Η Σταχτιερού.

(Κεφαλονιά. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Η Σταχτοπούτα")

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μάνα και είχε τρεις θυγατέρες. Οι δυο μεγαλύτερες ήταν κακές κοπέλες και δεν αγαπούσαν τη μάνα τους. Η τρίτη όμως η μικρότερη αγαπούσε πολύ τη μάνα της μα όλη μέρα καθόταν μες στη στάχτη, δίπλα στη φωτιά, γι' αυτό την είπαν Σταχτιερού.
Μια μέρα οι δυο μεγάλες με τη μάνα τους καθίσανε να γνέσουν και βάλαν στοίχημα να φάνε όποια μείνει τελευταία. Η μάνα έγνεθε γρήγορα μα προσεκτικά και νοικοκυρεμένα. Οι κοπέλες γνέθαν άταχτα και βιαστικά και με τρόπο πέταγαν το μαλλί της ρόκας τους πίσω από το σκαμνί τους για να απογνέσουν γρήγορα. Έτσι κι έγινε.
Οι δυο κοπέλες απογνέσανε πρώτα από τη μάνα τους και σύμφωνα με το στοίχημα θέλανε να τη σφάξουνε να τη φάνε. Τ' άκουσε κι η Σταχτιερού κι έπεσε του θανάτου. Έκλαιγε και παρακάλαγε τις άλλες αδερφές να μην πειράξουν την μάνα τους. «Τη μανούλα μας θα φάτε; δεν τη λυπόσαστε;» τους έλεγε. Μα εκείνες ήταν αμετάπειστες. «Έχασε και θα τη φάμε», απαντούσαν.
Πήγαν λοιπόν, σφάξανε τη μάνα τους και αρχίσαν να την τρώνε. «Έλα Σταχτιερού να φας κι εσύ», φώναζαν στη μικρότερη, μα εκείνη έκλαιγε και φώναζε: «Εγώ να φάω τη μανούλα μου;» Έκατσε η Σταχτιερού κι έμασε έναένα τα κοκκαλάκια της μανούλας της και τα 'θαψε σε μια μεριά μέσα στον κήπο. Στο μέρος εκείνο φύτρωσε ένα δεντράκι κι η Σταχτιερού το πότιζε και το καμάρωνε σαν να βλέπει τη μανούλα της.
Υστερα από καρό, πήγε το βασιλόπουλο στην εκκλησία του χωριού τους. Οι δυο μεγάλες αδερφές στολιστήκανε καλά και πήγαν στην εκκλησία να τις δει το βασιλόπουλο. Η κακομοίρα όμως η Σταχτιερού δεν είχε ρούχα να φορέσει και πήγε κάτω στον τάφο της μανούλας της κι άρχισε να κλαίει. Μα καθώς κοίταξε πάνω στο δεντράκι είδε έναν ωραίο καρπό. Τον έκοψε και τον άνοιξε. Μα τι να δει! Ο μικρός καρπός ήταν γεμάτος φορέματα, παπούτσια και στολίδια, που όλο έβγανε και που δεν είχαν τελειωμό. Αμέσως η Σταχτιερού έτρεξε πλύθηκε, στολίστηκε, φόρεσε ένα ζευγάρι κεντητά γοβάκια, χτένισε τα μαλλιά της και τράβηξε για την εκκλησία.
Σαν είδε ο κόσμος να μπαίνει μέσα στην εκκλησία αυτή η πεντάμορφη κοπέλα, σάστισε και δεν μπορούσε να την γνωρίσει. Κοντά να τελειώσει η λειτουργία η Σταχτιερού έφυγε τρεχάτη. Πήγε έβγαλε και έκρυψε τα ρούχα της και κάθισε ξανά μέσα στη στάχτη. Πήγαν ύστερα και οι άλλες αδερφές στο σπίτι κι έλεγαν στη Σταχτιερού: «Δεν ήρθες καημένη και συ να δεις μια πεντάμορφη κοπέλα, που ήρθε στην εκκλησιά με αραχνοΰφαντα στολίδια». Μα η πονηρή Σταχτιερού τους απαντούσε: «Δεν φεύγω εγώ από τη στάχτη μου κι όποια θέλει ας ήταν».
Την άλλη Κυριακή έγινε ξανά το ίδιο. Σαν έφυγαν οι άλλες για την εκκλησιά, στολίστηκε ξανά η Σταχτιερού και πήγε. Θαμπώθηκε ο κόσμος κι έλαμψε η εκκλησιά σαν φάνηκε στην πόρτα η πεντάμορφη κοπέλα. Πιο πολύ θαμπώθηκε το βασιλόπουλο από την ομορφιά της και θέλησε να την παντρευτεί. Μα πριν να τελειώσει η λειτουργία, η Σταχτιερού χάθηκε τρεχάτη και τρύπωσε στις στάχτες της. Το βασιλόπουλο ρώτησε να μάθει ποια ήταν η πεντάμορφη κοπέλα, μα κανείς δεν ήξερε να του πει.
