Ο γούμενος κι αλήθεια.

(Τρίκαλα Κορινθίας)

Σ' ένα χωριό, έναν άνθρωπο, γιατί έλεγε πάντα την αλήθεια, τον κυνήγαγε ούλο το χωριό σαν το λυσσιάρικο σκυλί. Είδε κι απόειδε ο άνθρωπος, μούντζωσε το χωριό, αρατίστη* και πάει, όπου ιδούν τα μάτια του. Στο δρόμο που πάγαιν' ο χωριάτης, απανταίν' ένα γούμενο καβάλα στ' άλογο, και δεν τον χαιρετάει. Ο γούμενος που ήταν συνηθισμένος να τον χαιρετάνε πρώτα ούλος ο κόσμος, να βγάνουν τη σκούφια τους, να κάνουν μετάνοια και ναν του φιλούν το χέρι, εξαφνίστη, εκράτησε τ' άλογό του, και λέει του χωριάτη:
«Βρε τέκνο μου, γιατί δε χαιρετάς»; Ο χωριάτης έκαμε πως δεν άκουσε, και πάει το δρόμο του. Ο γούμενος παραξενεύτηκε, βαρεί τ' άλογό του, φτάνει το χωριάτη και του λέει: «Βρε, ευλοημένε. Κουφός είσαι; Γιατί δε λές καλημέρα;» «Αι στο καλό γέροντα», του λέει ο χωριάτης. Τ' ανοίγει κουβέντα από περιέργεια ο γούμενος για να μάθει τι άνθρωπος είναι. Απ' τα πολλά ο χωριάτης για να ξεφορτωθεί το γούμενο, του λέει: «Το και το, γούμενε. Λέω την αλήθεια, και το χωριό μου με κυνηγάει σα λυσσιάρικο σκυλί. Έφυγ' απ' το χωριό και πά' όπου ιδούν τα μάτια μου». «Αν είναι κατά που λες», του λέει ο γούμενος, «έρχεσαι να σε πάρω στο μαναστήρι και να σε βάλω σκουτέρη*;» «Έρχουμαι», του λέει ο χωριάτης, «μα να λέω πάντα την αλήθεια!» «Σύμφωνος», γυρίζει και του λέει ο γούμενος. Ο γούμενος γύρισε στο μαναστήρι με το χωριάτη κι ο χωριάτης έγινε σκουτέρης. Τον ρώταγε καμιά φορά ο γούμενος ή κανένας καλόγερος πώς είν' τα πράματα* του μαναστηριού, τους έλεγε: «Καλά 'ναι με τη βοήθεια του θεού». Μια φορά του λέει ο γούμενος κατά τη συνήθεια: «Πώς είναι τώρα, τέκνο μου, τα πράματα του μαναστηριού;» «Καλά είν', άγιε γούμενε. Μονάχα ένα βόιδι είν' ακαμάτικο, ένα μουλάρι κάθε δυο μήνους κατεβάζει και βγάνει το καρακούσι*, κι έν' άλογο δε λέπ' απ' το δεξιό του». «Πάρτα, τέκνο μου», του λέ' ο γούμενος, «και σύρτα στο πανηγύρι ναν τα πουλήσεις». Ο χωριάτης πήγε στο πανηγύρι με τα ζα, τους έβαλε κλαρί, έμεινε δυο τρεις ημέρες, πήρε πάλι τα ζα και γύρισε στο μαναστήρι. Είδ' ο γούμενος το χωριάτη με τα ζα και του λέει: «Γιατί δεν τα πούλησες, τέκνο μου; Δεν ευρέθηκαν ανθρώποι ναν τα πάρουν, ή δε σου 'δωκαν την τιμή τους;» «Ευρεθήκανε, άγιε γούμενε, και την τιμή τους την εδίνανε, μα σαν μ' ερώτα γαν αν έχουν κανένα ζαράρι* και τους έλεγα πως το βόδι είν ακαμάτικο, το μουλάρι βγαίνει το καρακούσι και τ' άλογο πως δε λέπ' απ' το ένα, ένας ένας έφευγε». «Μα γιατί ναν τους ειπείς τα σακατιλίκια τους;» του λέ' ο γούμενος. «Δεν έχομε συφωνία, του λέει ο χωριάτης, να λέω πάντα την αλήθεια;» Ο γούμενος δε βάσταξε και με θυμό είπε στο χωριάτη: «Όχι τέτοιες αλήθειες, θεοκατάρατε!»

Λαογραφία Γ', 1911-1912, σ. 666-667, Τρίκαλα Κορινθίας, «Όχι τέτοιες αλήθειες θεοκατάρατε!» (Λουκάτος, Νεοελληνικοί Παροιμιόμυθοι, σ. 137). Καταγραφέας: I. Π. Σταματούλης.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.