Μάνα θέλω παράδες.

(Σιάτιστα)

Μια φορά κι έναν καιρό, σ' ένα φτωχό σπίτι ζούσαν μια γριά γυναίκα με τον τεμπέλη γιο της. Ο γιος ήθελε να παντρευτεί τη βασιλοπούλα της χώρας και κάθε μέρα ζητούσε λεφτά από τη μητέρα του. «Μάνα, θέλω παράδες». «Δεν έχω, πιδάκι μ', τι να σι κάνω...». «Μάνα, θα κάψω το σπίτι». «Εμ, κάψ' το, το έρμο». Έκαψε το σπίτι ο ανιπρόκοπος και έμειναν στους δρόμους.
Μια μέρα, εκεί που σκάλιζε στα καμένα απελπισμένος, βρήκε ένα παλιοσίδερο, το παίρνει και θυμωμένος το πετάει λέγοντας:
«Τι να σε κάνω σένα». Ξάφνου όμως παρουσιάζονται τρεις καλοντυμένοι αραπάδες και του λεν': «Στις διαταγές σας, κύριε, τι ζητήσατε;» Ο ανιπρόκοπος κατάλαβε αμέσως την αξία που είχε το παλιοσίδερο και αμέσως διατάζει να του ετοιμάσουν ένα πολυτελέστατο τραπέζι κάτω από το παλάτι της βασιλοπούλας. Πήγε λοιπόν με τους φίλους του και έτρωγαν εκεί όλοι μαζί τα καλύτερα φαγητά του κόσμου, ενώ οι αραπάδες φρόντιζαν για όλα. Η βασιλοπούλα, που έβλεπε από το παράθυρο, είπε σε μια στιγμή στον υπασπιστή της: «Δεν μου φέρνετε αυτόν τον τρελό εδώ πάνω;» Έτσι, ο γιος της γριάς βρισκόταν σε λίγο στο παλάτι.
«Εσύ», του λέει η βασιλοπούλα, «δεν δουλεύεις, ούτε χωράφια έχεις, πώς μπορείς και τρως και πίνεις και τόσα πολλά ξοδεύεις;» «Αμ, δεν ξέρεις», λέει ο τεμπέλης, «έχω αυτό το μαγικό σίδερο κι όταν το χτυπήσω στη γη έρχονται αυτοί οι τρεις αραπάδες και τους διατάζω να κάνουν ό,τι θέλω εγώ. Τώρα πρέπει να με παντρευτείς, αφού τα έχω όλα». «Καλά, πώς μπορεί αυτό το παλιοσίδερο να διατάζει τους αραπάδες; Για να το δω!» Η βασιλοπούλα το πήρε και το χτύπησε κάτω, κι αμέσως παρουσιάζονται οι τρεις αραπάδες. «Στις διαταγές σας, Μεγαλειοτάτη!» «Να πάρετε αυτόν τον τρελό και να τον πετάξετε έξω».
Έτσι ο τεμπέλης βρέθηκε πάλι στο δρόμο. Τι να κάνει, πηγαίνει πάλι στη γριά μάνα του. «Μάνα, θέλω παράδες!». «Δεν έχω, πιδάκι μ', σ' είπα, το σπίτ' το 'καψες, τι να σι κάνω!» Ξαναπήγε ο τεμπέλης στα χαλάσματα και σκάλιζε τη στάχτη. Βρήκε μια παλιά δεκάρα και την έριξε στην τσέπη του. Αυτή όμως βρόντησε στην άδεια του την τσέπη και ο τεμπέλης με μεγάλη του χαρά είδε ότι η μια δεκάρα έγιναν δυο. Τις ξαναρίχνει στην τσέπη του και έγιναν τέσσερες, οι τέσσερες οκτώ κι όλη την ημέρα ο γιος ης γριάς έκαμνε λεφτά. «Αμ, τώρα να δει η βασιλοπούλα τι θα την κάνω!» Ξαναντύθηκε πάλι τα καλά του, μάζεψε τους φίλους του κι άρχισε να διασκεδάζει γύρω από το παλάτι με τα καλύτερα φαγητά και τα πιο σπάνια κρασιά.
