Τα τρία αδέρφια.

(Καππαδοκία)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που είχε τρία αγόρια. Είχε και μια μηλιά που έκανε τα νοστιμότερα μήλα του κόσμου. Κάθε χρόνο ερχόταν ένας δράκος όταν ωρίμαζαν τα μήλα και τα έπαιρνε. Έτσι, αυτοί δεν έτρωγαν τίποτα. Μια μέρα λέει ο βασιλιάς στα παιδιά του: «Τι χάλι είναι αυτό με σας; Τρεις λεβέντες ίσαμε κει πάνω να μην μπορείτε να τα βάλετε με το δράκο! Να μην τρώμε κι εμείς ένα μήλο!» Τα παιδιά μπήκαν στο φιλότιμο και μια μέρα που πήγε ο πρώτος να τον σκοτώσει, όταν ήρθε ο δράκος, φοβήθηκε κι έφυγε.
Το ίδιο έκανε κι ο δεύτερος. Ο τρίτος πεισμάτωσε, πήρε το σπαθί και όταν ήρθε ο δράκος του έφερε μια δυνατή σπαθιά που τον τραυμάτισε. Ο δράκος φυσώντας και ξεφυσώντας πήγε στη φωλιά του. Το παιδί μάζεψε τα μήλα και τα πήγε στον πατέρα του και τα’ αδέλφια του που τον ζηλέψανε.
- Ψέματα μας λέει, είπαν στον πατέρα τους, ότι τραυμάτισε το δράκο. Απλώς θα πρόλαβε να μαζέψει τα μήλα πριν έρθει ο δράκος.
- Ελάτε να δείτε τα αίματα που σταματούν έξω από τη φωλιά του», είπε ο τρίτος αδελφός.
Πήγανε μέχρι τη φωλιά του δράκου κι είδαν τα αίματα από την πληγή του. Έσκυψε μέσα να δει ο πρώτος αδελφός και φώναξε: «Κρυώνω, κρυώνω, τραβήξτε με επάνω γρήγορα.»
Τον τραβήξανε επάνω και μετά προσπάθησε να δοκιμάσει κι ο δεύτερος που έκανε κι αυτός τα ίδια. Ο μικρότερος τους λέει θα με κατεβάσετε κι εμένα και όσο θα σας λέω κρυώνω, θα με κατεβάζετε πιο κάτω. Αφού πάτησε κάτω, ανοίγει ένα δωμάτιο και βλέπει το δράκο να είναι ετοιμοθάνατος.
«Ξαναχτύπα με μια ακόμα φορά παλικάρι μου», παρακάλεσε ο δράκος. Ήξερε ότι αν τον χτυπούσε δυο φορές, θα γινόταν καλά. «Εμένα η μάνα μου με γέννησε μια φορά, είπε το παιδί.» Σε λίγο ψόφησε ο δράκος. Ανοίγει ένα δεύτερο δωμάτιο και βλέπει τρεις πεντάμορφες κοπέλες. Αυτές ήταν βασιλοπούλες και τις είχε κλέψει ο δράκος από τα σπίτια τους.
«Κορίτσια, τους λέει, ήρθα να σας ελευθερώσω. Είμαστε τρία βασιλόπουλα, αδέλφια, και θα σας παντρευτούμε.» Έδεσε στην τριχιά τη μία κοπέλα και φώναζε στ' αδέλφια του.
