Μια μάνα που δεν είχε παιδιά.

(Δομοκός Φθιώτιδας. Παραλλαγή του παραμυθιακού τύπου "Το ταμένο παιδί και η άπιστη γυναίκα")

Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια μάνα. Δεν είχε η καημένη παιδιά. Παρακαλούσε το Θεό, αλλά δεν της έδινε παιδιά. Μια μέρα έρχεται ένας δράκος στο σπίτι της και της λέγει: «Εγώ θα παρακαλεθώ στο Θεό να σου δώσει ένα παιδί και άμα γίνει δεκατριών ετών θα έλθω να το φάω». Και η γυναίκα τότε εδέχτηκε.
Έγινε το παιδί δεκατριών ετών και πήγαινε στο σχολείο. Ο δράκος πήγε στο σχολείο και το βάρισε το παιδί μια δυνατή ξυλιά και του είπε:
«Να πεις της μάνας σου το τάμα που μου έταξε». Και τότε το παιδί πήγε στο σπίτι και είπε στη μάνα του, αυτό κι αυτό. Υστερα είπε το παιδί: «Μάνα, εγώ θα φύγω. Να μου δώσεις πολλά χρήματα και να φύγω». Είχε όμως ένα κυπαρίσσι, κι είπε στη μάνα του: «Μάνα, άμα ξεραθεί αυτό το κυπαρίσσι, θα πεθάνω». Και το παιδί ξεκίνησε να φύγει.
Προχώρησε, προχώρησε, έφτασε σε ένα ποτάμι. Εκεί δεν μπορούσε να περάσει και τότε πήγε σε ένα σπίτι και εκεί ήταν μια γριούλα και της είπε: «Να μου δώσεις έναν άλσο (αλυσίδα), να περάσω το ποτάμι». Και του έδωσε και επέρασε το ποτάμι. Έφτασε σε ένα χωριό και εκεί παντρεύτηκε και πήρε μια βασιλοπούλα και είχε και κάτι μεγάλα λιοντάρια. Πήρε τα λιονταράκια του το παιδί και πήγε για κυνήγι.
Ο δράκος, που δεν έβλεπε το παιδί στο σχολείο, πήγε στη μάνα του και το εζήτησε. «Τώρα...», λέγει η μάνα του, «το παιδί μου έφυγε. Ούτε ξέρουμε πού βρίσκεται». Ο δράκος ύστερα εμύρισε τον ντοριό και ξεκίνησε να βρει το παιδί. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, φτάνει στο σπίτι που ήταν η γριούλα. «Δε μου λες, γριούλα, μήπως είδες ένα παιδί;» και της εζήτησε και έναν άλσο για να περάσει το ποτάμι. Η γριούλα είπε: «Δεν έχω».
Η γυναίκα τώρα του παιδιού ήρθε στο ποτάμι να πλύνει και της είπε: «Μην πέρασε κανένα παιδί από δω;» Και του είπε: «Πέρασε». «Δεν πας στο σπίτι σου, μπα και βρεις κανέναν άλσο να μου φέρεις, να περάσω το ποτάμι;» Και πήγε στο σπίτι και τον ηύρε και τον πήγε στο δράκο και πέρασε και πήγαν μαζί στο σπίτι. Το παιδί, όπως είπαμε, ήταν για κυνήγι. Και της είπε ο δράκος: «Θα με βάλεις από κάτω από τη γάστρα άμα έλθει ο άντρας σου». Έτσι και έκαμε. Όταν έφτασαν τα λιονταράκια με τον κυνηγό, ο δράκος ήταν κάτω από τη γάστρα. Τα λιονταράκια μυρίστηκαν και είπαν: «Θα μας φάει το αφεντικό μας αυτός που ήλθε εδώ μέσα». Το αφεντικό κάτι κατάλαβε και δεν έφυγε από τα λιονταράκια. Την άλλη μέρα είπε ο δράκος στη γυναίκα: «Θα με βάλεις από κάτω από το κρεβάτι, για να βγω εύκολα να τον φάω». Αλλά πάλι τα λιονταράκια μυρίστηκαν και φύλαγαν τον αφέντη τους.
Την άλλη μέρα γινόταν ένα πανηγύρι στο διπλανό χωριό και η γυναίκα είπε στο παιδί: «Κλείσε τα λιονταράκια στο κατώι και πάμε να φύγομε». Μπροστά όμως βγήκε ο δράκος και ήθελε να τον φάει. «Στάσου», είπε το παιδί, «ν' ανέβω επάνω σ' αυτό το δέντρο να προσευχηθώ και ύστερα να με φας». Ανέβηκε επάνω σε ένα πολύ ψηλό δέντρο το παιδί και φώναξε τρεις φορές με όλη του τη δύναμη: «Ασλάνη, Καπλάνη και Πονηρό σπάστε την πόρτα κι ελάτε, γιατί κινδυνεύω». Τα λιονταράκια άκουσαν τη φωνή του αφέντη τους και έτρωγαν τα σίδερα. Έτρεξαν τόσο πολύ, που έφτασαν κουρασμένα. Μόλις τα είδε το παιδί, πέταξε από τη χαρά του. «Τι θέλεις, αφεντικό;» είπαν. «Πιάστε τους αυτούς και κομμάτια να τους κάνετε!» Και τους έπιασαν και τους δύο και τους έφαγαν. Και έμεινε το παιδί και πήγε στη μάνα του και έζησαν καλά.

Παραλλαγή που συνέλεξε ο Ε. Κατσιγιαννόπουλος, το 1958 στο Πουρνάρι Δομοκού. Αφηγητής ένας πενηντάχρονος άντρας.
Γεωργίου Α. Μέγα. Κατάλογος ελληνικών παραμυθιών.  Άννα Αγγελοπούλου - Μαριάνθη Καπλάνογλου - Εμμανουέλα Κατρινάκη. Επεξεργασία παραμυθιακών τύπων και παραλλαγών.