Αισώπου μύθοι

Ο Αίσωπος ήταν αρχαίος Έλληνας μυθοποιός. Θεωρείται ιδρυτής του λογοτεχνικού είδους που σήμερα ονομάζεται παραβολή ή αλληγορία. Για τη ζωή του δεν υπάρχουν ακριβείς και συγκεκριμένες πληροφορίες, από πολλούς μάλιστα αμφισβητείται ακόμη και η ύπαρξή του.

Είναι ο διασημότερος από τους αρχαίους μυθοποιούς, αναμφισβήτητος πατέρας του αρχαίου μύθου. Θεωρείται επίσης ο κορυφαίος της λεγόμενης διδακτικής μυθολογίας. Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι δεν έγραψε μήτε μια λέξη, αλλά όλους τους μύθους τους διηγιόταν προφορικά.




Ένας γάιδαρος φορτωμένος αλάτι


Ένας γάιδαρος φορτωμένος αλάτι περνούσε ένα ποτάμι, αλλά γλίστρησε κι έπεσε στο νερό. Επειδή έλιωσε το αλάτι, σηκώθηκε ελαφρύτερος. Χάρηκε μ’ αυτό κι έτσι μια άλλη φορά που περνούσε φορτωμένος σφουγγάρια, σκέφτηκε ότι αν πέσει ξανά, θα σηκωθεί και πάλι ελαφρύτερος. Πράγματι γλίστρησε επίτηδες. Τότε όμως τα σφουγγάρια ρούφηξαν νερό και βάρυναν και ο γάιδαρος πνίγηκε, μη μπορώντας να σηκωθεί.

Όπως ο γάιδαρος, έτσι και μερικοί άνθρωποι την παθαίνουν με τις πονηριές τους. 

Η αλεπού και τα σταφύλια 

Μια αλεπού πεινασμένη είδε πάνω σ' ένα δέντρο πλεγμένη μια κληματαριά γεμάτη χοντρόρωγα, κατακίτρινα σταφύλια. Τα ζήλεψε και πολύ επιθυμούσε να τα δοκιμάσει, μα πώς ν' ανεβεί. Οι αλεπούδες δεν είναι γατιά, να πιάνονται με τα νύχια τους και ν' ανεβαίνουν όπου τους αρέσει.
 
Ωστόσο, δοκίμασε κάμποσες φορές.
Πιάστηκε από δω, πιάστηκε από κει, τίποτα δεν κατάφερνε. Καθότανε μόνο κάτω,
σήκωνε τα μάτια της στα σταφύλια, τα κοίταζε καλά-καλά κι ο καημός τους την
 
έτρωγε. Στα κατατελευταία απελπισμένη, για να παρηγορηθεί, κορόιδεψε η ίδια τον εαυτό της:
 
- Δε βαριέσαι, δεν πειράζει, ας πάμε παρακάτω... Εξάλλου αυτά δεν τρώγουνται.
Αγίνωτα είναι ακόμη... 


Ο Βοριάς κι ο Ήλιος


Μια φορά, ο Ήλιος κι ο Βοριάς έπιασαν μια μεγάλη συζήτηση για το ποιος από τους δυο ήταν ο δυνατότερος.