«Αυτή είναι η γυναίκα του πρώτου αδελφού, τραβήξτε την επάνω.» Μετά ανέβασε και τη δεύτερη και είπε ότι αυτή είναι η γυναίκα του δεύτερου αδελφού. Πριν ανεβάσει και την τρίτη που ήταν η πιο όμορφη από τις άλλες, αυτή του είπε : «Παλικάρι μου, πολύ φοβάμαι ότι όταν με ανεβάσεις επάνω και με δουν τα’ αδέλφια σου, θα θέλουν να με κρατήσουν αυτοί κι εσένα θα σε αφήσουν εδώ κάτω. Τ’ αδέλφια σου σε ζηλεύουν και κακοσκέφτονται για σένα. Γ' αυτό σου δίνω τρεις μαγικές τρίχες να τις κάψεις μία-μία όταν βρεθείς σε δύσκολη θέση. Αν μείνεις κάτω θα περάσουν δίπλα σου δυο πρόβατα. Ένα άσπρο κι ένα μαύρο. Αν κατορθώσεις και ανεβείς στο άσπρο θα ανεβείς στον πάνω κόσμο, αν ανεβείς στο μαύρο θα πας 7 χιλιόμετρα ακόμα πιο κάτω.» Δένει με την τριχιά και την τρίτη την κοπέλα και φωνάζει στ’ αδέλφια του να την τραβήξουν επάνω. Μόλις την είδαν τα’ αδέλφια του ελωλάθηκαν από την ομορφιά της. «Πάλι μας την έφερε, είπαν, θα πάρει την πιο όμορφη. Ας τον αφήσουμε εκεί κάτω και θα πούμε στον πατέρα μας ότι χάθηκε.» Κόψανε την τριχιά κι έπεσε κάτω και ζαλίστηκε. Ακόμη δεν πρόλαβε να καλοσυνέλθει, βλέπει τα δυο πρόβατα να περνούν δίπλα του. Έτσι ζαλισμένος που ήταν, πήδηξε στη ράχη του μαύρου πρόβατου. Το πρόβατο τον πήγε 7 χιλιόμετρα πιο κάτω. Εκεί βλέπει μπροστά του μια πολιτεία. Χτυπάει την πόρτα σ' ένα μικρό σπιτάκι. Ανοίγει μια γριά γυναίκα. «Με παίρνεις γιαγιά για μουσαφίρη;», της λέει. «Ευχαρίστως, παιδάκι μου, λέει η γριά κι εγώ μόνη μου είμαι, θα έχω παρέα.» Αφού έφαγαν, το παιδί που το έλεγαν Δημήτρη, ζήτησε νερό. «Δεν έχουμε νερό, παιδί μου, είπε η γριά. Υπάρχει ένας δράκος στην πηγή του νερού και κάθε μήνα τρώει ένα κορίτσι κι έτσι αφήνει τον κόσμο να πάρει νερό. Σήμερα είναι η σειρά της βασιλοπούλας.» «Όλοι εδώ είναι δειλοί μου φαίνεται. Βρες μου ένα σπαθί να πάω να σκοτώσω το δράκο, είπε το βασιλόπουλο. Δώσε μου και τη στάμνα να γεμίσω νερό.» Του βρήκε η γριά ένα σπαθί, πήρε και τη στάμνα και πήγε στην πηγή. Εκεί βρήκε τη βασιλοπούλα λυπημένη να περιμένει να τη φάει ο δράκος.
- Ησύχασε, της λέει, ήρθα να σκοτώσω το δράκο.
- Όχι παλικάρι μου, φύγε να σωθείς, θα σε φάει κι εσένα άδικα ο δράκος, είπε η βασιλοπούλα.
- Θα μείνω, είπε το παλικάρι και θα τον σκοτώσω. Μόνο νυστάζω και θα κοιμηθώ λίγο. Όταν έρθει ο δράκος να με ξυπνήσεις.
Το βασιλόπουλο κοιμήθηκε βαθιά και μετά από λίγη ώρα φάνηκε να έρχεται από πέρα ο δράκος. Η βασιλοπούλα λυπόταν να ξυπνήσει το παιδί. Τα δάκρυά της, που πέφτανε στο πρόσωπο του παιδιού, τον ξύπνησαν. Αρπάζει το σπαθί του και αρχίζει να παλεύει με το δράκο. Με τα πολλά κατόρθωσε να τον σκοτώσει. Η Βασιλοπούλα βούτηξε το χέρι της το αίμα του δράκου και αποτύπωσε την παλάμη της στο πουκάμισο του παιδιού. Γέμισε το παιδί νερό τη στάμνα και είπε τα ευχάριστα νέα στη γριά.
