Η βασιλοπούλα με την ψείρα κι ο δαίμονας.

(Ζάκυνθος)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα και είχαν μία βασιλοπούλα. Και οι υπηρέτριες και οι υπηρέτες τη φύλαγαν να μην έβγει σε ήλιο, γιατί έκανε ψείρα. Το λοιπό μια μέρα επαρακάλεσε να την αφήσουνε να βγει όξω κι έκαμε ψείρα. Μια ημέρα η βασιλοπούλα επήγε στο βασιλέα και ο βασιλέας όπως έψαχνε το κεφάλι τση κόρης του, εύρηκε την ψείρα. Την έπιασε και γιόμισε μία μποτίλια αίμα και την έβαλε μέσα. Όταν ήπιε ούλο το αίμα, εμεγάλωσε η ψείρα και δεν την έπαιρνε πλέον η μποτίλια και με τον καιρό την έβαλε μέσα σ'ένα ασκί. Όταν την έβγαλε από τ' ασκί, την έσφαξε και με το δέρμα τση ο βασιλέας έκαμε ένα τραπέζι και εκάλεσε ούλον τον κόσμο να βρει από πού είναι ευτό το δέρμα. Όποιος ήθελε το βρει, ήθελε να πάρει τη βασιλοπούλα για γυναίκα του.
Για να εύρει ένας από τι είναι το δέρμα, είχε σκοτώσει ο βασιλέας κόσμο πολύ. Οπού από τσι πολλούς τ' άκουσε κι ένας δαίμονας, και επήε στο βασιλιά. «Μπα! γι' αυτό σκοτιζόσαστε! είπε. Είναι απλούστατο. Γι' αυτό έχεις σκοτώσει τόσον κόσμο! Το πετσί αυτό είναι από το ζωύφιο εκείνο, που έχουνε ούλοι τους απάνω τσους στο στρατό». Ετότες ο βασιλέας λέει: «Να πάρεις τη βασιλοπούλα την Κυριακή».
Οπού ενώ είχανε πει για να γένουνε τα στέφανα, δεν πήγε ο δαίμονας, επειδής ήτανε παπάδες. Και επήγε την άλλη Κυριακή και έγιναν τα στέφανα και επήρε σαράντα αμάξια και επήρε τη βασιλοπούλα. Εις το δρόμο, που επηγαίνανε, έπιασε ανεμοστρούφουλας και έσπασε τσι άμαξες και τσι αμαξηλάτες και επήγανε ούλα ούφου ντου λούφου.
Η βασιλοπούλα, όπου είχε φύγει από το σπίτι τση, είχε πάρει τρία πιτσούνια μαζί τση. Ο δαίμονας την πήγε μέσα στα βουνά και στα λαγκάδια. Επιτέλους τηνέ πήγε και σ' ένα έρημο μέρος, όπου δεν ήταν άνθρωπος. Ο δαίμονας την εβασάνιζε τη βασιλοπούλα. Όλο τηνέ βύζαινε από το ζερβί βυζί και ήρθε η κοπέλα σε θέση να πεθάνει. Ο βασιλέας ο πατέρας τση είχε σαράντα ημέρες να μάθει και ανησυχούσε πολύ τι έγινε η κόρη του. Η βασιλοπούλα μια ημέρα εύρηκε ευκαιρία κι έκαμε ένα γράμμα του πατέρα τση και το έστειλε με το ένα πιτσούνι. Και το πιτσούνι εκίνησε και πήγε εις το παλάτι του βασιλιά. Μόλις είδε το πιτσούνι ο βασιλιάς, αρχίνησε να κλαίει από τη χαρά του. Το πιτσούνι ανέβηκε απάνου στον ώμο του βασιλιά. Ο βασιλέας αρχίνησε να το χαϊδεύει και είδε το γράμμα στο λαιμό του: «Πατέρα, βρίσκουμαι εις το τάδε μέρος. Σώσε με, διότι πεθαίνω».
Ο βασιλέας έκαμε ένα τραπέζι κι εκάλεσε όλον τον κόσμο, ποίος μπορεί να του φέρει την κόρη του οπίσω. Όσοι είχανε πάει στο τραπέζι, δεν εμπόρειε κανείς να φέρει τη βασιλοπούλα. Ήτανε και μία γρία μαζί και είδανε πως έβγαλε λίγο ψωμί στην τσέπη τση. «Γρία, τι το θες το ψωμί;» «Έχω κάτι παιδία και δεν μπορούσα να τα φέρω και δι' αυτό το πήρα». «Να ντα φέρεις εδώ». «Τα παιδία δε θέλουν». Ο βασιλέας έστειλε την αστυνομία και τα έφερε. Ο βασιλέας λοιπόν τα ρώτησε ποίος είναι εις θέση να ντου φέρει την κόρη του. Λένε: «Εμείς είμαστε σε θέση». Και ένα-ένα τι κάνουν; Ο πρώτος του είπε: «Βάνω το αυτί μου εδεπά και ακούω εις την από κάτου γης». Ο άλλος λέει: «Βαρώ σαϊτιά και κόβω τη μύγα στον αέρα». Ο τρίτος είπε: «Εβαρούσα γροθία και έφτιανα πύργο». Ο τέταρτος λέει: «Εβαρούσα γροθία κι έσκιζα τη γης». Και ο πέφτος έτρεχε σα λαγός και δεν ημπόρειε κανείς να ντόνε φτάσει.
Το λοιπό εξεκινήσανε και πηγαίνανε στα βουνά. Οπού λέει ο ένας στον άλλονε: «Βάλε το αυτί σου, να ιδούμε πού βρισκόμαστε». Έβαλε το αυτί του κι ήτανε μακρία ακόμα από κει και επροχωρέσανε ομπρός και εξανάβαλε το αυτί του και τους άκουε από κοντά. Επροχωρέσανε και επήανε ακριβώς σ' αυτό το μέρος. Και εβάρειε ο ένοις γροθιές κι έσκιζε το βουνό και ευρήκανε το δαίμονα κι εβύζαινε την κόρη κι ήτανε αποκοιμισμένος κι ετραβήχτηκε η κόρη από κει και την επήρανε τα παιδία κι εφεύγανε. Οπού λοιπόν ε ξύπνησε ο δράκοντας και δεν την ηύρηκε εκεί. Εκανε σαν τρελός. Τρέχει εδώ, τρέχει εκεί, και τη βρίσκει που επήγαινε οπίσω από τα παιδία. Τσου εφώναξε: «Να με αφήσετε να την ιδώ από μία τρούπα». Κι εκείνοι εβαρείανε γροθιές κι εφτιάνανε πύργους, να μην την πάρει την κόρη. Την είδε όμως ο δαίμονας και τους την πήρε. Τόνε βαρέσανε σαϊτιές και τον ελαβώσανε και του την πήρανε πάλι. Κι εκινήσανε κι επηγαίνανε στο βασιλέα. Δεν την εγνώρισε ο βασιλέας την κόρη του από την κατάντια, που είχε. Κι άρχισε κι έκλαιγε από τη χαρά του, πως του την εφέρανε οπίσω, και τσ' είπε ποιο από τα παιδία να διαλέξει, να ντονε πάρει άντρα τση.

Μαριέττα Μινώτου, «Παραμύθια από τη Ζάκυνθο», Λαογραφία ΙΑ', 1934-1937, σ. 520-522. Παραλλαγή που αφηγήθηκε ο Κωνσταντής Καραμαλίκης, 80 χρονών, από το Λυκούδι.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.