Η βασιλοπούλα που τον είδε απόρησε, χτύπησε το σίδερο και διέταξε τους αραπάδες να της τον φέρουν επάνω. «Καλά», του λέει, «το σίδερο το έχω εγώ κι εγώ διατάζω τους αραπάδες, πού βρήκες πάλι τα λεφτά;» «Δεν στο λέω, θα με παντρευτείς πρώτα και θα σ' το πω». «Σου υπόσχομαι πως θα σε παντρευτώ, αν μου πεις πώς βρίσκεις τα λεφτά». Ο τεμπέλης, που είχε αδυναμία στη βασιλοπούλα, την πίστεψε και της έδωσε τη δεκάρα λέγοντας: «Να, αυτή η δεκάρα, όταν τη ρίχνω στην τσέπη μου γίνονται δύο, την ξαναρίχνω γίνονται τέσσερες, την ξαναρίχνω κι οι τέσσερες γίνονται οκτώ κι έτσι μπορώ σε μια μέρα να έχω πολλούς παράδες».
Αφού πήρε τη δεκάρα η βασιλοπούλα διέταξε τους αραπάδες και τον πέταξαν με τις κλωτσιές έξω. Έπειτα ανέφερε στο βασιλιά όλα όσα είχαν γίνει. Ο βασιλιάς τρομοκρατήθηκε και, επειδή σκέφτηκε ότι ήταν ο πιο επικίνδυνος άνθρωπος στη χώρα του, έβαλε διπλούς σκοπούς σ'όλες τις πόρτες του παλατιού και τους διέταξε: «Κι απ' έξω αν δείτε αυτόν τον τρελό να περνά, να τον σπάσετε στο ξύλο!»
Οι φρουροί τον έπιασαν, τον μαστίγωσαν και ο τεμπέλης, που αγαπούσε όμως τη βασιλοπούλα, γύρισε πάλι στη γριά μάνα του, που ξενοδούλευε τώρα, για να ζητήσει πάλι λεφτά. «Μάνα, θέλω παράδες!» «Δεν έχω πιδάκι μ', τι να σι κάνω, όσα παίρνω είναι μόνο για το φαγητό μας, δούλεψε κι εσύ για ν'αποχτήσεις παράδες».
Ο τεμπέλης, που δεν είχε δουλέψει ποτέ στη ζωή του, ξαναπήγε πάλι στα χαλάσματα μήπως βρει καμιά άλλη δεκάρα. Έψαξε όλη τη μέρα, αλλά δεν βρήκε τίποτ' άλλο παρά μια μισοκαμένη σκούφια. «Καλή είναι κι αυτή», λέει και τη φόρεσε στο κεφάλι του. Απογοητευμένος πήρε το δρόμο για τη φτωχή του την καλύβα, που η γριά την είχε κάνει με κλαδιά. Μπαίνει μέσα και της λέει: «Μάνα, είμαι καλός;» «Πού είσι, πιδάκι μ', δε σι γλέπου». «Έχασες τα μάτια σ', βρε μάνα, γέρασες». «Όχι, πιδάκι μ', όλα τα γλέπου, αφού μαγειρεύου, μονάχα εσένα δεν γλέπου». Ο τεμπέλης έβγαλε τη σκούφια και η μάνα του τον είδε αμέσως. «Τώρα σι γλέπου». Ξαναφόρεσε τη σκούφια. «Τώρα δε σι γλέπου». Ο τεμπέλης πάει στον καθρέφτη και με μεγάλη του έκπληξη είδε πως, όταν φορούσε τη σκούφια, εξαφανιζόταν. Γεμάτος χαρά είπε: «Τώρα, μάνα, δεν γλιτώνει η βασιλοπούλα, θα με παντρευτεί» «Κάτσε, πιδάκι μ', εδώ, θα σε δείρουν πάλι». «Όχι, τώρα θα με παντρευτεί, θα το δεις».
