Ο κουτός με την τρομπέτα.

(Καππαδοκία)

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο αδέρφια. Ο ένας ήταν κουτός κι ο άλλος έξυπνος. Είχαν ένα στάβλο παλιό, γεμάτο άλογα και αγελάδες. Επειδή ο στάβλος δεν καλοχωρούσε τα ζώα, είπαν να φτιάξουν κι έναν καινούργιο. Όταν τον φτιάξανε, είπε ο έξυπνος αδερφός να μοιράσουν τα ζώα. «Όχι, λέει ο κουτός, θ' αφήσουμε τα ζώα να διαλέξουν σε πιο στάβλο θέλουν να πάνε. Εγώ θα πάρω τον καινούργιο στάβλο κι εσύ τον παλιό.» «Εντάξει», είπε ο έξυπνος. Άφησαν τα ζώα ελεύθερα το βράδυ που γυρίσανε από τη βοσκή και περίμεναν να δουν σε ποιο στάβλο θα πάνε.
Αυτά επειδή ήταν μαθημένα να πηγαίνουν στον παλιό, πήγαν πάλι όλα εκεί, εκτός από ένα ψωριάρικο μοσχαράκι που πήγε στον καινούργιο. Έτσι έμεινε ο κουτός με τον καινούργιο στάβλο και το ψωριάρικο μοσχαράκι, ώσπου το ξέχασε κι αυτό ένα βράδυ έξω και το ’φαγε ο λύκος. Σηκώθηκε τότε ο κουτός, πέρασε ένα παράθυρο από τον καινούργιο στάβλο στο λαιμό του και ξεκίνησε να βρει την τύχη του. Αφού περπάτησε αρκετά, κουράστηκε και κάθισε να ξεκουραστεί πάνω σ’ ένα δέντρο. Το παράθυρο το κρέμασε πάνω στα κλαδιά του δέντρου. Σε λίγο, ήρθαν δέκα καμηλιέρηδες με τις καμήλες τους φορτωμένες θυμίαμα και κάθισα  να ξεκουραστούν κάτω από το δέντρο. Εκεί που ξεκουράζονταν οι καμήλες, φύσηξε ο αέρας και έπεσε το παράθυρο από το δέντρο. Οι καμήλες πρόγκιξαν, πέταξαν το φορτίο τους κάτω κι έφυγαν. Τότε ο κουτός αδερφός κατέβηκε από το δέντρο και σκέφτηκε να βάλει φωτιά σ' όλο το θυμίαμα. Άναψε τη φωτιά και το θυμίαμα ήταν τόσο πολύ, που η μυρωδιά του έφτασε μέχρι τον ουρανό. Άνοιξε τότε ο ουρανός και κατέβηκε ένας άγγελος με την τρομπέτα και του λέει: «Παιδί μου, τι θέλεις να σου χαρίσω;» «Αυτή την τρομπέτα που κρατάς στο χέρι σου», είπε ο κουτός αδερφός.
Του την έδωσε ο άγγελος και ο κουτός συνέχισε το δρόμο του. Κάποτε έφτασε σ' ένα χωριό και πιάστηκε τσοπάνος στα πρόβατα του παπά. Κάθε μέρα πήγαινε να βοσκήσει τα πρόβατα του παπά κι έπαιζε την τρομπέτα του. Το βράδυ, τα πρόβατα γύριζαν νηστικά και χωρίς μαλλιά. Μια και δυο ο παπάς αποφάσισε να παρακολουθήσει τον τσοπάνο να δει τι συμβαίνει. Κρύφτηκε πίσω από ένα βράχο και περίμενε. Δεν πέρασε πολλή ώρα κι άρχισε ο τσοπάνος να παίζει την τρομπέτα του. Η μουσική ήταν τόσο συναρπαστική που όλα γύρω χόρευαν. Τα δέντρα, τα ζώα, τα πουλιά και ο παπάς ακόμα χόρευε χωρίς να το θέλει. Τα πρόβατα χόρευαν κι αυτά και το μαλλί τους μαδιόταν πάνω στα βάτα. Το βράδυ που γύρισε ο παπάς στο σπίτι, είπε όλα όσα είδε στην παπαδιά.
«Δεν κατάλαβες καλά τι συμβαίνει, παπά μου, είπε η παπαδιά. Αύριο θα πάω εγώ και θα κρυφτώ πίσω από τα βάτα και θα εξακριβώσω τι ακριβώς συμβαίνει.» Πράγματι την άλλη μέρα το πρωί πήγε στο λιβάδι η παπαδιά, κρύφτηκε πίσω από τα βάτα και περίμενε.
Όταν άρχισε ο τσοπάνος να παίζει την τρομπέτα χόρευαν όλα γύρω και χόρευε κι η παπαδιά και καταμαδήθηκε στα χέρια, τα πόδια και το πρόσωπο από τα βάτα. Το βράδυ που γύρισε καταματωμένη στο σπίτι είπε στον παπά: «Παπά μου, αυτός ο τσοπάνος, δεν κάνει ούτε για το σπίτι μας, ούτε για το χωριό μας. Διώξτον αύριο, να φύγει να πάει στην ευχή του θεού.»
Έτσι και έκανε ο παπάς. Τον έδιωξε και βρήκε την ησυχία του αυτός και η παπαδιά και τα πρόβατα κι εμείς.

(Παραμύθια από την Καππαδοκία της Καλλιόπης Αλιβάνογλου- Παπαγγέλου)