Άτιτλο.

(Δαρδανέλια. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Όλοι μαζί κολλημένοι")

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας ξυλοκόπος που είχε τρία παιδιά. Το μικρότερο το θεωρούσαν όλοι κουτό και το φώναζαν Χαζοπετρή. Μιά μέρα αρρώστησε ο ξυλοκόπος κι έστειλε τον μεγαλύτερο του γιο στο δάσος να κόψει ξύλα, αφού του έδωσε φαγητό μαζί του. Μόλις άρχισε να κόβει ξύλα, παρουσιάστηκε μπρος του ένας γεροντάκος και του ζήτησε λίγο φαγητό. «Όχι δα, τι θα φάω μετά εγώ;» αποκρίθηκε εκείνος. Ο γέροντας έφυγε, μα ο γιος δεν μπόρεσε να κόψει ξύλα, γιατί έπεσε ξαφνικά ένα κλαδί και του χτύπησε το πόδι.

Ο γέρο-ξυλοκόπος έστειλε την άλλη μέρα τον δεύτερο του γιο στο δάσος. Παρουσιάστηκε και σ' αυτόν ο γέροντας και ζήτησε λίγο φαγητό. «Όχι δα, τι θα μείνει για μένα τότε;» αποκρίθηκε ο δεύτερος γιος. Ο γέροντας εξαφανίστηκε, μα κι ο δεύτερος γιος δε μπόρεσε να κόψει ξύλα, γιατί ένα κλαδί έπεσε κι έκοψε το δεξί του χέρι.
Την άλλη μέρα ο Χαζοπετρής ζήτησε από τον πατέρα του να τον αφήσει να πάει στο δάσος να κόψει ξύλα. Ο ξυλοκόπος γέλασε, αλλά τελικά τον άφησε να πάει. Παρουσιάστηκε και σ' αυτόν ο γέροντας και ζήτησε λίγο φαγητό. Ο Χαζοπετρής αποκρίθηκε: «Μετά χαράς, αν και είναι λίγο». Κάθισαν λοιπόν μαζί να φάνε. Σαν τελείωσαν, ο γέροντας του είπε : «Κόψε εκείνο το δέντρο και θα βρεις κάτι που θα σε κάνει ευτυχισμένο» κι απότομα εξαφανίστηκε.
Σαν έκοψε ο Χαζοπετρής το δέντρο, βρήκε ένα παγώνι. Το πήρε στα χέρια του κι αποφάσισε να πάει στην πόλη να βρει την τύχη του. Σαν έφτασε στην πόλη, μια κοπέλα τον πλησίασε και τον παρακάλεσε να την αφήσει να πάρει ένα φτερό από το παγώνι. Ο Χαζοπετρής δέχτηκε. Μα μόλις η κοπέλα άγγιξε το παγώνι, κόλλησαν τα χέρια της κι αναγκάστηκε ν' ακολουθήσει τον Χαζοπετρή. Ο πατέρας της κοπέλας έτρεξε από πίσω και διέταξε την κόρη του να πάψει ν' ακολουθεί αυτόν τον άνθρωπο. Βλέποντας ότι η κόρη του δεν υπάκουε, έτρεξε να την πάρει με το ζόρι. Μα μόλις την άγγιξε, τα χέρια του κόλλησαν πάνω της κι αναγκάστηκε να τους ακολουθήσει. Ο πατέρας άρχισε να φωνάζει βοήθεια από τους διαβάτες. Μα όλοι όσοι πλησίαζαν, κολλούσαν κι ακολουθούσαν τον Χαζοπετρή.
Ξαφνικά ο Χαζοπετρής είδε έναν μεγάλο κι όμορφο κήπο. Αποφάσισε λοιπόν να μπει μέσα. Σαν προχώρησε λίγο, συνάντησε πολλούς ανθρώπους παράξενα ντυμένους και στη μέση μια κοπέλα, πλούσια ντυμένη, που κοιτούσε θλιμμένα μπρος μακριά της. Ξαφνικά η ματιά της έπεσε στη συνοδεία του Χατζηπετρή κι έβαλε τα γέλια.
Με τα γέλια της σαν να λύθηκαν τα μάγια του παγωνιού κι οι άνθρωποι ξεκόλλησαν. Τότε η συνοδεία της κοπέλας άρχισε να προχωρά προς το μέρος του Χαζοπετρή. Τον προσκύνησαν και τον οδήγησαν στο παλάτι. Του εξήγησαν ακόμη πως η κοπέλα εκείνη ήταν η βασιλοπούλα της χώρας, που εδώ και τρία χρόνια είχε μια παράξενη αρρώστια. Μια περίεργη μελαγχολία την είχε καταλάβει και δεν γελούσε ποτέ.
Έβγαλε λοιπόν ο πατέρας της ο βασιλιάς διαταγή, πως όποιος κατόρθωνε να κάνει τη βασιλοπούλα να γελάσει, θα την έπαιρνε γυναίκα του, μαζί με το μισό του βασίλειο. Κι έτσι η καλή καρδιά του Χαζοπετρή τον οδήγησε στο θρόνο δίπλα στη βασιλοπούλα, όπου κι έζησε ευτυχισμένος.
Παραλλαγή που συλλέχτηκε από την Ελένη Γρηγοριάδου στην Κόρινθο. Η αφηγήτρια κατάγεται από τα Δαρδανέλια.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.