Ο τεμπέλης περίμενε να νυχτώσει καλά κι όταν όλοι θα είχαν κοιμηθεί στο παλάτι, πέρασε μέσα απ' όλους τους διπλοφρουρούς ως μέσα στο δωμάτιο της βασιλοπούλας. Εκεί, αφού έβγαλε τη σκούφια του, την ξύπνησε σκουντώντας το μπράτσο της. Εκείνη τρομαγμένη άρχισε να φωνάζει δυνατά: «Βοήθεια, βοήθεια, ο τρελός είναι πάλι εδώ!» Αναστατώνεται το παλάτι από τις φωνές της βασιλοπούλας, ξυπνάει ο βασιλιάς και μπαίνει κατευθείαν στο δωμάτιο της. Εντωμεταξύ ο τεμπέλης είχε φορέσει τη σκούφια του. «Τι συμβαίνει;», λέει ο βασιλιάς, «γιατί με φωνάζεις έτσι;» «Να, ο τρελός, που έχω το σιδερό του, τη δεκάρα του, που τον δείρατε, που τον χτυπήσατε, ήταν τώρα εδώ». «Όχι, κόρη μου, κάποιο όνειρο θα είδες και τρόμαξες, έχω σ'όλες τις πόρτες διπλούς φρουρούς και θα βάλω άλλους τόσους. Ησύχασε, παιδί μου». Έπειτα ο βασιλιάς άναψε όλα τα φώτα στο παλάτι, στους κήπους, στους διαδρόμους, τριπλασίασε τους φρουρούς κι έπεσε πάλι να κοιμηθεί. Η βασιλοπούλα όμως δεν είχε ύπνο και πήρε ένα βιβλίο να διαβάσει.
Μόλις έγινε ησυχία, ο τεμπέλης ξανάβγαλε τη σκούφια του και παρουσιάζεται μπροστά της. «Μη φοβάσαι», της λέει, «εγώ σ' αγαπάω και θέλω να γίνεις γυναίκα μου». Η βασιλοπούλα όμως φοβήθηκε περισσότερο αυτή τη φορά, γιατί τώρα βεβαιώθηκε πως δεν έβλεπε όνειρο και άρχισε να φωνάζει μ' όλη τη δύναμη της φωνής της: «Βοήθεια, βοήθεια, ο τρελός, ο τρελός!»
Αναστατώθηκε το παλάτι, ξαναήρθε ο βασιλιάς, οι υπασπιστές του, οι φρουροί και, καθώς ο τρελός δεν υπήρχε, κάλεσε τους γιατρούς ο βασιλιάς να εξετάσουν την κόρη του, μήπως αυτή είναι τρελή, κι έπειτα της είπε αυστηρά: «Αν ξαναφωνάξεις, θα σε στείλω εξορία».