- Εγώ, έλεγε ο Ήλιος.
- Όχι, εγώ, έλεγε ο Βοριάς.
Κι είχαν τόσο πείσμα, ώστε κανένας τους δεν υποχωρούσε μπροστά στον άλλον.
Έτσι όμως, δεν έβγαινε συμπέρασμα, ούτε θα 'βγαινε ποτέ, τόσο πεισματάρηδες που ήταν κι οι δυο τους.
- Σου προτείνω ένα στοίχημα! είπε τέλος ο Βοριάς.
- Τι στοίχημα; ρώτησε ο Ήλιος.
- Να διαλέξουμε στην τύχη έναν άνθρωπο κι όποιος από τους δυο μας καταφέρει και τον γδύσει, εκείνος θα 'ναι ο δυνατότερος .
- Το δέχομαι το στοίχημα! είπε ο Ήλιος.
Σε λίγο, φάνηκε στον κάμπο ένας άνθρωπος, που πήγαινε ολομόναχος.
Άρχισε τότε, ο Βοριάς, να φυσάει δυνατά.
Ο διαβάτης έσκυψε το κεφάλι του και σταύρωσε τα χέρια του, πάνω στο στήθος, για να προφυλαχτεί από τον αέρα.
Ο Βοριάς φύσηξε πιο δυνατά κι ο διαβάτης, κούμπωσε το ρούχο του κι επειδή ο Βοριάς δυνάμωνε το φύσημά του, ο καημένος ο άνθρωπος έβγαλε μια μάλλινη κουβέρτα, που την κουβαλούσε σ' ένα σακί, και τυλίχτηκε μ' αυτήν, για να μην ξεπαγιάσει.
Όσο πιο δυνατά φυσούσε ο Βοριάς, τόσο πιο σφιχτά τυλιγότανε στην κουβέρτα του ο διαβάτης.
Στο τέλος, ο Βοριάς βαρέθηκε κι έπαψε να φυσάει. Γύρισε στον Ήλιο και του είπε:
- Η σειρά σου τώρα να δοκιμάσεις να τον γδύσεις.
Ο Ήλιος πρόβαλε στον ουρανό, μόλις σταμάτησε να φυσάει ο Βοριάς, κι αμέσως ο διαβάτης έβγαλε από πάνω του την κουβέρτα και την έβαλε στο σακί.
Δυνάμωσε τη λάμψη του ο 'Ηλιος κι ο διαβάτης ξεκούμπωσε το ρούχο του.
Αλλά ο Ήλιος δυνάμωνε όλο και πιο πολύ τη λάμψη του κι ο διαβάτης, που είχε αρχίσει να ιδρώνει, άρχισε να βγάζει ένα-ένα τα ρούχα του, ώσπου, στο τέλος απόμεινε ολόγυμνος και κοιτούσε δεξιά κι αριστερά, μήπως δει κανένα δέντρο για να πάει να ξαπλώσει στον ίσκιο του.
Επειδή όμως δεν έβρισκε δέντρο, έπεσε στο ποτάμι, που περνούσε εκεί κοντά κι έμεινε στο νερό, ώσπου ο Ήλιος, σιγά-σιγά, λιγόστεψε τη λάμψη του.
- Εσύ είσαι ο δυνατότερος! παραδέχτηκε ο Βοριάς, αποχαιρετώντας τον Ήλιο.

Ο γεωργός και τα παιδιά του

Κάποτε ένας γεωργός αρρώστησε βαριά. Κάθε μέρα που περνούσε όλο και χειροτέρευε. Τότε κατάλαβε ότι πλησιάζει το τέλος του και κάλεσε κοντά του τους δύο γιους του , που ήταν δυνατά και γεροδεμένα παλικάρια , αλλά είχαν ένα μεγάλο ελάττωμα : την τεμπελιά.

Έτσι με αδύνατη και κουρασμένη φωνή τους είπε :
- Παιδιά μου εγώ τώρα φεύγω απ' αυτόν τον κόσμο και αφήνω στα χέρια σας ότι έχω. Εγώ δούλεψα όσο μπορούσα. Τώρα είναι η σειρά σας να δουλέψετε για να μη χαθούν όλα αυτά που θα σας αφήσω. Μέσα στο αμπέλι λοιπόν σας έχω αφήσει όλη μου την περιουσία. Τον θησαυρό τον έχω κρύψει πολύ καλά αλλά αξίζει τον κόπο που θα κάνετε για να τον βρείτε γιατί θα σας κάνει πλούσιους. Προσέξτε όμως καλά. Θα είναι δικός σας μόνο αν τον βρείτε χωρίς να χαλάσετε τα κλήματα από το αμπέλι. Και κάτι ακόμα : να τον μοιράσετε δίκαια....
Και μ' αυτά τα λόγια αποχαιρέτησε τα παιδιά του.
Τα παιδιά πέρασαν μέρες λύπης . Τα τελευταία λόγια του πατέρα τους ερχόταν συνέχεια στο μυαλό τους.
Έτσι ένα ωραίο πρωινό στις αρχές της άνοιξης πήραν από ένα τσαπί κι από ένα κλαδευτήρι και τράβηξαν κατά το αμπέλι.
Όταν έφτασαν λοιπόν στο αμπέλι κοίταξαν ολόγυρα πολλή ώρα. Κανένα όμως σημάδι δεν έδειχνε πως εκεί μπορούσε να είναι ο θησαυρός.
-Νομίζω ότι πρέπει να σκάψουμε βαθιά όλο το αμπέλι. Έτσι όπου και να βρίσκεται θα τον βρούμε είπε ο ένας.
-Να μη χάνουμε λοιπόν καιρό , είπε ο δεύτερος.
Με τις τσάπες τους έσκαβαν βαθιά στο χώμα και το αναποδογύριζαν.
-Τα κλαδιά μας εμποδίζουν , είπε ο ένας.
-Ας τα κλαδέψουμε είπε ο άλλος.
Συνεχίζοντας έτσι έφτασαν στο τέλος. Έσκαψαν και την τελευταία πιθαμή αλλά ο θησαυρός πουθενά ! Απογοητευμένοι γύρισαν στο σπίτι τους...
Πέρασε καιρός ήρθε το Καλοκαίρι και στη συνέχεια το Φθινόπωρο . Ήταν η εποχή να τρυγήσουν και τα δύο αδέλφια ξεκίνησαν πάλι για τ' αμπέλι .
Μα εκεί , με μεγάλη έκπληξη είδαν τις βέργες με τόσα πολλά σταφύλια που ακουμπούσαν τη γη !
Άρχισαν με χαρά να κόβουν τα σταφύλια , να γεμίζουν τα κοφίνια και να τα σωριάζουν στα πατητήρια. Η σοδιά του αυτό το χρόνο ήταν... θησαυρός!
Πουλούσαν τα σταφύλια και άλλα τα έκαναν κρασί και το πουλούσαν κι αυτό. Κι έπαιρναν χρήματα , τα σώριαζαν πάνω στο τραπέζι και τα μοίραζαν δίκαια, όπως τους είχε πει ο πατέρας τους.
Έτσι θησαυρό μπορεί να μη βρήκαν, όμως οι κόποι τους ξεπληρώθηκαν με το παραπάνω! 

