Ανώνυμο παραμύθι της Ανατολής.

(Ιστορία των Σούφι)

Έτυχε ένας γέρος ν'αποφασίσει ένα πρωί να ξεκινήσει για ένα μακρύ ταξίδι στην έρημο με σκοπό να ξαναβρεί τους δικούς του. Δυσκίνητος απ' τους ρευματισμούς, χτυπημένος απ'την αρρώστια, στρέφεται στο Θεό: "Παντοδύναμε Θεέ, είναι φανερό ότι ποτέ δεν υπήρξα πιστός. Ήμουν ένας άπιστος, κάτι λιγότερο από το τίποτα. Ποτέ στη διάρκεια της ζωής μου δεν Σε επικαλέστηκα. Ποτέ δεν σήκωσα το πρόσωπό μου προς Εσένα. Αλλά σήμερα που ξεκινώ αυτό το επικίνδυνο ταξίδι, έχω ανάγκη από την προστασία σου. Εάν υπάρχεις, στήριξε την προσπάθειά μου. Εάν υπάρχεις, οδήγησέ με μέχρι το τέρμα αυτής της περιπέτειας, γιατί μόνο μια θεϊκή βοήθεια θα μπορούσε να μου επιτρέψει να ολοκληρώσω μια τέτοια προσπάθεια".

Ο Θεός άκουσε την προσευχή του γέρου και του απάντησε: "Μη φοβάσαι. Θα σε στηρίξω. Καθώς θα προχωράς μέσα στην έρημο, θα διακρίνεις τα ίχνη των βημάτων μου μέσα στα ίχνη των δικών σου βημάτων".
Ο γέρος ευχαρίστησε τον Ύψιστο και ξεκίνησε το ταξίδι του. Ο ήλιος έκαιγε, όπως και η γη. Ούτε ίχνος σκιάς, ούτε ίχνος όασης, κανένα καταφύγιο. Οι μέρες περνούσαν, ο γέρος προχωρούσε γυρνώντας κάθε τόσο για να σιγουρευτεί ότι τα χνάρια των θεϊκών βημάτων ήταν μέσα στα δικά του.
Η κούραση μεγάλωνε και δεν ήταν πια παρά ένα μακρύ μαρτύριο. Όταν έφτασε η όγδοη μέρα, ο γέρος κατέρρευσε εξαντλημένος χωρίς άλλη δύναμη. Με μια κίνηση που είχε τη συνήθεια να κάνει, έριξε ένα βλέμμα πάνω από τον ώμο του για να σιγουρευτεί. Αλίμονο, όσο έβλεπε το μάτι του, η επιφάνεια της άμμου ήταν λεία. Ούτε ίχνος από τη θεϊκή παρουσία! Τότε ο γέρος, συγκεντρώνοντας τις τελευταίες του δυνάμεις, ύψωσε τη γροθιά στον ουρανό και άρχισε να μιλά βλασφημώντας: "Είχαν δίκιο εκείνοι που έλεγαν πως δεν έχεις κανένα οίκτο! Είχαν δίκιο εκείνοι που διαβεβαίωναν πως ελάχιστη φιλευσπλαχνία τρέφεις για τα πλάσματά σου! Με εγκατέλειψες τη στιγμή που σε χρειαζόμουν περισσότερο!"
Ένα λεπτό σιωπής ακολούθησε τα λόγια του γέρου, ύστερα η φωνή του Θεού αντήχησε πάνω από την έρημο: "Άνθρωπε ολιγόπιστε, πότε θα σταματήσεις να αμφιβάλλεις; Δεν βλέπεις πια τα χνάρια των βημάτων μου μέσα στα δικά σου. Και ξέρεις για ποιό λόγο; Εδώ και τρεις μέρες δεν περπατάς αλλά σε κουβαλάω εγώ".

(Ιστορία των Σούφι)
 Πηγή: http://soufikesistories.blogspot.gr