Άτιτλο.

(Άργος. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το ψέμα κι η αλήθεια")

Μια φορά ανταμώσανε σε ένα σταυροδρόμι το Ψέμα με την Αλήθεια, καιρετιστήκανε, και ρώτησε το Ψέμα την Αλήθεια πώς τα περνάει. «Πώς να τα περνάω;» είπε η Αλήθεια, «κάθε πέρσι και καλύτερα». «Βλέπω τα χάλια σου», της είπε το Ψέμα και κοίταζε τα κουρελιάρικα ρούχα της. «Μα και τα χνώτα σου ακόμα βρωμάνε». «Έχω τρεις μέρες τώρα νηστικιά», είπε η Αλήθεια. «Όπου περάσω βρίσκω τον μπελά μου και κοντά σε μένα και οι λίγοι που μ' αγαπάνε. Δεν είναι ζωή αυτή». «Θέλεις όμως και τα τραβάς, της είπε το Ψέμα. Έλα μαζί μου, να δεις Θεού πρόσωπο, να ντυθείς με ρούχα χρυσά, σαν τα δικά μου, και να χορτάσεις φαΐ, μόνο να μη γελάσεις σε ό,τι κάνω και λέω».

Η Αλήθεια δέχτηκε, για μια φορά μονάχα, να πάει να φάει μαζί με το Ψέμα, γιατί δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της από την πείνα. Τράβηξαν και έφτασαν σε μια μεγάλη πολιτεία, μπήκαν στο καλύτερο ξενοδοχείο, που ήταν γεμάτο από ανθρώπους, και κάθισαν κι έφαγαν από τα καλύτερα φαγιά. Σαν πέρασε πολλή ώρα και οι μισοί άνθρωποι είχαν φύγει, χτύπησε το τραπέζι το Ψέμα με τα χέρια του και πήγε κοντά τους ο ίδιος ο ξενοδόχος να τους περιποιηθεί, γιατί το Ψέμα φαινότανε σαν μεγάλος αφέντης, και ρώτησε τι θέλουν. «Περιμένω τόση ώρα να μας δώσεις τα ρέστα από τη λίρα, που 'δωκα στο παιδί σου, που μας έστρωσε το τραπέζι», είπε το Ψέμα. Φώναξε ο ξενοδόχος το παιδί, εκείνο είπε πως δεν του δώκανε καμιά λίρα, θύμωσε τότε το Ψέμα κι άρχισε να φωνάζει, πως δεν πίστευε ποτέ ότι ένα τέτοιο ξενοδοχείο έκλεβε τον κόσμο που έμπαινε εκεί μέσα να φάει, μα αυτό είναι για γνώση για άλλη φορά και πέταξε μια λίρα στον ξενοδόχο. «Να, του λέει, δώσε μου ρέστα». Ο ξενοδόχος για να μη γίνεται σούσουρο στο μαγαζί του, δεν πήρε τη λίρα, παρά έδωσε ρέστα από τη φιλονικούμενη λίρα, και άστραψε ένα μπάτσο του παιδιού του, που δεν θυμότανε πως πήρε τη λίρα. Εκείνο άρχισε να κλαίει, και να επιμένει πως δεν του δώκανε λίρα, μα κανείς δεν το πίστεψε, βαριαναστέναξε τότε το παιδί και είπε: «Αχ, πού είσαι καημένη Αλήθεια, χάθηκες;»
«Εδώ 'μαι, είπε μέσα από τα δόντια της η Αλήθεια, μα ήμουνα τρεις μέρες νηστική και δεν μπορώ να μιλήσω, να βρεις το δίκιο σου, είναι δεμένη τώρα η γλώσσα μου». Σαν βγήκαν όξω, χασκογέλασε το Ψέμα και είπε της Αλήθειας: «Βλέπεις πώς τα καταφέρνω;» «Καλύτερα να ψοφήσω από την πείνα», είπε η Αλήθεια, «παρά να κάνω τα δικά σου καμώματα», και χωρίσανε για πάντα.
Λαογραφία Δ', 1913-1914, σ. 297-298 (Λουκάτος, 275-276, αρ. 25, «Πού είσαι καημένη αλήθεια!»), Άργος. Καταγραφέας: Παναγ. Δ. Σεφερλής.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.