Το παραμύθι της Ελενίτσας.

(Μέση Ανατολή)

Ήταν ένα κοριτσάκι που το ‘λεγαν Ελενίτσα. Όπως καθόταν στα σκαλοπάτια της αυλής της κι έτρωγε το ψωμάκι της, πέρασε μια γριούλα φορτωμένη ξύλα στην πλάτη μ΄ένα σκύλο. Και της λέει «Αχ, κοριτσάκι μου, με βοηθάς λιγάκι να πάω τα ξύλα παρακάτω;» Και σηκώθηκε το παιδάκι να τη βοηθήσει. Την πήρε και την προχωρούσε προς το δάσος, με το σκύλο μαζί. Χάσανε το παιδάκι οι δικοί του και το ψάχνανε, είδαν τη γριά που το ‘χε πάρει και τρέχαν από πίσω. Αλλά δεν προλάβανε. Εξαφανίστηκε.
Όταν έφθασε η γριά στο δάσος, μέσα σε μια ερημιά, φώναξε:
«Κατέβα σκάλα μου, για να ανεβώ!» Και από ένα σπίτι που ήταν στον αέρα πάνω, ξετυλίχθηκε μια σκάλα σχοινένια και ανέβηκε η γριά με το σκύλο της και το κοριτσάκι που είχε αρπάξει. Βεβαίως, οι δικοί του το χάσανε. Η γριά πήρε το κοριτσάκι και δεν το άφηνε ποτέ να κατέβει. Η Ελενίτσα μεγάλωσε και μεγάλωναν μαζί και τα μαλλιά της, μακραίνανε, μακραίνανε. Όταν γυρνούσε η γριά από το δάσος φώναζε: «Κόρη μου, κόρη μου, ρίξε τα μαλλιά σου να κάνω σκάλα να ανεβώ». Κι έτσι ανέβαινε. Περάσανε τα χρόνια, μεγάλωσε η Ελενίτσα κι έγινε μια ωραία κοπέλα, η οποία δεν είχε κατέβει ποτέ από το σπίτι στον αέρα.
Μια μέρα το βασιλόπουλο, πήγαινε για κυνήγι στο δάσος κι εκεί που πήγαινε είδε τη γριά που φώναζε στην κοπέλα να ρίξει τα μαλλιά της και είδε και το σπίτι επάνω. Η γριά δεν τον είδε. Την άλλη μέρα ξεκίνησε το βασιλόπουλο και πήγε και φωνάζει: «Κόρη μου, κόρη μου, ρίξε τα μαλλιά σου να κάνω σκάλα ν’ ανεβώ εγώ και το άλογό μου.» Έριξε η κόρη τα μαλλιά και ανέβηκε. Μόλις την είδε που ήταν όμορφη την ερωτεύθηκε. Και αυτή αυτόν. Τον άφησε να κατέβει μην έρθει η γριά. Την άλλη μέρα ξαναπήγε και της έλεγε πως ήθελε να την πάρει να φύγουνε μαζί. Αλλά αυτή φοβόντανε.
Μια μέρα, δεν πρόλαβε να φύγει και γύρισε η γριά. «Τώρα» λέει, «τι θα κάνω, που θα ανεβεί και θα σε δει;» Η Ελενίτσα που είχε μάθει από τη γριά να είναι μάγισσα μάγεψε το άλογό του και το έκανε σκούπα και εκείνον τον έκανε μια καρφίτσα και τον έβαλε πάνω της. Ανέβηκε η γριά και λέει «Κάτι μου μυρίζει. Ανθρώπινο κρέας μου μυρίζει». Έψαχνε το σπίτι όλο. «Αυτή η καρφίτσα» λέει στο τέλος «μου μυρίζει. Δώσμου την καρφίτσα να την φάω». «Καλά είσαι, την καρφίτσα θα φας;» τη ρωτάει η Ελενίτσα. «Θα φάω τη σκούπα» λέει η γριά. «Τη σκούπα θα φας, τι έπαθες; Πώς θα σκουπίζουμε; Σταμάτα». Μετά που έφυγε η γριά, ξεμάγεψε η Ελενίτσα το άλογο και το βασιλόπουλο, ετοιμάστηκαν, έριξε τα μαλλιά της, κατέβηκε πρώτα το βασιλόπουλο με το άλογο και μετά και εκείνη. Πήρε μαζί της φεύγοντας μόνο τρεις καθρέφτες.
Γύρισε η γριά, φώναζε, τίποτα, κατάλαβε ότι το ‘σκασε και πήγε να τους ακολουθήσει. Τους είδε και έτρεχε από πίσω τους με τον σκύλο της. «Τρέχε σκύλε μου, να τρέχω, τρέχε σκύλε μου, να τρέχω!» Κόντευε να τους πλησιάσει όταν η Ελενίτσα ρίχνει τον ένα καθρέφτη και λέει «Να γίνει νερό!» Και γίνεται σαν ποταμάκι πίσω της. Έλεγε η γριά στον σκύλο: «Πίνε σκύλε μου να πίνω, πίνε σκύλε μου να πίνω» μέχρι που στέγνωσε το νερό και πήραν πάλι να τρέχουν ξοπίσω τους.
Ρίχνει τον δεύτερο καθρέφτη η Ελενίτσα και λέει «Να γίνει φωτιά!» Και γίνεται φωτιά από πίσω τους. Και λέει η γριά στον σκύλο: «Κατούρα σκύλε μου να κατουρώ, κατούρα σκύλε μου να κατουρώ» μέχρι που ‘σβησε η φωτιά. Άρχισε πάλι να τους τρέχει από πίσω και τους πλησίαζε. Ρίχνει τον τρίτο καθρέφτη η Ελενίτσα και λέει: «Να γίνουν αγκάθια!» Έγιναν αγκάθια, πατούσαν ο σκύλος και η γριά, ματώνανε όμως και δεν αντέξανε και πέθανε η γριά και ο σκύλος. Κι έτσι έφθασε η Ελενίτσα με το βασιλόπουλο στο χωριό, παντρευτήκανε και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

(Μέση Ανατολή, Τα παραμύθια της Χαλιμάς) Πηγή: http://indigoblue.gr