα και όλα. Κάθισε στο παλούκι να κεντήσει αλλά καρφώθηκε και πέθανε.
Απελπίστηκε ο βασιλιάς και όπως καθόταν έτσι απελπισμένος σε ένα ρυάκι, εκείνη την ώρα βλέπει μια κανάτα κι ένα μπρίκι που βάζανε νερό από το ποτάμι μόνα τους, χωρίς να τα βάζει κανένας. Κι όπως έβαζε το μπρίκι στην κανάτα νερό, χτύπησε λίγο την κανάτα στην άκρια και την έσπασε λιγάκι. Και λέει η κανάτα στο μπρίκι: «Τώρα θα δεις, που θα πάμε στο σπίτι. Θα πω στην κυρά μου: «Κυρά, κυρά, κόρη του ήλιου και του φεγγαριού δες τι μου έκανε το μπρίκι!» Ο βασιλιάς το άκουσε αυτό και κατάλαβε ότι έπρεπε έτσι να πει. Και τρέχει και της λέει «Κυρά, κυρά, κόρη του ήλιου και του φεγγαριού, γιατί με τυραννάς;» Και τότε βγάζει την προβιά της και του λέει. «Επιτέλους, κατάλαβες τις μαγικές λέξεις που έπρεπε να μου πεις!»
Έτσι, γύρισαν στο παλάτι μαζί, παντρεύτηκαν, έκαναν γιορτές κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

(Μέση Ανατολή, Τα παραμύθια της Χαλιμάς)
Πηγή: http://indigoblue.gr