Όταν μαθεύτηκε το νέο, χάρηκε όλος ο κόσμος. Πήγαν όλοι ευχαριστημένοι να πάρουν νερό. Ο βασιλιάς διέταξε όλα τα παλικάρια να περάσουν από το παλάτι να γνωρίσει η βασιλοπούλα το γενναίο νέο που σκότωσε το δράκο. Πήγαν όλα τα παλικάρια της πόλης, αλλά δεν ήταν ανάμεσα τους αυτός που τον σκότωσε. «Είναι κι ένας μουσαφίρης στο σπίτι κάποιας γριάς», είπε ένας αξιωματικός. «Πηγαίνετε να τον φωνάξετε», είπε ο βασιλιάς. Όταν τον φώναξαν, τον αναγνώρισε η βασιλοπούλα από την παλάμη της στην πλάτη του με το αίμα του δράκου.
- Πες μου τι χάρη θέλεις να σου κάνω; Τον ρώτησε ο βασιλιάς. Είσαι ο σωτήρας μας.
- Θέλω να με πάτε στον πάνω κόσμο, είπε το παιδί. Εμείς δε γνωρίζουμε τον πάνω κόσμο, είπε ο βασιλιάς. Εμάς αυτός είναι ο κόσμος μας. Το παλάτι μου όμως είναι ανοιχτό για σένα, να έρχεσαι να τρως, να πίνεις και να διασκεδάζεις.
Μια μέρα, το βασιλόπουλο αποφάσισε να πάει για κυνήγι στο δάσος. Κάθισε κάτω από ένα δέντρο να ξεκουραστεί. Κοίταζε ψηλά κι είδε ένα μεγάλο φίδι να πηγαίνει να φάει κάτι πουλάκια που ήταν σε μια φωλιά. Τραβάει το σπαθί του και το κάνει κομμάτια. Μετά κοιμήθηκε. Τα πουλάκια του κάνανε ίσκιο με τα φτερά τους. Όταν ήρθαν οι γονείς από τα πουλιά θελαν να σκοτώσουν το βασιλόπουλο γιατί νομίζανε ότι αυτό έτρωγε κάθε χρόνο τα πουλάκια που γεννούσαν. «Προς θεού μη!», φωνάξανε τα πουλάκια, «ένα φίδι ερχόταν να μας φάει κι αυτός το σκότωσε. Αυτός μας έσωσε κι εμείς θα τον σκοτώσουμε;»
Τότε οι γονείς των πουλιών ρωτήσανε το βασιλόπουλο τι χάρη ήθελε να του κάνουν. «Τι να ζητήσω από σας, λέει αυτός. Εγώ θέλω να πάω στον πάνω κόσμο.» «Θα σε πάμε εμείς. Είναι κομμάτι δύσκολο αλλά αν μπορείς να βρεις 7 τουλούμια κρέας και 7 τουλούμια νερό, έλα εδώ να σε πάμε.» Το βασιλόπουλο πηγαίνει στο βασιλιά και του ζήτησε τα 7 τουλούμια νερό και κρέας. «Να σου δώσω 17 τουλούμια του είπε ο βασιλιάς. Εσύ μας έδωσες το νερό μας.»
Τα πήρε και τα πήγε στο δάσος που ήταν τα πουλιά. Το αρσενικό πουλί του είπε, «όταν κάνω ‘κρα’ θα μου δίνεις κρέας κι όταν κάνω ‘κρου’ θα μου δίνεις νερό.»
Ξεκινήσανε και το βασιλόπουλο τάιζε τα πουλιά. Όταν κόντευαν να φτάσουν, το πουλί είπε ‘κρα’ και επειδή είχε τελειώσει το κρέας, πιάνει και κόβει λίγο κρέας από τη γάμπα του και του το δίνει. Το πουλί κατάλαβε ότι ήταν ανθρώπινο και δεν το έφαγε. Το κράτησε στο ράμφος του.
Κάποτε φτάσανε στον επάνω κόσμο. Το βασιλόπουλο, όταν έκανε να περπατήσει, κούτσαινε. - Γιατί κουτσαίνεις; ρώτησε το πουλί.
- Είναι από το ταξίδι, είπε αυτός.
