Η Σαλπαντέρω.

Σε ένα μακρινό τόπο, τα πολύ παλιά χρόνια ζούσε μια πανέμορφη και πανέξυπνη κοπέλα που τη λέγανε Σαλπαντέρω.
Στον ίδιο τόπο ζούσε και ένας βασιλιάς. Ο βασιλιάς έψαχνε να βρει την κατάλληλη νύφη για να παντρευτεί. Δεν ήθελε οποιαδήποτε κοπέλα. Ή-θελε να είναι όμορφη και έξυπνη.
Μια μέρα πέρναγε ο βασιλιάς έξω από το σπίτι της Σαλπαντέρως. Την είδε λοιπόν που πότιζε και σκάλιζε τα λουλούδια της. Η κοπέλα του άρεσε, αλλά αποφάσισε να δοκιμάσει και την εξυπνάδα της. Της είπε λοιπόν.
- Καλημέρα Σαλπαντέρω.
- Καλημέρα κυρ-Βασιλιά.
- Σκαλίζεις και ποτίζεις, πόσα φύλλα έχει ο βασιλικός;
Η Σαλπαντέρω κρατήθηκε και δεν απάντησε, μόνο χαμογέλασε.
Την επόμενη μέρα πάλι τα ίδια. Ο βασιλιάς πείσμωσε και συνέχισε να τη δοκιμάζει.
- Καλημέρα Σαλπαντέρω.
- Καλημέρα κυρ-Βασιλιά.
- Σκαλίζεις και ποτίζεις, πόσα φύλλα έχει ο βασιλικός;
Αυτό έγινε αρκετές φορές, ώσπου κάποια στιγμή η Σαλπαντέρω αποφάσισε να απαντήσει στο βασιλιά.
- Κυρ-Βασιλιά γνώσκεις και διαβαίνεις. Πόσα άστρα έχει ο ουρανός; Πόσα φύλλα έχει η ελαία, αφέντη βασιλέα;
Του βασιλιά του κακοφάνηκε που η Σαλπαντέρω του αντιμίλησε έτσι και αποφάσισε να της δώσει ένα σκληρό μάθημα. Αποφάσισε να την παντρευτεί και μετά την πρώτη νύχτα του γάμου να τη σκοτώσει.
Έτσι με πολλές τιμές και γλέντια και χορούς που κράτησαν πολλές μέρες, ο βασιλιάς παντρεύτηκε τη Σαλπαντέρω. Έλαμπε η κοπέλα από ο-μορφιά και χάρη. Μετά την πρώτη νύχτα του γάμου λοιπόν ο βασιλιάς έβαλε μπροστά το σχέδιό του. Αφού περάσανε μαζί τη βραδιά πήγε για λίγο στο διπλανό δωμάτιο να πάρει το σπαθί του.
Η Σαλπαντέρω όμως, που όπως είπαμε και πιο πάνω, εκτός από όμορφη ήταν και έξυπνη, είχε ετοιμάσει μια κούκλα από ζάχαρη με το δικό της πρόσωπο. Όσο λοιπόν ο βασιλιάς έλειπε στο διπλανό δωμάτιο, αυτή αντικατέστησε την κούκλα στο κρεβάτι τους και κρύφτηκε πίσω από ένα παραβάν.
Γύρισε λοιπόν ο βασιλιάς πίσω και είδε την ψεύτικη Σαλπαντέρω ξαπλωμένη στο κρεβάτι.
- Σαλπαντέρω, της λέει, μου αντιμίλησες και φέρθηκες με αναίδεια. Γι’ αυτό θα σε σκοτώσω.
Η αληθινή Σαλπαντέρω τράβηξε ένα σχοινάκι και κούνησε το κεφάλι της κούκλας. Κάνει λοιπόν μία έτσι ο βασιλιάς και κόβει το κεφάλι της κούκλας. Και από το γινάτι του έγλυψε τη λάμα του σπαθιού. Έλα όμως που γεύτηκε τη ζάχαρη από το κεφάλι της ψεύτικης κούκλας. Λέει λοιπόν με το νου του: «Με τόσο γλυκό αίμα που έχει αυτή, δεν μπορεί να είναι και τόσο κακιά». Τότε μετάνιωσε που τη σκότωσε, στενοχωρήθηκε, γιατί την αγαπούσε κιόλας. Γυρνάει λοιπόν το σπαθί του για να σκοτωθεί. Τότε πετάγεται η αληθινή Σαλπαντέρω που ήταν κρυμμένη τόση ώρα, του πιάνει το χέρι και του λέει:
- Ζαχαρένια κούκλα στο λαιμό σου και εγώ στον ορισμό σου...
Έτσι ο βασιλιάς και η Σαλπαντέρω από τότε ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
«Ήμουνα κι εγώ εκεί, μ’ ένα κόκκινο βρακί...»


(Κουτσογεωργοπούλου Παναγιώτα)
Πηγή: http://www.ebooks4greeks.gr