Οι οδοιπόροι και το τσεκούρι


Κάποτε, δυο φίλοι ξεκίνησαν για κάποια δουλειά τους και περπατούσαν συζητώντας.

Εκεί που βάδιζαν, μέσα σ' ένα δάσος, ο ένας απ' αυτούς πρόσεξε πως κάτι γυάλιζε ανάμεσα στα χόρτα. Έσκυψε να δει τι ήτανε και σήκωσε ένα τσεκούρι ολοκαίνουριο.
- Βρήκαμε ένα τσεκούρι! φώναξε χαρούμενος ο σύντροφός του.
Εκείνος όμως, που είχε βρει το τσεκούρι ταράχτηκε και λέει:
- Να μη λες βρήκαμε ένα τσεκούρι, μόνο να λες: βρήκες ένα τσεκούρι.
Αλλά, καθώς προχωρούσαν, αντάμωσαν τρεις-τέσσερις ξυλοκόπους, που είχανε χάσει το καινούργιο τους τσεκούρι κι έψαχναν να το βρουν. Όταν είδαν τους δυο οδοιπόρους, που ο ένας τους κρατούσε το τσεκούρι, έπεσαν πάνω τους θυμωμένοι.
- Χαθήκαμε! φώναξε εκείνος που είχε βρει το κρατούσε στα χέρια του.
Γυρίζει τότε ο φίλος του και του λέει:
- Να μη λες χαθήκαμε, να λες: χάθηκα! Ούτε όταν βρήκες το τσεκούρι με ήθελες για σύντροφό σου, ούτε τώρα που θα σου το πάρουν και θα φας και ξύλο θέλω να μ' έχεις σύντροφό σου! 

Το λιοντάρι, ο κυνηγός και ο λοτόμος

Μια φορά ένας κυνηγός, ξεκίνησε να κυνηγήσει ένα λιοντάρι, που του είχε κάνει μεγάλες ζημιές, γιατί είχε μπει νύχτα στα κτήματά του και του είχε κατασπαράξει βόδια κι άλογα. Κίνησε λοιπόν χαράματα, οπλισμένος να εξοντώσει εκείνο το αγρίμι που του έκανε τόσες καταστροφές.