Η βασιλοπούλα σκέφτηκε ότι έπρεπε να πάρει τον τεμπέλη με το καλό. Τα πράγματα ησύχασαν, όλοι πήγαν να κοιμηθούν κι η βασιλοπούλα έμεινε μόνη. Ο τεμπέλης ξανάβγαλε τη σκούφια και η βασιλοπούλα πρόφτασε να του μιλήσει πρώτη: «Βλέπω ότι είσαι πολύ ικανός άνθρωπος και σιγά-σιγά αρχίζω να σ' αγαπάω». Ο τεμπέλης ενθουσιάστηκε, γιατί ήταν τα μόνα καλά λόγια που πήρε απ'το στόμα της βασιλοπούλας και της είπε: «Θα σου τα εξηγήσω όλα, αλλά θα με παντρευτείς». «Αρχίζω να σ' αγαπάω, γιατί βλέπω πως είσαι πιο δυνατός κι από το βασιλιά». «Να, καλή μου βασιλοπούλα, έχω αυτή τη μαγική σκούφια κι όταν τη φοράω εξαφανίζομαι. Έτσι μπόρεσα κι ήρθα ως εδώ». «Ναι, αλλά αυτή η σκούφια μόνο για σένα είναι και δεν μπορούν να εξαφανίζονται όλοι όσοι τη φορούν;». «Δεν ξέρω», λέει ο τεμπέλης. «Για να δούμε», λέει η βασιλοπούλα και φόρεσε τη σκούφια. Αμέσως χάθηκε από τα μάτια του τεμπέλη ενώ άρχισε να φωνάζει το βασιλιά και τους φρουρούς. Έτρεξαν αμέσως όλοι και είδαν τον τεμπέλη ολομόναχο μέσα στο δωμάτιο. Τον άρπαξαν τότε και του έδωσαν το ξύλο της χρονιάς του. Ο βασιλιάς φώναζε: «Πού είναι η κόρη μου;» «Μην ανησυχείς, πατέρα, εδώ είμαι», και αμέσως έβγαλε τη σκούφια. Όλοι τα έχασαν, αλλά η βασιλοπούλα εξήγησε τη μαγική δύναμη της σκούφιας. Ξαναμαστίγωσαν το γιο της γριάς και ο βασιλιάς διέταξε να τον εξορίσουν σ' ένα μακρινό, ξερό βουνό, να πεθάνει εκεί από την πείνα.
Μερόνυχτα περιφερόταν εκεί ο τεμπέλης, νηστικός και ρακένδυτος. Κόντευε να πεθάνει, όταν σε μια πλαγιά βρήκε μια συκιά. Με λαιμαργία άρχισε να τρώει τα σύκα. Αλλά σε κάθε σύκο που έτρωγε έβγαζε κι ένα κέρατο στο κεφάλι. «Τι με νοιάζει εμένα, εδώ πεθαίνω, θα φάω κι ας γεμίσω κέρατα». Τελείωσαν τα σύκα της συκιάς, όταν ο τεμπέλης είχε γεμίσει από κέρατα. Άρχισε να περιφέρεται πάλι νηστικός και ολομόναχος στο έρημο βουνό, γεμάτος κέρατα. Όταν μια μέρα βρήκε μια άλλη συκιά κι άρχισε να τρώει τα σύκα της. Αλλά σε κάθε σύκο που έτρωγε έπεφτε κι ένα κέρατο. «Τώρα», λέει, «βρήκα τον τρόπο να παντρευτώ τη βασιλοπούλα».
Περπάτησε μακριά απ'το βουνό, βγήκε σε μια κοιλάδα όπου άρχισε να ζει με άγρια χόρτα. Τον άλλο χρόνο μάζεψε ωραία σύκα από την πρώτη συκιά σ' ένα καλάθι, κατέβηκε στην πολιτεία κι άρχισε να φωνάζει έξω απ' το παλάτι: «Έχω ωραία σύκα, πρωτοφανίσα σύκα, βασιλικά σύκα!»
Η βασιλοπούλα που άκουσε έτρεξε να πει στο βασιλιά ότι βγήκαν τα σύκα, κι ο βασιλιάς ενθουσιάστηκε, γιατί εκείνη τη μέρα είχε τραπέζι στους επισήμους του. Κάλεσαν το χωριάτη κι αγόρασαν όλο το καλάθι με τα σύκα. Έφαγαν κι ήπιαν καλά κι ο βασιλιάς παρουσίασε την έκπληξη. Τα ωραία, μεγάλα, πρωτοφανίσια σύκα! Έφαγαν όλοι, ο βασιλιάς, η βασίλισσα, η βασιλοπούλα κι όλοι οι καλεσμένοι κι ύστερα από πέντε λεπτά έβγαλαν όλοι από ένα μεγάλο κέρατο στο κεφάλι.