Την άλλη Κυριακή πήγε ενωρίς το βασιλόπουλο στην εκκλησία και περίμενε να δει αν θα ξαναπάει η πεντάμορφη κοπέλα. Και πραγματικά, σαν μαζεύτηκε ο κόσμος και γέμισε η εκκλησία, άνοιξε η πόρτα και φάνηκε η πεντάμορφη κι όλα τα μάτια καρφώθηκαν απάνω της και το βασιλόπουλο γελούσε από τη χαρά του. Από φόβο όμως μην φύγει πάλι και την χάσει, διέταξε και βάλαν κόλλα στο κατώφλι της εκκλησιάς, καθώς θα βγει η κοπέλα να κολλήσει. Πραγματικά, κοντά να τελειώσει η λειτουργία η Σταχτιερού τράβηξε κατά την πόρτα, μα, απονήρευτη καθώς ήταν, πάτησε στο κατώφλι και κόλλησε το ένα της παπούτσι. Από φόβο μην πιαστεί, παράτησε το παπούτσι κι έφυγε ξυπόλητη με το ένα γοβάκι.
Το βασιλόπουλο πήρε το γοβάκι και γύριζε από σπίτι σε σπίτι να δει σε ποια ταιριάζει το γοβάκι. Πήγε και στο σπίτι της Σταχτιερούς. Μα οι αδερφές της πρόλαβαν και την σκέπασαν κάτω από ένα κοφίνι, για να μην την δει το βασιλόπουλο, που 'ταν βρώμικη και σταχτωμένη. Η μεγαλύτερη αδερφή πήγε μέσα στο δωμάτιο να φορέσει το γοβάκι, μα καθώς δεν της πήγαινε, έδωσε μια με το μαχαίρι κι έκοψε ένα κομμάτι από το πόδι της και φόρεσε το παπούτσι. Αλλά καθώς το βασιλόπουλο καθόταν στο κοφίνι η Σταχτιερού τον κένταγε με μια βελόνα. «Τι είναι από δω κάτω;» ρώτησε το βασιλόπουλο. «Μια κλώσσα και τσιμπάει», του λέει η άλλη κοπέλλα, Μα τότε φάνηκε στην πόρτα η πρώτη με φορεμένο το γοβάκι. Το βασιλόπουλο γεμάτο χαρά την πήρε και κίνησαν να φύγουν. Καθώς προχωρούσαν ένα πουλάκι από το δεντράκι που φύτρωσε στης μάνας της τον τάφο κελαηδούσε κι έλεγε: «Αίμα τρέχει στο γοβάκι». Το βασιλόπουλο παραξενεύτηκε ακούγοντας αυτά τα παράξενα λόγια, και στρέφοντας τα μάτια προς τα γοβάκια της κόρης τα είδε καταματωμένα. Τότε κατάλαβε πως δεν ήταν αυτή η πεντάμορφη, και γύρισε πίσω στο σπίτι για να προβάρει το παπούτσι και η δεύτερη αδερφή. Μα καθώς ξανακάθισε πάνω στο καλάθι, η Σταχτιερού άρχισε να τον τσιμπάει δυνατά με τη βελόνα. Τότε σηκώθηκε το βασιλόπουλο και περίεργο σήκωσε το καλάθι, για να δει τι είδους κλώσσα ήταν αυτή που τον τσιμπούσε, ξαφνιασμένος όμως αντί για κλώσσα αντίκρισε τη Σταχτιερού. Το βασιλόπουλο διατάζει να φορέσει κι η Σταχτιερού το γοβάκι αλλά οι αδερφές της δεν την άφηναν. «Μα βασιλιά μου, αυτή δεν βγαίνει από την στάχτη της», του είπαν. Ο βασιλιάς όμως επέμενε κι όταν φόρεσε η Σταχτιερού το γοβάκι είδε να της πηγαίνει κολλητό. «Εσύ είσαι η πεντάμορφη», λέει το βασιλόπουλο, «έλα να σε πάρω». Κι οι άλλες αδερφές φώναζαν και λέγαν πως δεν μπορεί να 'ναι αυτή, γιατί δεν έχει φουστάνι να φορέσει. «Ναι, εγώ είμαι η πεντάμορφη», φώναζε η Σταχτιερού, «και τα ρούχα μου τα χάρισε η ευχή της μανούλας μου, περιμένετε να δείτε». Έτσι μίλησε η Σταχτιερού και έτρεξε εκεί που είχε κρυμμένα τα στολίδια της και ντύθηκε πεντάμορφη κοπέλα. Σαν την είδε το βασιλόπουλο τα μάτια του άστραψαν από χαρά κι οι αδερφές γεμάτες φθόνο δεν πίστευαν πως η πεντάμορφη που έβλεπαν ήταν η Σταχτιερού. Το βασιλόπουλο πήρε τη Σταχτιερού, την πήγε στο παλάτι του και την έκανε γυναίκα του. Έτσι με την ευχή της μάνας της η Σταχτιερού έγινε βασίλισσα και έζησε χαρούμενη κι ευτυχισμένη, ενώ οι κακές αδερφές της ζήσανε στη μιζέρια και τη δυστυχία.

Παραλλαγή που συνέλεξε ο Ιωάννης Παντής το 1963 στην Κεφαλοννιά.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.