Έξω από το κτήμα του, βρήκε εύκολα τα χνάρια του θηρίου. Στην αρχή, ήτανε μια πλατιά, ματωμένη γραμμή, που έδειχνε πως το λιοντάρι έσερνε στο χώμα τα θύματά του, που τα είχε σκοτώσει πια.
Έπειτα, σε μια πλαγιά, βρήκε κόκαλα από τα ζώα που είχε χάσει:
εκεί θα είχε καθίσει το αγρίμι για να τα ξεκοκαλίσει με την ησυχία του.
Τα χνάρια του λιονταριού διακρίνονταν τώρα καθαρά πάνω στο χώμα: τα πόδια του ήταν καταματωμένα, καθώς τα είχε βουτήξει μέσα στα σπλάχνα των θυμάτων του, την ώρα του τα ‘τρωγε κι έτσι, στο χώμα, διακρίνονταν καφετιές οι βαριές πατημασιές του.
Ο κυνηγός τις ακολούθησε, ώσπου έφτασε σε μια πηγή. Εκεί το λιοντάρι θα στάθηκε για να σβήσει τη δίψα του και, φλογισμένο καθώς ήταν από το πολύ φαγητό, θα χώθηκε ολόκληρο στην πηγή, γιατί, από κει και πέρα, δεν διακρίνονταν πια καφετιά σημάδια στο χώμα.
Ωστόσο, ο κυνηγός ακολούθησε τα χνάρια του λιονταριού λίγο διάστημα κι έπειτα τα 'χασε, γιατί ο τόπος ήταν όλο πέτρες. Είχε μπει πια μέσα στο δάσος και τώρα του ήτανε πολύ δύσκολο ν' ανακαλύπτει τα λιγοστά ίχνη, που άφησε στο πέρασμά του το θηρίο: καμιά πατημασιά σε μέρος που υπήρχε χώμα, καμιά μακριά τρίχα από τη χαίτη του, που είχε κολλήσει πάνω σε πέτρα.
Προχωρώντας, έτσι, ο κυνηγός έφτασε σ' ένα μέρος όπου κάποιος λοτόμος έκοβε δέντρα.
-Καλημέρα! Του είπε ο λοτόμος.
-Καλημέρα.
- Σε βλέπω οπλισμένο βαριά. Είσαι κυνηγός;
- Ναι. Ένα λιοντάρι, που μου ‘φαγε άλογα και βόδια. Παρακολουθώ τα χνάρια του από το πρωί, αλλά τα έχασα γιατί είναι πετρότοπος και δεν φαίνονται καθαρά. Μήπως είδες εσύ τίποτε αχνάρια λιονταριού;
- Αχνάρια δεν είδα γιατί δεν κοίταξα. Ξέρω όμως πού είναι η σπηλιά όπου μένει το λιοντάρι. Θέλεις να σου την δείξω;
- Όχι, όχι, σ' ευχαριστώ, βιάστηκε να του πει ο κυνηγός. Εγώ τα χνάρια του λιονταριού σου ζήτησα να μου δείξεις, κι όχι τη σπηλιά του.
Κι έφυγε κατατρομαγμένος, σαν να ‘βλεπε μπροστά του το ίδιο το λιοντάρι. Γιατί ο κυνηγός, εδώ που τα λέμε, ήτανε θρασύδειλος κι ένας θρασύδειλος παριστάνει το παλικάρι μόνο όταν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος. 

Η Χελώνα που ήθελε να πετάξει


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε στην αυλή ενός σπιτιού μια χελώνα, που είχε έναν μεγάλο καημό. Ήθελε να πετάξει στον ουρανό όπως τα πουλιά.

- Τι κατάρα κι αυτή! έλεγε κάθε τόσο αναστενάζοντας. Σέρνω μέρα και νύχτα αυτό το βαρύ καβούκι και είμαι καρφωμένη πάνω στη γη. Αχ, να ήμουνα κι εγώ ένα πουλάκι, να είχα φτερά και να πετούσα! Πώς ζηλεύω τις πάπιες της αυλής που όταν θέλουν πετούν και βλέπουν τον κόσμο από ψηλά.
Μια μέρα δυο πάπιες άκουσαν το παράπονο της και τη λυπήθηκαν.
- Θέλεις αλήθεια να πετάξεις; τη ρώτησαν.
- Αν θέλω; είπε η χελώνα. Αυτό είναι το πιο μεγάλο µου όνειρο. Να πετάξω μια φορά κι ας πεθάνω! που λέει ο λόγος. Αλλά, πώς;
- Υπάρχει ένας τρόπος, της είπε η μια πάπια. Να δαγκώσεις σφιχτά αυτό το ξύλο. Εγώ και η αδελφή µου θα πιάσουμε µε τα ράμφη µας τις δυο άκρες και θα σε πάρουμε μαζί µας.
- Ναι, ναι! φώναξε ενθουσιασμένη η χελώνα. Ωραία ιδέα! Εμπρός, ας μην αργούμε!
Και βιάστηκε να δαγκώσει το ξύλο. Το έπιασαν και οι πάπιες µε τα ράμφη τους, τίναξαν τα φτερά τους και πέταξαν ψηλά, κουβαλώντας τη χελώνα µμαζί τους.
Το πόσο χαιρόταν η χελώνα, δε λέγεται! Τι όμορφα ήταν εδώ ψηλά! Επιτέλους είχε πραγματοποιήσει το µμεγάλο όνειρο της! Πετούσε! Όμως, µέθυσε τόσο πολύ από τη χαρά της και για μια στιγμή πίστεψε ότι θα μπορούσε να πετάξει και μόνη της!
Έτσι, άφησε το ξύλο που κρατούσε µε τα δόντια της και µε το μεγάλο βάρος που είχε, έπεσε στη γη και σκοτώθηκε.
Αυτό το παραμύθι μας διδάσκει ότι ο καθένας πρέπει να νιώθει ευχαριστημένος με αυτό που είναι και να μη ζηλεύει τους άλλους.