Ο χωριάτης εντωμεταξύ είχε εξαφανιστεί. Πικραμένος ο βασιλιάς και καταστενοχωρημένος κάλεσε τους καλύτερους γιατρούς απ' όλο τον κόσμο, οι οποίοι έκοψαν τα κέρατα. Αλλά όμως αυτά ξαναφύτρωσαν ύστερα από λίγες μέρες πιο μεγάλα. Απελπισμένος ο βασιλιάς έβγαλε διαταγή ότι όποιος γιατρός τους θεραπεύσει θα του δώσει το μισό βασίλειο, που ήταν απέραντο, αλλά κι όποιος αποτυγχάνει στη θεραπεία θα σκοτώνεται αμέσως.
Πέρασαν πολλοί γιατροί, αλλά κι όλοι πέρασαν από το μαχαίρι του βασιλιά γιατί κανείς δεν τους θεράπευε. Υστερα από καιρό, ο τεμπέλης, αφού μάζεψε σύκα από τη δεύτερη συκιά κι αφού τα στέγνωσε καλά στον ήλιο, τα κοπάνισε και τα έκανε σκονάκια. Κατεβαίνει έξω από το παλάτι και αρχίζει να φωνάζει: «Γιατρός, γιατρικάαα!» Ο βασιλιάς τ' άκουσε και διέταξε: «Φέρτε κι αυτόν, να τον στείλω κοντά στους άλλους!» Πέρασε μέσα ο τεμπέλης και τους είδε όλους με τα κέρατα στο κεφάλι. Ο βασιλιάς είπε: «Έχουμε, γιατρέ, αυτά τα κέρατα στο κεφάλι. Αν μας θεραπεύσεις, θα σου δώσω το μισό μου βασίλειο, αν αποτύχεις, θα σε σφάξω». «Να είστε βέβαιος, Μεγαλειότατε, ότι θα σας θεραπεύσω,
αλλά να τηρήσετε την υπόσχεση σας». Ο βασιλιάς είδε τη βεβαιότητα με την οποία μιλούσε ο γιατρός και του είπε: «Θα σου δώσω όχι μονο το μισό μου βασίλειο, αλλά κι ό,τι άλλο μου ζητήσεις. Μάρτυρες η γυναίκα μου, η κόρη μου κι όλοι οι ηγεμόνες». «Θα μου επιτρέψετε ν' αρχίσω από εκεί που θέλω και να τελειώσω όπως θέλω», λέει ο γιατρός. Ο βασιλιάς το δέχτηκε.
Ο γιατρός, σ' ένα δωμάτιο άλλο, ζήτησε ποτήρια και κουτάλια. «Να περάσει ο τελευταίος επίσημος», λέει. Ανακάτεψε έπειτα ένα σκονάκι σ' ένα ποτήρι με νερό και του το 'δωκε να το πιει. Αμέσως το κέρατο έπεσε. Βγαίνει έξω ο επίσημος χωρίς κέρατο. Ο βασιλιάς ενθουσιάστηκε και του επανέλαβε: «Θα σου δώσω ό,τι κι αν μου ζητήσεις, θα σου δώσω τα πάντα». Έτσι γιατρεύτηκαν όλοι κι έμεινε μόνο η βασιλοπούλα με το κέρατο στο κεφάλι. Ο γιατρός είπε: «Δεν ζητώ τίποτ' άλλο, παρά μονάχα αφού γιατρέψω τη βασιλοπούλα, να γίνει γυναίκα μου». Το δέχτηκαν όλοι ευχαρίστως και η ίδια η βασιλοπούλα, που θαύμασε την αξία του μεγάλου γιατρού που τη γιάτρεψε. Τον πήρε άντρα της με χαρά και η ευτυχία βασίλεψε στο παλάτι μ'έναν πλούσιο γάμο. Και ζήσανε όλοι καλά κι εμείς καλύτερα.
Παραλλαγή που καταγράφηκε στη Σιάτιστα, το 1959, από την Ε. Καλλιτσαντση.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.