- Πάρε πίσω το κρέας σου και βάλτο στη γάμπα σου, του είπε. Εμείς σε χαιρετούμε και επιστρέφουμε πίσω.
Το βασιλόπουλο, αφού χόρτασε το φως του ήλιου, πήγε σ' ένα χρυσοχόο και ζήτησε δουλειά. Ήταν στη χώρα του, αλλά ντύθηκε κουρελής για να μην το γνωρίζει κανένας.
Την Κυριακή εκείνη θα γινόταν ο γάμος του μεγάλου του αδελφού. Η βασιλοπούλα είπε, ότι δεν παίρνει το γιο του βασιλιά αν δεν της φέρει για δώρο μέσα στο ταψί ένα χρυσό σκυλί με χρυσό λαγό να κυνηγιούνται. Ο βασιλιάς δίνει διαταγή στο χρυσοχόο μέχρι το πρωί να τα φτιάξει, γιατί αλλιώς θα του πάρει το κεφάλι. Ο χρυσοχόος έπεσε σε βαριά περισυλλογή.
- Τι σεκλετίζεσαι αφεντικό, του λέει το βασιλόπουλο.
- Να, μου παρήγγειλε ο βασιλιάς να του φτιάξω ένα σκυλί να κυνηγάει ένα λαγό, χρυσά μέσα σε χρυσό ταψί.
-Γι' αυτό στενοχωριέσαι; Πάρε μου ένα κιλό καρύδια κι ένα κιλό κρασί και πήγαινε να κοιμηθείς ήσυχος, είπε το βασιλόπουλο.
Μετά από λίγη ώρα ο χρυσοχόος πήγε κρυφά να παρακολουθήσει τι κάνει ο παραγιός του. Τον είδε να τρώει καρύδια και να πίνει κρασί. «Αμάν, αλίμονο μου, είπε. Το χάνω αύριο το κεφάλι μου.»
Λίγο πριν να ξημερώσει, ανάβει το βασιλόπουλο μια τρίχα και ζητάει να παρουσιαστεί μπροστά του ένα ταψί χρυσό, με το σκυλί και το λαγό να κυνηγιούνται τόσο αληθινά σαν να ήταν ζωντανά. Πράγματι αυτό έγινε και το πρωί το έδωσε στο αφεντικό του, που καταχάρηκε, να το πάει στο βασιλιά. «Αφεντικό, να έρθω στο γάμο κι εγώ;» λέει το βασιλόπουλο.
— «Όχι, παιδί μου λέει ο χρυσοχόος. Εδώ έχουμε ένα έθιμο να χορεύουμε πάνω στα άλογα με τα κοντάρια. Μπορεί να βρεθεί κανένας παλαβός να σε χτυπήσει.» «Καλά αφεντικό», είπε το βασιλόπουλο.
Η βασιλοπούλα, όταν πήρε το ταψί που ζήτησε, κατάλαβε ότι το βασιλόπουλο κατόρθωσε να ανεβεί στον πάνω κόσμο και ότι αυτό έφτιαξε αυτό το δώρο με τις μαγικές τρίχες που του έδωσαν οι τρεις βασιλοπούλες στη φωλιά του δράκου. Το βασιλόπουλο ανάβει μια τρίχα ακόμη και παρουσιάζεται ένα μαύρο φτερωτό άλογο κι ένα ωραίο μαύρο επίσημο κουστούμι. Το φοράει και πάει στο γάμο. Εκεί που χορεύανε με τα άλογα φωνάζει στο γαμπρό.
- Ε, γαμπρέ, γύρνα προς τα δω.
Όταν γύρισε, του έδωσε μια με το κοντάρι και τον έριξε κάτω.
-Πιάστε τον φωνάζει ο βασιλιάς, αλλά αυτός εξαφανίστηκε.
Όταν γύρισε το αφεντικό του, το ρώτησε πώς πέρασε στο γάμο.
- Καλά έκανα που σου είπα να μην έρθεις στο γάμο. Ήρθε ένας τρελός και έριξε το γαμπρό κάτω από το άλογο.
- Αφεντικό μήπως τον σκότωσε;
- Όχι, δεν τον σκότωσε.