Ο κάβουρας και η αλεπού

Ζούσε, κάποτε, ένας κάβουρας σε μιαν ακρογιαλιά.

Ήταν πολλά καβούρια σε εκείνη την ακρογιαλιά, που ζούσαν ανάμεσα στους βράχους και στα φύκια και, καμιά φορά, έβγαιναν για λίγο στην αμμουδιά, ως εκεί που έφτανε το κύμα της θάλασσας, κι έπειτα ξαναγυρνούσαν στις φωλιές τους.
Εκεί, ανάμεσα στα βράχια και στα φύκια, που πότε τα σκέπαζε και πότε τα ξεσκέπαζε η θάλασσα, ζούσαν όλα μαζί τα καβούρια., έτρωγαν, έπαιζαν, κοιμόντουσαν. Κι εκεί στις πιο βαθιές σπηλίτσες, ή κάτω από βραχάκια, που σχημάτιζαν κουφάλα, κρύβονταν όταν τα απειλούσε κάποιος κίνδυνος.
Αλλ' αυτός ο κάβουρας είχε βαρεθεί να ζει όπως τα άλλα τα καβούρια. Όταν ανέβαιναν στην ακρογιαλιά και τα άλλα έτρεχαν να ξαναπέσουν στο νερό, αυτός αργοπορούσε και καμιά φορά προχωρούσε λίγα μέτρα στην αμμουδιά, γιατί ήθελε να δει πώς είναι ο κόσμος της στεριάς.
Τέλος, μια μέρα, αποφάσισε να μην ξαναγυρίσει στη θάλασσα.
Προχώρησε ως την αμμουδιά, ώσπου βρήκε ένα ποταμάκι που κυλούσε ανάμεσα στις πέτρες και ανέβηκε στην κοίτη του ποταμού για να δει τι είναι πιο πέρα.
Έφτασε, έτσι, σ' ένα δάσος και παραξενεύτηκε γιατί ποτέ στη ζωή του δεν είχε δει δέντρα και στην αρχή, νόμισε πως είναι κατάρτια καραβιών.
Αλλά καθώς προχωρούσε θαυμάζοντας αυτά που έβλεπε γύρω, τον είδε μια πεινασμένη αλεπού και πήδησε απάνω του για να τον φάει.
«Καλά να πάθω!», είπε μέσα του ο καημένος ο κάβουρας. «Αφού ήμουνα θαλασσινός, τι γύρευα στη στεριά;» 

Το λιοντάρι και το ποντίκι

Μια φορά ένα λιοντάρι κοιμότανε στη σπηλιά του. Είχε φάει αποβραδίς, ένα βόδι ολόκληρο, είχε πιει μπόλικο νερό και τώρα είχε βυθιστεί στον ύπνο κι έβλεπε όνειρα λιονταρίσια.