-Τότε δεν πειράζει, είπε το βασιλόπουλο.
Την άλλη Κυριακή παντρευόταν ο δεύτερος γιος του βασιλιά και η βασιλοπούλα έβαλε όρο ότι αν δεν της φέρουν ένα χρυσό ταψί που μέσα κυνηγιούνται ένας κόκορας με μια κότα, δεν παντρεύεται. Ξαναπηγαίνουν στο χρυσοχόο και δίνουν την παραγγελία. Ο χρυσοχόος απελπίστηκε πάλι.
- Αμάν αυτές οι κοπέλες όλα τα δύσκολα γυρεύουν, είπε. Δεν ξέρω που πήγαν και τις βρήκαν.
- Μη στεναχωριέσαι, αφεντικό, εγώ θα το φτιάξω. Μόνο να μου αγοράσεις δυο κιλά καρύδια και δυο κιλά κρασί.
Το βράδυ που πήγε ο χρυσοχόος να παρακολουθήσει τον υπάλληλό του, τον είδε να τρώει τα καρύδια και να πίνει κρασί.
Πήγε πάλι για ύπνο και το πρωί βρήκε έτοιμο το ταψί με την κότα και τον κόκορα μέσα να κυνηγιούνται. Τα πήρε και τα παρέδωσε στο βασιλιά.
Στο γάμο παρουσιάστηκε πάλι το βασιλόπουλο πάνω σ' ένα φτερωτό άλογο, άσπρο αυτή τη φορά και άσπρο κουστούμι κι έριξε κάτω το γαμπρό. Έτρεξαν να τον πιάσουν, αλλά δεν τα κατάφεραν.
Την τρίτη Κυριακή, παντρευόταν η τρίτη κοπέλα που κανονικά θα την έπαιρνε το βασιλόπουλο, αν το ανέβαζαν επάνω από τη φωλιά του δράκου. Αυτή έπαιρνε τον πρωθυπουργό. Κι αυτή ζήτησε να της κάνουν δώρο ένα ταψί χρυσό και μέσα να κυνηγιούνται μια γάτα μ' ένα ποντίκι. Το βασιλόπουλο το έφτιαξε κι αυτό το ταψί, το παρέδωσε στο αφεντικό του και αυτός το πήγε στο βασιλιά. Παρουσιάστηκε κι αυτός στο γάμο μ’ ένα φτερωτό άλογο καφέ και στολή καφέ. Ρίχνει το γαμπρό πάλι κάτω από το άλογο, αλλά δεν εξαφανίστηκε όπως τις δυο προηγούμενες φορές. Κάθισε να τον συλλάβουν.
- Αποκεφαλίστε τον αμέσως, διέταξε ο βασιλιάς. Αυτός δε μας άφησε να κάνουμε ένα γάμο σωστό. Μας δημιουργούσε όλο επεισόδια.
- Συγγνώμη, μεγαλειότατε, εσείς εδώ δεν αφήνετε το δράστη να απολογηθεί πρώτα. Τον σκοτώνετε κατευθείαν.
- Λέγε τι θέλεις να πεις. Θα σου δώσουμε μια ευκαιρία να απολογηθείς, είπε ο βασιλιάς.
- Εγώ είμαι το τρίτο σου παιδί, που το θεωρείς πεθαμένο. Τ’ αδέλφια μου με άφησαν στον κάτω κόσμο, αλλά εγώ κατόρθωσα με τη βοήθεια των κοριτσιών από ’δω και με τις μαγικές τρίχες που μου έδωσαν να φτάσω μέχρι εδώ.
Ο βασιλιάς τότε διέταξε να παντρέψουν τον τρίτο του γιο με την τρίτη κοπέλα και διόρισε αυτόν για διάδοχό του. Έκαναν τότε ένα τρικούβερτο γλέντι που κράτησε 40 μέρες και 40 νύχτες. Πέρασα κι εγώ από κει και μου έδωσαν μια κούπα με κρασί.

(Παραμύθια από την Καππαδοκία της Καλλιόπης Αλιβάνογλου- Παπαγγέλου)