Ξαφνικά, ένιωσε στον ύπνο του πως κάτι το γαργαλούσε, σαν να περπατούσε κάποιος - πολύ ελαφρά είν' αλήθεια - πάνω στο κορμί του. Άνοιξε τα μάτια του και τι να δει: ήταν ένα ποντίκι!
Θύμωσε τότε το ποντίκι που ένα τόσο ταπεινό και μικρούλικο ζωάκι τόλμησε να του χαλάσει την ησυχία του κι αρπάζοντάς το με το πόδι του, ετοιμάστηκε να το χάψει.
Αλλά το ποντίκι άρχισε να το παρακαλάει κλαίγοντας:
- Άφησέ με βασιλιά μου να ζήσω κι εγώ μπορεί μια μέρα να σου ξεπληρώσω την καλοσύνη που θα μου κάνεις.
Το λιοντάρι, που ήτανε πια χορτάτο και δεν μπορούσε να φάει ούτε έναν ποντικό, γέλασε με τα λόγια που άκουσε και είπε:
- Σου χαρίζω τη ζωή, μόλο που ποτέ δε θα μπορούσες εσύ να με βοηθήσεις!
Κάποτε όμως το λιοντάρι έπεσε σ' ένα λάκκο - παγίδα που είχαν ανοίξει κάποιοι κυνηγοί, κι εκείνοι του έδεσαν τα πόδια με χοντρά σκοινιά και το άφησαν για να πάνε στο χωριό τους να φέρουν κι άλλους ανθρώπους, να τους βοηθήσουν, για να το κουβαλήσουν, επειδή ήταν πολύ βαρύ.
Ύστερα από λίγη ώρα, έτυχε να περνάει από εκεί ο ποντικός και άκουσε βογκητά.
Κατέβηκε τότε στο λάκκο, είδε το δεμένο λιοντάρι και το γνώρισε.
- Κάποτε μου χάρισες τη ζωή, του είπε. Τώρα θα σου ξεπληρώσω την καλοσύνη σου και θα σε ελευθερώσω.
- Εσύ θα με ελευθερώσεις; Ρώτησε απορώντας το λιοντάρι. Πώς είναι δυνατό;
- Τώρα θα δεις είπε το ποντίκι.
Κι άρχισε, με τα σουβλερά του δόντια, να ροκανίζει τα χοντρά σκοινιά, που έδεναν τα πόδια του λιονταριού.
Ύστερα από τρεις-τέσσερις ώρες, τα σκοινιά ήταν κομμένα και το λιοντάρι μπόρεσε, μ' ένα πήδημα, να βγει από το λάκκο - παγίδα.
Δεν έφυγε όμως αμέσως, γιατί περίμενε να σκαρφαλώσει και το ποντίκι απάνω, μια που κι αυτό δεν μπορούσε να βγει μ' ένα πήδημα.
-Σ' ευχαριστώ πολύ! Του είπε συγκινημένο το λιοντάρι.
-Σου είχα υποσχεθεί πως θα ξεπλήρωνα την καλοσύνη που μου έκανες, και κράτησα την υπόσχεσή μου, αποκρίθηκε το ποντίκι. Τότε γέλασες μαζί μου, γιατί δεν πίστευες πως εγώ, ένα μικρό και αδύνατο ποντίκι, θα μπορούσα να βοηθήσω εσένα, το βασιλιά των αγριμιών. Πρέπει να ξέρεις, όμως, πως κι οι πιο αδύνατοι μπορούν να ξεπληρώσουν το καλό που κάνουν οι δυνατότεροί τους.

Η αλεπού και ο πίθηκος


Mια αλεπού κι ένας πίθηκος περπατούσαν στον ίδιο δρόμο και μάλωναν για την ευγενική τους καταγωγή. Έλεγαν και οι δυο ένα σωρό, ώσπου έφτασαν σε κάτι τάφους. Tότε κοιτώντας προς τα κει ο πίθηκος αναστέναξε. Kι όταν η αλεπού τον ρώτησε γιατί, ο πίθηκος της είπε δείχνοντάς της τα μνήματα: «Πώς να μην κλαίω σαν βλέπω τις επιτύμβιες στήλες των απελεύθερων και των δούλων των προγόνων μου;» Tότε εκείνη τού απάντησε: «Πες όσα ψέματα θες· γιατί κανένας απ’ αυτούς δεν θ’ αναστηθεί για να σε ελέγξει».

Έτσι και οι άνθρωποι που ψεύδονται γίνονται πολύ αλαζόνες, κυρίως όταν δεν υπάρχουν εκείνοι που θα μπορούσαν να τους ελέγξουν.

Ο αστρονόμος

Ένας αστρονόμος συνήθιζε να βγαίνει έξω τακτικά τα βράδια και να παρατηρεί τ’ αστέρια. Mια μέρα που περπατούσε έξω από την πόλη έχοντας το νου του στον ουρανό, δεν πρόσεξε κι έπεσε σ’ ένα πηγάδι. Οδυρόταν και φώναζε κι ένας περαστικός που άκουσε τους στεναγμούς του, πλησίασε και, αφού έμαθε τι συνέβη, του είπε: «E, φίλε, καθώς προσπαθείς να δεις αυτά που είναι στον ουρανό, δεν βλέπεις αυτά που είναι στη γη».

Tο μύθο αυτό μπορεί κανείς να τον χρησιμοποιήσει για κείνους τους ανθρώπους που, ενώ κομπάζουν για παράξενα πράγματα, δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν ούτε τα πιο κοινά που κάνουν οι άνθρωποι.

Kουνούπι και ταύρος


Ένα κουνούπι έκατσε πάνω στο κέρατο ενός ταύρου. Kάθησε πολλή ώρα κι όταν αποφάσισε να φύγει, ρώτησε τον ταύρο αν θέλει να του αδειάσει τη γωνιά. Kι ο ταύρος είπε: «Oύτε όταν ήρθες σε κατάλαβα, ούτε αν φύγεις θα το μάθω.»

Αυτός ο μύθος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άνθρωπο ανίσχυρο, ο οποίος ούτε παρών ούτε απών είναι επιβλαβής ή ωφέλιμος.

O φιλάργυρος

Ένας φιλάργυρος εξαργύρωσε όλη την περιουσία του κι αγόρασε ένα βόλο χρυσάφι. Ύστερα τον έθαψε κάπου μπροστά στο τείχος της πόλης και συνεχώς πήγαινε ως εκεί και γύριζε. Ένας απ’ τους εργάτες που δούλευαν εκεί παρατήρησε το πήγαινε-έλα του και κατάλαβε τι συνέβαινε στ’ αλήθεια. Έτσι περίμενε ώσπου να φύγει ο άλλος κι ύστερα πήγε και πήρε το χρυσάφι. Όταν γύρισε εκείνος και βρήκε το μέρος άδειο, έκλαιγε και ξερίζωνε τα μαλλιά του. Kάποιος που τον είδε τόσο λυπημένο κι έμαθε το γιατί, του είπε: «Nα μη λυπάσαι· πάρε μια πέτρα, βάλ’ την στο ίδιο μέρος και νόμιζε ότι είναι χρυσάφι. Έτσι κι αλλιώς, κι όταν ήταν, δεν το χρησιμοποιούσες.»

O μύθος σημαίνει ότι η ιδιοκτησία είναι μηδέν, αν δεν την χρησιμοποιείς κιόλας.

Το μυρμήγκι και το άγριο περιστέρι


Διψασμένο το μυρμήγκι κατέβηκε στην πηγή να πιει νερό. Μα, καθώς έσκυβε, το πήρε το ρέμα και κόντευε να πνιγεί. Το είδε ένα άγριο περιστέρι που έτυχε να κάθεται σ΄ ένα δέντρο. Έκοψε ένα φύλλο και τ΄ άφησε να πέσει στο νερό. Το μυρμήγκι σκαρφάλωσε στο φύλλο και σώθηκε.
Σε λίγο ένας κυνηγός άπλωσε τα δίχτυα του για να πιάσει το αγριοπερίστερο. Τον είδε το μυρμήγκι και τον τσίμπησε στην φτέρνα. Ο άνθρωπος από τον πόνο άφησε να του πέσουν τα δίχτυα κι έτσι το αγριοπερίστερο βρήκε καιρό να πετάξει μακριά.

Η σκιά του γαϊδάρου

Κάποτε, ένας ταξιδιώτης που ήθελε να διασχίσει μια μεγάλη και έρημη περιοχή, αποφάσισε να νοικιάσει ένα γάιδαρο και το αφεντικό του, για να μπορέσει να κάνει το ταξίδι αυτό.
Ξεκίνησαν πρωί πρωί, ο ταξιδιώτης επάνω στο γάιδαρο και το αφεντικό του γαϊδάρου δίπλα του, με τα πόδια κρατώντας το χαλινάρι. Το μεσημέρι που ο ήλιος ήταν ψηλά και η ζέστη είχε γίνει αφόρητη έκαναν μια στάση για να ξαποστάσουν. Ο ταξιδιώτης κατέβηκε απ’ τον γάιδαρο και κάθισε να ξεκουραστεί στη σκιά του γαιδάρου, μιας και στην περιοχή που ταξίδευαν δεν υπήρχε βλάστηση.
«Σήκω από ‘κει αμέσως. Η θέση αυτή είναι δική μου.» Φώναξε το αφεντικό του γαϊδάρου.
«Μα αφού σε πλήρωσα!» Είπε ο ταξιδιώτης.
«Ναι, με πλήρωσες για το γάιδαρο, αλλά όχι και για τη σκιά του». Είπε το αφεντικό του γαϊδάρου.
Και έτσι οι δύο άντρες συνέχισαν να μαλώνουνε, για την σκιά του γαϊδάρου.
Εν τω μεταξύ, ο γάιδαρος που βαρέθηκε να ακούει τις φωνές τους αποφάσισε να φύγει, για να βρει την ησυχία του.
Έτσι οι δύο άντρες έμειναν μόνοι τους, χωρίς σκιά να ξαποστάσουν και χωρίς τον μέσο για να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

Η αλεπού, το λιοντάρι και ο λύκος


Στα πρώτα και τα παλιά τα χρόνια όλα τα ζώα μαζεύτηκαν σ'έναν τόπο κ' έκαμαν συμβούλιο, για να εκλέξουν βασιλέα. Όλα τα ζώα συμφώνησαν, ότι απ'όλα πιο αντρειωμένο είναι το λιοντάρι και αυτό πρέπει να είναι ο βασιλέας τους. Έβαλαν λοιπόν το στεφάνι στο κεφάλι του λιονταριού και έγινε βασιλέας.
Με χρόνια πολλά το λιοντάρι αρρώστησε και κείτονταν στο στρώμα. Όλα τα ζώα πήγαν και είδαν το βασιλέα τους, που ήταν άρρωστος.
Μια μέρα ο λύκος, ένας άσπρος λύκος, πήγαινε να ιδεί το λιοντάρι. Κει που πήγαινε, βρίσκει στο δρόμο την αλεπού και της λέει:
- Αλεπού, άιντε πάμε να ιδούμε τι κάνει ο πολυχρονεμένος ο βασιλιάς μας είναι άρρωστος.
- Πήγαινε, σαν θέλεις, είπεν η αλεπού ' μήπως είναι εκείνος καλύτερος από μένα και θα πάω εγώ στα πόδια του; Ας έρθει εκείνος στα δικά μου τα πόδια.
Ο λύκος δεν της είπε τίποτε. Εχάρηκε μάλιστα που θα πάει και θα πει στο λιοντάρι "αυτό κι αυτό είπεν η αλεπού", και θα φανή αυτός καλός με το λιοντάρι. Χαιρόταν και πήγαινε στο δρόμο. Η αλεπού πάλι πήγαινε από πίσω του σιγά-σιγά, να ιδή τι θα ειπεί στο λιοντάρι.
Πήγεν ο λύκος, μπήκε μέσα κ' έκατσε κοντά στο λιοντάρι. Η αλεπού στάθηκε πίσω από μια κουρτίνα και άκουε τι λένε.
Σε λίγο λέει το λιοντάρι στο λύκο:
-Αυτή η αλεπού πολύ μας περηφανεύτηκε και δεν είπε: "Ο Βασιλέας είναι άρρωστος, ας πάω να ιδώ τι κάνει".
Του λέει κι ο λύκος:
- Ο Θεός να σε πολυχρονίζει βασιλέα μου. Όταν ερχόμουν, την είδα την αλεπού και της είπα: "Άιντε να πάμε στο βασιλέα τον πολυχρονεμένο, να ιδούμε τι κάνει" και μου είπε: "εγώ δεν θα πάω" μήπως είναι καλύτερος από μένα;"
Είπε τότε το λιοντάρι:
- Ε και νά έπεφτε από πουθενά στα χέρια μου! ήξερα εγώ τι να την έκανα.
Τη στιγμή εκείνη μπήκε μέσα η αλεπού κ' επροσκύνησε τον βασιλέα.
- Αλεπού, της λέει, πού ήσουνα ως τώρα και δεν ήρθες να με δεις;
- Αχ βασιλέα μου, λέει η αλεπού, δεν ξέρεις εγώ που ήμουν! Άκουσα πως ήσουν άρρωστος και ρώτησα που μπορώ να βρω έναν καλό γιατρό και μου είπαν, στο Μπαγδάτι είναι ένας γιατρός ξακουσμένος κι αμέσως ξεκίνησα κ' επήγα στο Μπαγδάτι, για να τον φέρω να σε γιατρέψη. Εκείνος μου είπε: "Εγώ για να πάω δεν είναι ανάγκη. Εγώ ξέρω την αρρώστια του βασιλέα σας. Να σου πω το γιατρικό του και, σαν πας, κάμετέ το: Να κόψετε στη μέση ένα λύκο, έναν άσπρο λύκο, και με το πετσί του να τυλίξετε το βασιλέα σας ' αν δεν το κάμετε αυτό, θα πεθάνει." Εγώ πάλι καθόλου δε στάθηκα" μέσα σε μιαν ημέρα ήρθα.
Ο λύκος καθόταν εκεί δα. Ευθύς το λιοντάρι πρόσταξε κ' έκοψαν το λύκο κ' ετύλιξαν στο πετσί του το λιοντάρι και γιατρεύτηκε.
Τότε είπε το λιοντάρι:
- Ω, του σκύλου το γυιό, το λύκο! Η αλεπού τόσο καλό μου έκαμε κι αυτός πολεμούσε να της κάνει κακό!" (Ελληνικά Παραμύθια", εκλογή: Γ.Α.Μέγα)